Τετάρτη, 25 Μαΐου 2016

ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΜΑΣ ΚΑΙ ΚΑΤΙ ΠΑΡΑΠΑΝΩ, ΤΑ ΔΕΝΤΡΑ.


Εκφραστικοί μουυυυυυ, καλημέρα
Σε οικολογική και ''Φωτοεκφραστική" διάθεση, βαδίζουμε και σήμερα.

Ελάτε:


 
Ιερά μου φαίνονται μόνο τα δέντρα
μένουν στην τέλεια θέση
με προσκαλούν- «γίνε όπως εμείς
μην ταξιδεύεις πια μες τις πράξεις
δέξου ανέμους, δέξου εποχές
άς’ τη ζωή να ξέρει»

Ιερά μου φαίνονται μόνο τα δέντρα
σήματα οιωνών
φωλιές πνευμάτων
δωρητές σκιάς
αφηγούνται ολόκληρη την ιστορία
με χίλια λόγια, μ’ έναν παλμό

Ιερά μου φαίνονται μόνο τα δέντρα
παραδίνονται στ’ ολοκαύτωμα το τερπνό
ριπές ρεμβασμού φλογισμένου
μαντικές οπτασίες πυρσών
εικόνες των Τριών Παίδων

Ιερά μου φαίνονται μόνο τα δέντρα
χαϊδεμένα από το χέρι του Χαλαστή
με φροντίδα χριστουγεννιάτικη
κι ας είναι άνοιξη
κι ας είναι φθινόπωρο

Ιερά μου φαίνονται μόνο τα δέντρα
μνημεία στις παρυφές του εφήμερου
κυκλώνες ήχων, σύμπαντα
που χωρούν στ’ αυτιά και στα μάτια

Ιερά μου φαίνονται μόνο τα δέντρα
απ’ αυτά βγήκαν στέφανα
υλοτομήθηκαν του Σταυρού τα δοκάρια
μα δεν ξέρουν τι θα πει
δόξα, θυσία
μένουν εκεί
σημαίνουν
άθελά τους καρτερούν θριαμβευτικά
ή σεμνά υποκύπτουν στης θύελλας το μαρτύριο

Ιερά μου φαίνονται μόνο τα δέντρα
τα παντοδύναμα
χωρίς να το δείχνουν
κάθε φορά που τα ρίχνουν σπαράζει ο Θεός
κάθε φορά που γκρεμίζονται
η φύση αναρωτιέται «πώς γίνεται
να σωριαστεί ένας Τιτάνας,
μήπως φτάνει η Συντέλεια»;

Ιερά μου φαίνονται μόνο τα δέντρα
όπως εκείνο που έβλεπα όταν ήμουν παιδί
απ’ το παράθυρό μου
να μη βγάζει ποτέ φύλλα
έστεκε απέναντι, στο χάλασμα,
σα να περίμενε κάτι
κι εγώ προσευχόμουν οι θεοί να το λυπηθούν,
ώσπου το είδα ένα πρωί να γίνεται,
το ξερό και το στέρφο,
όλο ατόφιο ασήμι
κι αντί για φύλλωμα να στέκουν πάνω του
αστέρια αεικίνητα
κι είπα από μέσα μου

«τι σου είναι ο κόσμος»

Ιερά μου φαίνονται μόνο τα δέντρα –
και τα πουλιά.

Στρατής Πασχάλης, «Ιερά μου φαίνονται μόνο τα δέντρα»
( Στρ. Πασχάλης, Κοιτάζοντας δάση, Μεταίχμιο)
 
 
 
Θα ‘ρθει μια μέρα που τα δέντρα θα μισήσουν την αχαριστία των ανθρώπων και θα σταματήσουν να παράγουν ίσκιο, θροΐσματα κι οξυγόνο. Θα πάρουνε τις ρίζες τους και θα φύγουν. Μεγάλες τρύπες θα μείνουνε στη γη εκεί που ήταν πριν τα δέντρα. Όταν οι άνθρωποι καταλάβουνε τι έχασαν, θα πάνε και θα κλάψουνε πικρά πάνω απ’ αυτές τις τρύπες. Πολλοί θα πέσουνε μέσα. Τα χώματα θα τους σκεπάσουν. Κανείς δεν θα φυτρώσει.

Ω ναι, ξερω καλά πως δεν χρειάζεται καράβι για να ναυαγήσεις, πως δεν χρειάζεται ωκεανός για να πνιγείς.

Υπάρχουνε πολλοί που ναυαγήσαν μέσα στο κοστούμι τους, μες στη βαθιά τους πολυθρόνα, πολλοί που για πάντα τους σκέπασε το πουπουλένιο πάπλωμά τους.

