Δευτέρα, 2 Σεπτεμβρίου 2013

ΕΚΔΡΟΜΗ ΣΤΟ ΒΟΥΝΟ ΜΕ ΒΑΡΚΑ.

Καλησπέρα στους φίλους μου!
Σας έχω ένα όμορφο διήγημα που αναμφιβόλως θα σας κάνει να ονειρευτείτε θάλασσα και να αισθανθείτε αλμύρα και αμμουδιά στα δάχτυλα των ποδιών σας.
Για όσους θέλετε ακόμη καλοκαίρι νομίζω πως θα το <<γευτείτε>> συντροφιά με το παρακάτω κείμενο. 
Το συγκεκριμένο διήγημα είναι αναδημοσίευση και έφτασε στα χέρια μου ως εξής:
Ένα οικογενειακός και αξιόλογος κύριος και φίλος πλέον μου το έστειλε να το διαβάσω ως συνέχεια της περασμένη ανάρτησης μου με τη βάρκα και τα νερά.
Ευθύς χάρηκα και του ζήτησα αν επιτρέπετε, να το αναδημοσιεύω.
Αφού πήρα τη θετική του απάντηση, το αναδημοσιεύω και ορίστε είναι όλο δικό μας!
Θα ήθελα, πριν το διαβάσετε, να σας πω λίγα λόγια για την ιστορία του.
Έχει γραφει απο έναν καλό φίλο του πατέρα του κυρίου που μου το έστειλε, ο οποίος έγραφε διηγήματα  κυρίως τοπικού χαρακτήρα. Εμπνεόταν δηλαδή απο τις ομορφιές του τόπου του και ήθελε απλόχερα να τις μεταβιβάζει σε όλους εμάς.
Η Λίμνη, γιατι για τη Λίμνη της δικής μας Βόρειας Εύβοιας πρόκειται είναι ένας αγαπημένος προορισμός πολλών ανθρώπων, μα πάνω απ όλα είναι ένας τόπος με μεγάλη παράδοση και με κατοίκους που αγαπούν και σε κάθε ευκαιρία προωθούν την ιστορία τους μα και την παράδοση τους!
Μεσα σε αυτό το διήγημα θα βρείτε κομμάτια της Βόρειας Εύβοιας και κυρίως θα εισπνεύσετε λίγο απο τον καθαρό της αέρα.
Το διάβασα, μου άρεσε πολύ και σας το παρουσιάζω με περηφάνια.
Δεν είμαι Λημνιωτισσα αλλά μετα απο αυτό το διήγημα μπορω να πω πως νοιώθω!
Κώστα ευχαριστώ για το διήγημα και την αναδημοσίευση!
Το διήγημα  είναι του κυρίου  Παναγιώτη Κ. Μπενετή και δηλωνω γοητευμένη απο τον παραστατικό κυριως τρόπο γραφής του!
Μακάρι να καταφέρω να κάνω και άλλες τέτοιες αναδημοσιεύσεις! Χαρά μου θα είναι!
Ελπίζω να το απολαύσετε φίλοι μου!



