Πέμπτη, 31 Αυγούστου 2017

AΠΟ ΤΗΝ ΑΛΛΗ ΠΛΕΥΡΑ ΤΗΣ ΓΕΦΥΡΑΣ ΕΧΕΙ ΠΙΟ ΩΡΑΙΑ ΘΕΑ.


Εκφραστικοί, καλημέρα.
Ελπίζω να σας βρίσκω καλά.

Ο τίτλος, με τη θεματολογία της ανάρτησης, μπορεί να σας φανεί άσχετος, μπορεί πάλι και όχι.
Θα δείξει....

Έχετε βρεθεί στη Χαλκίδα; Υποθέτω οι περισσότεροι ναι αλλά και να μην έχετε έρθει, ακόμη, θα γνωρίζετε την ιστορία των τρελών νερών και την γέφυρα που ανοιγοκλείνει για να περάσουν τα καράβια. Αποτελεί αξιοθέατο για τους τουρίστες, η αλήθεια είναι.

Τόσα χρόνια στη Χαλκίδα λοιπόν δεν είχε τύχει ποτέ να δω τη γέφυρα από την αντίπερα όχθη, από την πλευρά του Καράμπαμπα δηλαδή, πάντα βρισκόμουν από της παραλίας τη πλευρά. 

Πριν λίγες μέρες λοιπόν, συντροφιά με τη συλλεκτική Μαρία που ξαναβρέθηκε στα μέρη μας, είδα την γέφυρα από την άλλη της πλευρά και ναι, ήταν πολύ πιο ωραία.






Για αρχή, διαπίστωσα πως κάτω κάτω στη γέφυρα και ενώ εκείνη, επάνω, είναι ανοιχτή, υπάρχει ένα άτομο, προφανώς για να ρυθμίζει ή να ελέγχει κάτι στη κυκλοφορία. Οκ, είχα δει τους λιμενικούς επάνω, αλλά κάτω στην βάση της γέφυρας, στο πλάι, ποτέ. Για την ακρίβεια, δε θυμάμαι να είχα κοιτάξει ποτέ εκεί κάτω στα θεμέλια τι μπορεί να υπάρχει.

Εντυπωσιάστηκα! Εντυπωσιάστηκα τόσο πολύ που σε πρόσφατη συζήτηση φίλων μου σε καφέ, ανακοίνωσα γεμάτη χαρά την νέα μου ανακάλυψη. Κι εκεί άκουσα το γνωστό, "Μα καλά τώρα; Δεν το ξέρεις; Πάντα είχε άτομο εκει κάτω." Και ρωτάω εγώ "Και από την άλλη πλευρά;" Γιατί μόνο την αντίπερα μπορούσα να δω. "Ναι, Κική και από την άλλη πλευρά." Ωραία δουλειά, απάντησα και ακούω το εξής. "Τον ένα που δουλεύει εκεί, τον ξέρεις ήδη, είναι ο τάδε, δε θυμάσαι; Στον είχα γνωρίσει ειναι φίλος μου και έχουμε πιει πολλές φορές καφέ μαζί." Και απαντώ, "Α, δεν είναι μουσικός; "Όχι, Κική, καμία σχέση με τη μουσική"

Αυτό το πράγμα πρέπει να το κοιτάξω, δεν φτάνει που είμαι αφηρημένη, που ξεχνάω εύκολα, που πλάθω χαρακτήρες και εξιδανικεύω ανθρώπους και καταστάσεις, έχω τώρα κι αυτό. Τους πλάθω και άλλη ζωή.




«Η ποίηση είναι σαν την γέφυρα, που μπορεί να δημιουργεί επικοινωνία ανάμεσα σε δύο ανθρώπους. Στο ποίημα απαιτεί η κάθε λέξη να μπει στη σωστή της θέση για να μην καταρρεύσει το ποίημα, όπως και στη γέφυρα πρέπει η κάθε πέτρα να μπει στη σωστή θέση για τον ίδιο λόγο. Κάποτε στην Ιταλία μου είπε κάποιος «είστε Ποντίφικας» και ψάχνοντας τι σημαίνει αυτή η λέξη στην πρώτη της σημασία διαπίστωσα ότι σημαίνει γεφυροποιός».