Πλήθος αμέτρητο πνίγηκαν μέσα στη σούπα τους, σ’ ένα κουπάκι του καφέ, σ’ένα κουτάλι του γλυκού... Ας είναι γλυκός ο ύπνος τους εκεί βαθιά που κοιμούνται, ας είναι γλυκός κι ανόνειρος.

Κι ας είναι ελαφρύ το νοικοκυριό που τους σκεπάζει.

Τα αιωνόβια δέντρα ξέρουνε τα πάντα για τη ζωή των σκουληκιών κάτω απ’ το χώμα, για τη ζωή των μυρμηγκιών και των θηρίων πάνω στο χώμα, για το τραγούδι των πουλιών και του ανέμου πάνω απ’ το χώμα. Τα αιωνόβια δέντρα είναι σοφά· υποδέχονται μ’ ένα χαμόγελο επιείκειας τον ξυλοκόπο που τα σωριάζει στο χώμα.
 
Η συχνότητα με την οποία τα πουλιά τρώνε και χέζουν, τρώνε και χέζουν είν’ εκπληκτική· ούτε ο θάνατος δεν είναι τόσο λαίμαργος. Βέβαια, τα πουλιά τιτιβίζουνε αδιάκοπα και ορισμένα κελαηδούνε κιόλας, ενώ ο θάνατος ποτέ δεν κελαηδά, ποτέ δεν τιτιβίζει. Για να κερδίσουν τη συμπάθειά μας, για να γλιτώσουνε τα σκάγια και το δόκανο, μιμούνται τα αιθέρια όντα, ενώ ο θάνατος που έχει και τα σκάγια και το δόκανο κανέναν δεν μιμείται.

Φυλακισμένος μες στους τέσσερις τοίχους μου, φαντάζομαι τον κάμπο, το βουνό και τη θάλασσα. Κοιτώντας ένα λουλούδι στο βάζο, ένα λουλούδι ξεχασμένο και ξερό, μαντεύω την ευωδιά του ανοιξιάτικου κήπου. Τρώγοντας μιαν ελιά, πίνοντας μια γουλιά κρασί, διασχίζω νοητούς ελαιώνες, τρυγώ μυθικούς αμπελώνες. Με το σπέρμα μου να κυλάει ανάμεσα απ’ τα δάχτυλά μου ή πάνω σε στείρους μηρούς, ακούω γέλια παιδιών, ακούω κλάμα.

Κοιμισμένο στο συρτάρι της κουζίνας, το ταπεινό μαχαίρι ονειρεύεται πως γίνεται σπαθί κι αστράφτει απειλητικά μέσα στον κουρνιαχτό της μάχης.

Την άλλη μέρα, τεμαχίζοντας καρότα, μέσα στους υδρατμούς και στις κλαγγές σκευών, θαρρεί πως ξανακούει το κάλεσμα της σάλπιγγας κι ορμάει, ξαφνικά, ακάθεκτο και κόβει της νοικοκυράς το δάχτυλο.

Γράφω τα ποιήματά μου με τον ίδιο τρόπο που στρώνει το κρεβάτι του ο μελλοθάνατος λίγο πριν από την εκτέλεση· μεθοδικά και τακτικά, φροντίζοντας σχολαστικά την κάθε λεπτομέρεια, την ίδια τρέφοντας μ’ αυτόν φρούδη ελπίδα ότι, αν δείξω επιμέλεια, θα μου δοθεί, την τελευταία στιγμή, η χάρη.

Καμιά φορά, κοιτά το σπίτι του απ’ έξω, σαν να ‘τανε διαβάτης, σαν περαστικός, κι αναρωτιέται πώς να είναι, άραγε, η ζωή μέσα σ’ αυτό το σπίτι. Φαντάζεται φωνές και φωταψίες, γέλια και κλάματα, γέννες, θανάτους, γάμους κι άλλες γέννες κι άλλους θανάτους και ποτέ σιωπή όπως αυτή που τον κυκλώνει όταν είναι μες στο σπίτι, απόλυτη σιωπή, θάνατος των θανάτων, όταν είναι μες στο σπίτι και κοιτά απ’το παράθυρο κι ούτ’ έναν δε διακρίνει διαβάτη να κοιτά το σπίτι απ’ έξω και ν’ αναρωτιέται πώς να ‘ναι, άραγε, η ζωή μέσα σ’ αυτό το σπίτι, πώς νιώθει αυτός που, ακουμπισμένος στο παράθυρο καπνίζει μέσα στη σιωπή, καπνίζει απανωτά τσιγάρα σέρτικα, καπνίζει την ψυχή του.