                                   ΕΚΔΡΟΜΗ ΣΤΟ ΒΟΥΝΟ ΜΕ ΒΑΡΚΑ

Ευβοϊκά ακρογιάλια

       Είχαμε συμφωνήσει από βραδύς τέσσερις φίλοι να κάνουμε την άλλη μέρα πρωί - πρωί μια εκδρομή με βάρκα, με σκοπό να την περάσουμε ψαρεύοντας. Αξίζει τον κόπο, μα την αλήθεια, μια ημερήσια εκδρομή στα μοναδικά για την Ελλάδα ακρογιάλια της Β. Εύβοιας προς τον Ευβοϊκό, αξίζει για να χορτάσουν οι αισθήσεις ησυχία χρώμα και άρωμα, να χορτάσει το μάτι με την μπουνάτσα την γυαλένια της θάλασσας και πράσινο από το μεγαλόπρεπο Καντήλι, εκεί που έδινε, όπως λέγανε οι αρχαίοι, ο Δίας τα ραντεβού του με την πλανεύτρα Ήρα και που εμείς σήμερα το λέμε απλώς «Βουνό».
      Κάναμε τις κουμπάνιες μας, αγοράσαμε γαύρο για δόλωμα, που τον αλατίσαμε για να σφίξει και την άλλη μέρα κατά τις τρεις και μισή το πρωί ανταμώσαμε κάτω στην παραλία της Λίμνης, όπου ο μεγάλος μας φίλος ο κυρ Παντελής, καλή του ώρα, που είχε και την βάρκα, μας περίμενε για να φύγουμε. Έπρεπε να ξεκινήσουμε τόσο νωρίς για να μη μας βρεί ο ήλιος στο δρόμο, και να βρισκόμαστε στο μέρος που θα ψαρεύαμε, γύρω στην ανατολή, τότε που όλα τα ψάρια ξυπνημένα από το νυχτιάτικο ραχάτι τους τσιμπούν.
      Μπήκαμε στη φελούκα, βάλαμε τα κουπιά γυρίσαμε την πλώρη κατά την  Πούντα και αρχίσαμε να τραβάμε κουπί μέχρι να «πάρει μπρός» το εξωλέμβιο μηχανάκι του κυρ Παντελή, που εν τω μεταξύ είχε τυλίξει και τραβήξει πολλές φορές το σκοινάκι κατά το γνωστό τρόπο που το τραβάμε στις εξωλέμβιες μηχανές, μα που το ενάμισο αλογάκι δεν έλεγε να ξεκινήσει. Εμείς τραβούσαμε κουπί και ο κυρ Παντελής το σκοινάκι.
      Σκοτάδι ακόμα. Λάμπανε τα άστρα στον κατακάθαρο ουρανό. Σαν φωτεινό τόπι μόλις είχε προβάλει το μούτρο του o Aυγερινός πάνω από το σύρραχο, και τα κουπιά έτσι όπως μπαλταδιάζανε την τζαμένια θάλασσα άστραφταν χιλιάδες φωσφορισμοί, πολλές χιλιάδες φωτεινοί πυρήνες από «ψυχρό φως». Και η φελούκα προχώραγε χώνοντας τη μύτη της στο τζαμένιο νερό λες και ήθελε να το μοσκοβολήσει. Και είναι αλήθεια πως το νερό της θάλασσας σε τούτα τα μέρη μοσκοβολάει.