~~ Από μία συνέντευξη που είχα διαβάσει στο παρελθόν του  Έλληνα ποιητή, πεζογράφου και μεταφραστή, Τίτου  Πατρίκιου 





Μου αρέσουν οι γέφυρες, τα γεφύρια μάλλον.  
Στο χωριό μου και στα γύρω χωριά που μεγάλωσα, έχει αρκετά μικρά και γραφικά γεφύρια, μερικά μάλιστα διαθέτουν και παραγεφύρια δίπλα τους, σαν μικρά γεφυράκια που πλαισιώνουν τα μεγάλα, δηλαδή.
Έχω μάλιστα οραματιστεί να γράψω κι ένα βιβλίο στο μέλλον βασισμένο σε ένα γεφύρι. Με εμπνέουν οι ιστορίες τους, έχω ακούσει πολλές ιστορίες για τα γεφύρια, πέραν των γνωστών που υπάρχουν, έχω ακούσει πολλές ιστορίες για τα δικά μας μικρά γεφύρια, στη Βόρεια Εύβοια. Μία ιστορία μάλιστα, την άκουσα ενώ περνούσαμε με  αυτοκίνητο επάνω του και το συντροφεύει δυστυχώς, μία τραγική ιστορία. Ένα αυτοκίνητο με πέντε άτομα παρέα, πριν χρόνια, είχε χάσει τον έλεγχο και είχε πέσει κάτω απο τη γέφυρα με αποτέλεσμα να σκοτωθούν όλοι οι επιβαίνοντες.

Ναι, ναι ξέρω, τι σας λέω τώρα... 
Την αλήθεια βασικά αφού έτσι είναι η ζωή

Και κάθε γεφύρι κρύβει και ενίοτε, φανερώνει και κάτι.
Το δικό μου γεφύρι όμως, δεν θα έχει τέτοια ιστορία, θα είναι γραφικό κατά μία άλλη, περιέργως ανθρώπινη έννοια.

Θα μου επιτρέψετε:




Καλή αρχή στο νέο σου ξεκίνημα Μαράκι, να  βρίσκεις χρόνο να συλλέγεις στιγμές, να περνάς όμορφα και με το καλό όταν περάσουν οι μήνες να επιστρέψεις κοντά μας!

Κάθε επιτυχία σου εύχομαι ολόψυχα! :)



Να περνάτε όμορφα, εκφραστικοί μου.




Μην καις γέφυρες. Θα εκπλαγείς πόσες φορές θα χρειαστεί να ξαναπεράσεις από το ίδιο ποτάμι.



 
 

Τετάρτη, 30 Αυγούστου 2017

ΛΑΒΕ ΤΟ ΛΥΧΝΑΡΙ ΠΟΥ ΕΧΕΙΣ ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΚΑΙ ΔΥΝΑΜΩΣΕ ΤΗ ΧΑΜΗΛΗ ΤΟΥ ΦΛΟΓΑ







Να το πάλι το Εγώ!

Ίσως αν δεν υπήρχε αυτό το καταραμένο «Ε», να μη μου είχες φύγει!
Ίσως τότε η φυγή να ήταν ένα όνειρο που με το πρώτο φως τυλίχθηκε στο πέπλο μιας άλλης ομιχλώδους μέρας.

Ίσως αν είχα μάθει το Εμείς να το γράφω με μικρό το αρχικό του γράμμα και να μην το προφέρω κραυγαλέα, να ήσουνα εδώ και να μου κράταγες το χέρι σφιχτά, σαν την πρώτη φορά που μου είπες έλα στον κόσμο, στη ζωή μου.

Μα, αν τα είχα κάνει όλα αυτά θα ήσουνα άραγε ’κει πάνω για να με φωτίζεις τώρα; Θα ήσουνα ’κει πάνω να με λούζεις με μια διάφανη, χρυσή οπτασία που δεν μπορώ να περιγράψω μα νοιώθω τόσο ευγνώμων που αγγίζει και αγγαλιάζει το σώμα μου;

Ίσως να ήσουνα εδώ να μου χάιδευες την πλάτη μα τώρα ξέρω πως κανένα ανθρώπινο σημείο του σώματος δεν μας ανήκει και μάλιστα για πάντα.

Ίσως τα αγνά και άδολα συναισθήματα να πρέπει να εξιλεώνονται στον ουρανό πριν τα μολύνει και τα μετατρέψει σε κάτι αδιάφορο και κακό η κοινωνία και η ματαιοδοξία των ανθρώπων.

Ίσως αν έμενες εδώ να διαρκούσες λίγο. Όσο θα ζούσα, όσο θα ζούσες! Κι αν αυτό είναι πολύ για κάποιους ξέρω πως η Αγάπη οφείλει να ζει και να τιθασεύει ανά αιώνες! Με τη βοήθειά μας! Την διάδοσή της σε έναν πιο φιλεύσπλαχνο, ειρηνικό και ανθρώπινο κόσμο!