Δεν σ΄ονομάζω Θάνατο,
Θανή σ΄αποκαλώ
αφού θα μ΄αγκαλιάσεις κάποτε,
σε προτιμώ γυναίκα.


Όταν τα δέντρα μισήσουν την αχαριστία των ανθρώπων, Αργύρης Χιόνη
(Από τη συλλογή, Σαν το τυφλό μπροστά στον καθρέφτη, 1986)
 
 
 
Αύριο, μεθαύριο, λέω, όσο θα ‘ναι καιρός,
ν’ ανεβώ να φυτέψω στο λόφο μου εκείνα τα δέντρα
να με αντιπροσωπέψουν στον τομέα της δημιουργίας. Τόσον
ήλιο πολύ που θησαύρισα και στο τέλος δεν μπόρεσα
μέσα σε λέξεις να τον κλείσω τον αιώνιο,
να φτιάξω μια διδασκαλία της ομορφιάς τουλάχιστο,
να φτιάξω ένα περιδέραιο ολόλαμπρο για τις ψυχές.
Μα αυτά τα δέντρα συμμετέχοντας στο μέγα έργο,
κινούμενα μες στο κινούμενο σύμπαν σαν συνειδήσεις,
σ’ ένα άλλο θαύμα μεταβάλλοντας τον ήλιο που μου διέφυγε,
θα μου ευκολύνουνε τη διέλευση από τους κριτές.

(Τα φαντάζομαι κιόλας, δυνατά, αιωνόβια,
φορτωμένα ως τα κούτσουρα με άνθη να σαλεύουν προς όλες
τις διευθύνσεις, προτείνοντας, με ψιθύρους αγάπης,
τους καρπούς της ειρήνης τους.)

Αύριο, μεθαύριο, λέω, όσο θα ‘ναι καιρός,
ν’ αντικατασταθώ φυτεύοντας εκείνα τα δέντρα.

(Τα δέντρα και η συνείδηση, από τη συγκεντρωτική έκδοση Οδοιπορία, Ποιήματα 1967-1970 (1972) του Νικηφόρου Βρεττάκου)
 
 
 
Οι φωτογραφίες από το δάσος της Καστοριάς. 
Οι λήψεις απο ένα αγαπημένο μου πρόσωπο που γνώρισα και αγάπησα μέσω του διαδικτύου, την Αλεξάνδρα Μουριοπούλου.
 
Καλή συνέχεια στη μέρα σας φίλοι! 

11 σχόλια:

  1. Πηγή ζωής και οξυγόνου.. Τα δέντρα είναι η ίδια η ζωή!
    Ωραίο αφιέρωμα (και επίκαιρο ενόψει καλοκαιριού) ωραίες
    και οι φωτογραφίες. Πρασίνισε η σελίδα σου σήμερα Κικάκι :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Τι όμορφα τα λες πάντα ομορφούλα.Τι να πει ο άνδρας μου με τα..223 δένδρα του!!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Αχ Κικη μου! Ομορφες εικονες αλλα οι στιχοι με ταξιδεψαν!!! Φιλια!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Αχ Κικη μου! Ομορφες εικονες αλλα οι στιχοι με ταξιδεψαν!!! Φιλια!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Μιχαήλ Άγγελος25 Μαΐου 2016 - 7:59 μ.μ.

    Αχ Κικη μου! Φιλια σκετο

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Πραγματικά η αχαριστία των ανθρώπων χτυπάει κόκκινο για τα δέντρα και τη φύση γενικά. Πολύ όμορφη ανάρτηση για ένα θέμα που τώρα το καλοκαίρι θα μας ''κάψει''!Ανάσα ζωής τα δέντρα και το ίδιο και το αφιέρωμά σου.
    Φιλιά πολλά Κικίτσα μου

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. Δίνοντας σε ένα δέντρο ζωή δίπλα μας είναι σαν να αναζωογονούμε τη δική μας. Ανάσα και ομορφιά.
    Πολύ καλή η υπόμνησή σου Κική μου και μπράβο σου.Καλό σου βράδυ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. Το δέντρο είναι πηγή οξυγόνου, ζωής και πολλές φορές ιστορίας! Το ξύλο της ζωής όπως το λέει στην Αγ. Γραφή.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  9. Υπέροχα λόγια και εικόνες. Μπράβο, Κική μου! Φιλιά πολλά.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  10. καλε τί ωραια δεντρα!! Φοβερη η Καστορια και πολύ ταιριαστο το ποιημα που εβλες!! φιλακια!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή

ΕΚΦΡΑΣΟΥ ΚΑΙ ΕΣΥ ΜΑΖΙ ΜΟΥ! :)