       Ένα ξαφνικό μπρρρ- μπρρρ μας τάραξε την ησυχία και κίνησε η φελούκα προς τα μπρος, το αλογάκι της μηχανής είχε ζεσταθεί και αποφάσισε να μας μεταφέρει αντί να το σεργιανούμε εμείς τραβόντας κουπιά. Ο κυρ Παντελής όλος χαρά στρώθηκε για καλά στα τουράκια και άναψε το τσιμπούκι του, ενώ εμείς στρωθήκαμε σταυροπόδι στο αμπάρι της φελούκας για να απαγγιάζουμε από τα πρωινά απόγεια. Περάσαμε την Ελίτσα και του Βοριά το ρέμα και προχωρούσαμε γιαλό - γιαλό πέντε με δέκα μέτρα ανοιχτά από την αμμουδιά, τα νερά κατακάθαρα από ξέρες και άλλα εμπόδια σου επιτρέπουν να ταξιδεύεις όσο γιαλό θέλεις.
   Γιαλό-γιαλό προχωρούσαμε και μας έφερναν τα πρωινά απόγεια χίλιες μοσκοβολιές απ’ τα πλαγιαστά βουνά που πλαίναν τα πόδια τους στο κυμοθάλασσο. Πιάσαμε το ρέμα του Άη Γιάννη που μοσκοβόλαγε μουρτιά και μέντα απ’ τα σιδόνια και γεμίσανε τα πνευμόνια μας οξυγόνο και μοσκοβολητάδα.  Και προχώραγε η φελούκα, το αλογάκι έσπρωχνε, άλλες μοσκοβολιές πιο πέρα στο ρέμα του Καλαμίτση, τα ανθάκια πάλι της μουρτιάς και η μέντα απ’ τα σιδόνια, η φασκομηλιά, η ρίγανη και οι βάγιες που έχει το ρέμα αυτό μύρωναν κουβαρντάδικα τον αέρα. Κάθε ρέμα με το απόγειο του, λένε, και με τα αρώματά του προσθέτω εγώ. Και προχώραγε η φελούκα, και όπου απαγγιάζαμε από τα απόγεια, ο καπνός του τσιμπουκιού του κυρ Παντελή και η μυρουδιά της βενζίνας μας έφερναν στην πραγματικότητα.
       Φθάσαμε στον Άη Γιώργη, που βρίσκεται και το Υδροβιολογικό Ινστιτούτο, άλλες μοσχοβολιές από κεί, αρώματα από τα ανθισμένα ευκάλυπτα, τις μπαξιάνες, το αγιόκλημα και τις τριανταφυλλιές, ανάμικτα με το άγριο άρωμα του πεύκου, το απαλό της μουρτιάς, το άρωμα της μέντας από τα σιδόνια και τις φασκομηλιές, του θυμαριού και του θρουμπιού, ακόμα και οι κουμαριές και τα σκήνα μας έστελναν τις μυρουδιές τους, και η γη μοσκοβόλαγε και τα βράχια και τα πευκόφυλλα τα ξερά, και η άμμος, όργιο μοσκοβολιάς .  Μα πού βρισκόμαστε? Στον Παράδεισο!!
       Τέσσερις και μισή η ώρα, περάσαμε κάτω από το μοναστήρι του Αγίου Νικολάου, μεγάλη η χάρη του, το Γαλατάκι που λένε, εκεί που κάποτε οι αρχαίοι είχαν χτίσει τον ναό του Ποσειδώνα και που από κεί, όπως λέγαν, καβάλαγε τα άτιά του, έδινε το σάλτο και χωνότανε στο Αιγαίο ταράζοντάς το με τα σιδερένια γένια του και το τρίχαλο καμάκι του. Το ρέμα του μοναστηριού μοσκοβολάει λιβάνι, και την ώρα που οι ταμένες στον Άγιο καλόγριες λιβανίζουν στην εκκλησιά τους Αγίους, το πρωινό απόγειο φέρνει το αγιασμένο άρωμα μέχρι την αμμουδιά, εκεί το μοσκοβολούν οι ψαράδες και κάνουν τον σταυρό τους. «Κατευθυνθήτω η προσευχή μου ως θυμίαμα ενώπιόν σου»….