Το μόνο που με παρηγορεί ειναι που ξέρω πως εκεί που πας δε θα ξεφτίσεις! Αυτό είναι το φάρμακο στον πόνο της ψυχής μου! Εκεί ψηλά που πήγες, που πας, ξέρω πως θα μείνεις για πάντα! Το νιώθω κάπου αριστερά στο στήθος μου, που σπαρταρά σα να παίρνει για πρώτη φορά ανάσα!












Ξέρεις τι σκέφτομαι;
Προσπαθώ να θυμηθώ αν εσύ  «έχτισες» την εικόνα σου ή αν εγώ στη δημιούργησα.

Και δε θυμάμαι.
Περίεργο δεν είναι;
Δε θυμάμαι.

Και ο θολός σου αντικατοπτρισμός αυτήν την στιγμή δε με βοηθάει ούτε να θυμηθώ μα ούτε και να κατανοήσω.

Προσπαθώ.
Μα δε θυμάμαι.
Όσο κι αν προσπαθώ, δε θυμάμαι.
Κι αυτό δε με πονά, με εξαγριώνει.

Και μισώ τον εαυτό μου, όταν θυμώνει τόσο.
Μα πιο πολύ μισώ εσένα, που  ανέπτυξες το θυμικό κομμάτι του εαυτού μου.
Και αυτό δεν μπορώ να στο συγχωρήσω. Όλα τα άλλα μπορώ, αλλά αυτό όχι.
Όχι! Με τίποτα! Ποτέ!

Μια εικόνα, μόνο μια εικόνα!
Μια εικόνα χαμένη από το παρελθόν!
Αυτό είσαι! Αυτό έμεινε!
Αυτό μου άφησες, μα πάνω απ’ όλα αυτό επέλεξα να κρατήσω μέσα μου για να έχω τη δυνατότητα να το «σκοτώνω» Χίλιες Φορές Εγώ… και να μ’ Αρέσει!
Να μ’ αρέσει πολύ και να παίρνω δύναμη και ικανοποίηση από σένα!

Το ξέρεις ε;
Κι όμως, θέλω με κάθε ευκαιρία να στο υπενθυμίζω.

Μου αρέσουν όλα αυτά που τονίζουν και κραυγάζουν τα κεφαλαία γράμματα.
Είναι όσα ξέρεις, όσα παραβλέπεις, όσα θα σου θυμίζω και όσα με κάνουν να καμαρώνω Εγώ!
Να καμαρώνω κι ας με πονάνε. Όσο κι αν με πονάνε εγώ θα τα «ταΐζω» μέσα μου και θα φροντίσω με τον καιρό να τα κάνω πράξη και δημιουργία.


#αυτός_είναι_ο_δικός_μου_φεγγίτης










Κι εγώ αισθάνομαι!
Καταπλακωμένη από χιλιάδες μίτους Αριάδνης μπορώ ακόμη να αισθάνομαι.

Ψάχνω, ψάχνω το λαβύρινθο τον ψάχνω, θα είναι ψέμα αν δε το παραδεχτώ, όμως ξέρω!

Ξέρω πως για κάθε είσοδο υπάρχει και μία έξοδος. Η ίδια είσοδος μπορεί να είναι και έξοδος!

Χάθηκα κάπου στους ανόητους διαδρόμους του απέραντου λαβυρίνθου που δε θυμάμαι αν εγώ ή κάποιοι άλλοι με τοποθέτησαν, μα ομολογώ πως θα βρω την άκρη!

Μπορώ να βρω την άκρη ακόμη κι αν το φανάρι που κρατώ στο χέρι μου σβήσει! Ακόμη κι αν ο μικροσκοπικός μου φακός χαλάσει. Ακόμη κι αν οι δαυλοί που φέγγουν σε ορισμένα, επικίνδυνα σημεία πάψουν να τρεμοπαίζουν. Ακόμη κι αν απογοητευτώ και σκεφτώ να τα παρατήσω μπορώ και πάλι να βρω τον δρόμο! Την έξοδο! Την είσοδο! Τη σωστή επιλογή μου!

Μπορώ! Ακόμη κι αν μόνη μείνω σε ένα φαράγγι βαθύ, μπορώ να σκάψω με τα νύχια μου ένα νέο, ολόδικό μου πέρασμα.