       Περάσαμε την Γλύφα πιάσαμε το Βαρέλι και το Κακοπέρατο κι’ άλλαξαν οι μοσκοβολιές, έπαψαν οι μοσκοβολιές της γης κι’ άρχισαν της θάλασσας. Πρέπει νάχει ξαπλώσει κανείς κατάφατσα πάνω σε μια μόλις ξενερισμένη ξέρα, πρέπει νάχει βοσκοβολήσει αγριοσφούγγαρο και αρκιόνι για να μπορέσει να καταλάβει τι θα πει άρωμα της θάλασσας, το άρωμα του φυκιού της μουχλιασμένης ξέρας, που ανακατεμένο με το πρωινό αεράκι –που εδωνά μοσκοβολάει μέλι- μεθάει την αίσθηση. Όλα μοσκοβολούν εδώ, ανοίγεις το στόμα και τη μύτη, απλώνεις τα χέρια, κοιτάς κατά τον ουρανό και ρουφάς το αρωματισμένο οξυγόνο με τα αρώματα της γης και της θάλασσας, και καταλαβαίνεις την μοσκοβολητάδα να σου ξεπλαίνει τα σωθικά, ξανανειώνεις, αλλάζεις πνευμόνια γίνεσαι ένα με τη φύση γίνεσαι ένα με τα’ αρώματα, ξεφεύγεις απ’ τον κόσμο τούτο, γίνεσαι μέλισσα…
       Προχωράει η φελούκα, περνάει η ώρα, σπρώχνει το αλογάκι με την προπελίτσα του,  περνάνε δίπλα μας οι βράχοι οι γέροι που σαν θεόρατα κεφάλια μας ξανοίγουν. Άρχισαν να φαίνονται οι δαντελωτές κορφές του Καντηλιού, έρχεται το φως της μέρας.  Σε λίγο από την άλλη πάντα της Εύβοιας από σοφράνο, μεσ’ απ’ τη θάλασσα μακριά στην ανατολή σαν πύρινο μεγάλο μανταρίνι θα ξεπροβάλει ο ήλιος όπως ξεπρόβαλλε και χθές, όπως θα κάνει κι’ αύριο, όπως θα κάνει πάντα…
       Και προχωράει η φελούκα, περάσαμε τον Δαμιανό και το Κάτεργο, την Τρυπητή και τον Κόφνα και προχωρόντας για το Κοκαλάκι να γεμίσουμε με νερό τα κανάτια και τα παγούρια μας ξαφνιαστήκαμε και μεθύσαμε από το άρωμα μιας ανθισμένης αγράμπελης πλεγμένης φιλάρεσκα πάνω σ’ ένα πεύκο που την βάσταγε στις αγκαλιές του.
       Είχε πια καλά βγει ο ήλιος, οι κορφές των βουνώνε πάνωθέ μας χρύσιζαν κι’ ένας άλλος κόσμος άρχισε να ζει. Σταμάτησε ο κόσμος των αρωμάτων και άρχισε ο κόσμος των πουλιώνε και των εντόμων, των κουδουνιών απ’ τα κοπάδια που βόσκουν στα γκρέμια του καντηλιού, ο ζωντανός  κόσμος.
       Στήσαμε καυγά με τις μέλισσες να μας αφήσουν να πάρουμε και μείς νερό απ’ την πηγή του Κοκαλάκι και πάνω στον καυγά μας μια αλκυώνη κοιτούσε τα συμβαίνοντα στημένη πάνω σε μια ξενερισμένη ξέρα, ενώ ένας κότσυφας πιο πάνω γελούσε μέσα από τις κουμαριές. Δεν χορταίνει το μάτι τ’ ανθρώπου και το αυτί να ακούει, όπου γυρίσεις να δεις βλέπεις και ένα κάδρο.
       Μας άφησαν τα ζούζουλα και πήραμε νερό, μπήκαμε πάλι μέσα στη φελούκα μας και σιγά-σιγά, με τα κουπιά τώρα, ξανοιχτήκαμε για να ψαρέψουμε καθετή. Τσιμπάγανε οι χάνοι, και βολικοί στο χάψιμό τους ερχόντουσαν επάνω πιασμένοι στο αγκίστρι για να μας πουν την καλημέρα τους, ενώ οι πέρκες πιο καπάτσες μας χαλούσαν το δόλωμα και μας παίδευαν με τα χίλια κόλπα τους. Ψαρέψαμε μέχρι το απόγεμα με διακοπή το μεσημέρι για φαγητό και κανένα ποτήρι, κάτω απ’ την σπηλιά του Γεράνιου, που είχαμε μπεί με τη βάρκα μέσα στο δροσερό και λουλακί χοντρό της ίσκιο. Όταν μπαίνεις μέσα στα σωθικά της σπηλιάς αυτής και που μόνο με βάρκα μπορείς να μπείς τα βλέπεις όλα λουλακιά, όλα παίρνουν το χρώμα το «γεράνιο» από την αντανάκλαση του ήλιου στα κατακάθαρα γαλανά νερά.
       Μετά το φαΐ ψαρέψαμε τσαπαρί και βγάλαμε μερικά σαφρίδια και κάτι «πιανούμενους» κολιούς. Μετά γιαλώσαμε για να ψαρέψουμε ζόκα. Ησυχία έξω, πάνω στα πεύκα και στους θάμνους τα τζιτζίκια κουρασμένα από το ολοήμερο τραγούδι τους, πού και πού άφηναν κανένα ανόρεχτο τζιτζιρισμό για να δικαιολογούν το ζουμί που πίνουν απ’ τους βλαστούς. Κάποια γίδα που ξυνότανε έκανε να χτυπάει το κλούβιο τροκάνι της, και κάθε τόσο οι ρετσινάδες άφηναν μια παράξενη φωνή, που αντιβούιζε μέσα στην ησυχία, ειδοποιώντας ο ένας τον άλλονε για την ώρα. Λένε πως σε κείνη την αμμουδίτσα εκεί, προ χρόνων, δυό γέροι ψαράδες μετά το ποστιάρισμα των δυχτιώνε τους πέσανε να κοιμηθούν, και όπως ο ένας γύρισε την νύχτα πάνω στον ύπνο του, από το άλλο πλευρό, για να ξεκουράσει το κόκαλό του, αναστέναξε φωναχτά και είπε: «αχ Παναγία μου», αυτόν τον αναστεναγμό τον άκουσαν τα βράχια και τα νυχτοπούλια, τον άκουσαν όμως και κάτι άλλοι θαλασσιάριδες που κάπου ένα μίλι πιο πέρα είχαν ξαπλώσει κι’ αυτοί  για ύπνο. Τόση ήταν η  ησυχία …..
      Καθισμένος στην πλώρη χάζευα τον κόσμο του βυθού, δυό στην πρύμη ψάρευαν ζόκα και ο άλλος τραβούσε κουπί σιγά – σιγά, γιαλό – γιαλό και ερχόντουσαν τα χανάκια και οι δράκαινες και οι πέρκες επάνω ξεγελασμένα από την γυαλάδα του υδράργυρου της ζόκας. Χάζευα τον βυθό. Να ένα τσούρμο αθερίνες, να ένας χάνος στέκεται ξερός χωρίς να κουνιέται καθόλου, ασφαλώς φερμάρει χταπόδι, να μια παρέα από γυφτίτσες ντυμένες με τα γυαλιστερά τους μαύρα ρούχα τρέχουν χαρούμενες προς τα πέρα, να κι’ ένα μπαρμπούνι σκάβει με τα μουστάκια του τις λάσπες, αγριοσφούγγαρα, αχινοί, πίννες και καλόγνωμες και φούσκες και σταυροί κι’ αρκιόνια και γαλίπες. Πιο πέρα ένα μικρό χταπόδι στρωμένο χάμω, ένα με τα γύρω του, μας κοιτάει και κάνει πως δεν βλέπει, σε λίγο με κάποια στενοχώρια βρίσκεται μέσα στη βάρκα. Να μια ζμέρνα τυλιγμένη γύρω από ένα βράχο, τρώει την καμακιά και ξαφνιάζεται, γυρίζει και δαγκάνει με λύσσα το σίδερο του καμακιού και νομίζεις πως το λιμάρει λίμα. Την βγάζουμε έξω στην αμμουδιά να την σκοτώσουμε και δαγκάνει ένα βότσαλο και το σπάει σαν κουφέτο, λίγες σταξιές ξύδι στο στόμα της και ταράζει τις τελευταίες της ταραξιές.  Βρέ καλώς τον, βρέ καλώς τον, να ένας καβουράκος μας κοιτάζει με τα τηλεσκοπικά μάτια του και σιγά- σιγά, με πλαϊνά βήματα, λάου – λάου, που λέμε, τρυπώνει μές την τρύπα του. Τι τα θέλεις τα θεάματα…, καλύτερα δω μέσα.
       Έχει προχωρήσει πια το απόγιομα και πρέπει να γυρίσουμε στη Λίμνη αν δεν θέλουμε να μας βρεί καλά η νύχτα. Ξαναμυρίζουμε κατά την αντίθετη σειρά όλες τις μοσκοβολιές του πρωινού κι’ όλο κοντοζυγώνουμε.
       Έχουν αρχίσει τ’ απόγεια τα βραδυνά, κάνουμε το πανάκι, ο κυρ Παντελής στο τιμόνι και στη σκόττα, ένας δίπλα του, ο άλλος στρωμένος σταυροπόδι στο αμπάρι της φελούκας και εγώ χωμένος κάτω απ’ τη μικρή κουβερτωμένη πλώρη ακούω τα μπατσάκια που δίνει το κυματάκι  πάνω στη μάσκα και στο νου μούρχεται ένα θαλασσινό του Αναπλιώτη.
                              Άλλο να λές πως άκουσες
                              Κι’ άλλο νάχεις ακούσει
                              Στη μάσκα της ψαρόβαρκας
                              Της θάλασσης την κρούση         
       


                                         Παναγιώτης Κ. Μπενετής  1963



Θα σας βάλω εδώ ως μουσική επένδυση της ανάρτησης ένα τραγούδι που πρότεινε ο νέος μου φίλος ANT ΑΥΤΟΥ.
Πράγματι ταιριάζει πολυ!

Ευχαριστούμε για την ιδέα! Είναι άψογος συνδυασμός!





ΟΝΕΙΡΕΥΤΕΙΤΕ ΚΑΙ ΤΑΞΙΔΕΨΤΕ ΜΕ ΤΗ ΜΑΓΕΙΑ ΗΧΟΥ ΚΑΙ ΔΙΑΒΑΣΜΑΤΟΣ!!!ΤΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟ!!!

18 σχόλια:

  1. Πωπω!!!Ζήλεψα και ονειρεύτηκα.Μύρισα θάλασσα και μαγεύτηκα..

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. αν και σε ανακαλυψα ροσφατα ημουνα σιγουρη ως μαγευεσε με τετοιες ιστοριες.
      εσυ αλλωστε εχεις γεννηθει για να αρμενιζεις στον ουρανο, εξου λοιον και η μαγεια ου σε συνδεει με τη θαλασσα!

      να εισαι καλα φιλε μου!

      Διαγραφή
  2. Ξέχασα να βάλω μια μουσική επένδυση...

    http://www.youtube.com/watch?v=73FmIHlmJYY

    Ελπίζω να μην χαλάω τη μαγεία του κειμένου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. οχι βεβαια! δε τη χαλας την αυξανεις!!! ευχαριστω για την εενδυση!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Δεν έχω λόγια.Σ΄ευχαριστώ για την υλοποίηση της σκέψης μου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. χαρα μου ητανε! ολοκληρωσες αρτια την δημοσιευση με αυτη τη συνθεση!!!!

      Διαγραφή
  5. Αυτό ήταν ολόκληρο ταξίδι τόσο παραστατικό που νιώθω πως πραγματικά ταξίδεψα...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. το ιδιο ενοιωσα κι εγω Φλωρα μου!!! τελεια η γραφη του δημιουργου του! γαργαρη θα ελεγα!

      Διαγραφή
  6. Απαντήσεις
    1. ευχαριστουμε!
      καλο σου βραδυ και σενα φιλη μου!

      Διαγραφή
  7. Έχεις δίκιο για τη μουσική. Πράγματι ταιριάζει απόλυτα.
    Καλό βράδυ!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. χαρη στο φιλο ου την εστειλε την εβαλα. να ειναι καλα.

      καλο βραδυ Χριστινακι μου!

      Διαγραφή
  8. Με τύλιξαν ευωδιές γης και θάλασσας...άκουσα το κύμα και γεύτηκα την αλμύρα....
    Πάρα πολύ όμορφο διήγημα...χαίρομαι που το αναδημοσίευσες!!
    Φιλιά πολλά και καλό μήνα!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. μαρακι μου γλυκο τι ομορφο το σχολιο σου! ευχαριστουμε ολυ! να εισαι καλα φιλη μου! καλο βραδυ κ καλο μηνα! φιλακια ολλα!! <3

      Διαγραφή
  9. Υπέροχη γραφή-σε ταξιδεύει...νοιώθεις σαν να είσαι και
    συ μαζί τους !!!!! Η μουσική επένδυση ταιριάζει απόλυτα!!!
    Καλό μήνα !!!!
    Φιλάκια !!!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. και εγω το ιδιο αισθανθηκα! οτι ημουνα μαζι τους! ομορφο συναισθημα!

      καλο μηνα γλυκια μου φιλη! <3

      φιλακια πολλα! <3

      Διαγραφή
  10. Γιαλό γιαλό πηγαίναμε κι όλο για σένα λέγαμε γιαλό να πας γιαλό να 'ρθείς τα λόγια μου να θυμηθείς.. :)

    Όμορφο το κείμενο, μυρίζει θάλασσα, αλμύρα..
    Νιώθεις ζωντανές εικόνες να ξεπροβάλλουν μπρος στα μάτια σου, άψογη περιγραφή τοπίων.. με κάνει να θέλω να επισκεφτώ το μέρος και να πάω για ψάρεμα.. ίσως κάποτε.. :)

    Όμορφη και η μουσική υπόκρουση! ;)

    Φιλιά πολλά Κική μου! Καλό βραδάκι! :) <3

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Παλομακι γλυκο εισαι τοσο καλη μαζι μου! Διαβαζεις τις αναρτησεις, τις σχολιαζεις παντα με καλο λογο και θετικη θεληση! εισαι τοσο καλη! σιγουρα ετσι εισαι και στη ζωη σου! τυχερη οσοι σε εχουνε διπλα τους! :)

      να εισαι καλα γλυκο μου κοριτσακΙ! <3

      Διαγραφή

ΕΚΦΡΑΣΟΥ ΚΑΙ ΕΣΥ ΜΑΖΙ ΜΟΥ! :)