Το μόνο που χρειάζεται είναι η υπομονή και η επιμονή μου! Ακόμη κι αν δεν έχω τίποτα από αυτά η θέλησή μου είναι τόσο γενναία και δυνατή που κράνος - ασπίδα φορά, απέναντι στις εκάστοτε, αδιανόητες συνθήκες!

Όσο σκοτάδι κι αν πέσει στη γη, όσο μαύρος κι άραχνος γίνει ο προσωπικός μου λαβύρινθος, όσους ταύρους – εμπόδια προσθέσει κάποιος στα χαλινάρια της ζωής μου, όσο μόνη κι αβοήθητη μ’ αφήσει, όση πίσσα κι αν ρίξει στο μαύρο πέπλο της αέναης ζωής μου, μπορώ να σου πω με σιγουριά πως Εγώ θα τα καταφέρω!

Κι αφού μπορώ εγώ να είσαι σίγουρος/σίγουρη πως μπορείς κι Εσύ, κι Εσύ, κι Εσύ!

Στη μαύρη πίσσα που σίγουρα καποια στιγμή θα βυθιστείς ή θα σε βυθίσουν οι άλλοι, δυο πράγματα χρειάζεσαι!

Αυτοσυγκέντρωση και αυτοβοήθεια! Μην περιμένεις να σε βοηθήσουν οι άλλοι αν δεν τολμήσεις να βοηθήσεις ο ίδιος τον εαυτό σου!

Μην περιμένεις να ’ρθει η στιγμή που κάποιος θα πατήσει το κουμπί του «γενικού» για να έρθει και πάλι το φως στη ζωή σου! Λάβε το λυχνάρι που έχεις στην καρδιά και δυνάμωσε τη χαμηλή του φλόγα!


#αυτή_είναι_η_δική_μου_ελευθερία

 https://www.youtube.com/watch?v=ukgvTE3A0Ic

Δευτέρα, 28 Αυγούστου 2017

ΌΣΑ ΔΕΝ ΤΟΛΜΗΣΑ ΠΟΤΕ ΝΑ ΠΩ - ΚΙΚΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ





Όσα δεν τόλμησα ποτέ να πω
είναι στεναγμοί ανείπωτοι, που χάθηκαν κάπου, προς την έξοδο διαφυγή τους.
Είναι λόγια που έγιναν κόμπος, θηλιά σε έναν λαιμό
που έπρεπε πάση θυσία να αναπνεύσει

Δάκρυα κυλούσαν μα ήξερα,
πως είναι λόγια, συναισθήματα χιλιοειπωμένα
μόνο στον εσωτερικό μου κόσμο όμως.
Κι όλα αυτά τα λόγια, οι τρανταχτοί μου ψίθυροι
ήταν μόνο για μένα, μόνο.

Ήξερα πως δεν ήθελαν να γίνουν ομιλία
μα ούτε γραφή παράφορη, συμβολισμός Αγγέλων
ήθελαν όμως να γίνουν δάκρυ ή ένας σιωπηλός οδυρμός
για να πνίξουν της ζωής τη στάχτη, που σε ένα τασάκι,
είχε ξεχάσει ένας κύριος με μαύρα ρούχα.

Όσα δεν τόλμησα ποτέ να πω
έγιναν για ακόμη μία φορά, στάχτη
σε ένα τασάκι που αποτσίγαρα, πολλών, βρομούσε.

Κι ήταν κι ένας άλλος κύριος, αυτή τη φορά
θυμάμαι φορούσε γκρι ρούχα.
Μου έκανε εντύπωση ο τρόπος που ρουφούσε το τσιγάρο σου,
σαν να κρεμόταν όλη του η ζωή από αυτό, σαν ο καπνός να ήταν η μόνη, σωτήρια λύση.

Κι όταν έφτανε στο τέλος,
στο τέλος του,
θυμάμαι πως ταλαιπωρούσε επικίνδυνα, τη γόπα.
Και μάλιστα μια φορά, μου έκανε τρομερή εντύπωση ο τρόπος που άδειασε όλη τη στάχτη σε μία μπλέ, πλαστική σακούλα.
Έμοιαζε να την αδειάζει και να γεμίζει ο ίδιος, ξανά και ξανά!

Είχε και έναν μεγεθυντικό φακό,
ακόμη τον θυμάμαι..
Να μεγεθύνει ένα πρόβλημα ή να το εξαλείφει πλήρως;
Έχει άραγε – κι αυτή τη φορά – την όποια, παραμικρή σημασία;

Όσα δεν τόλμησα ποτέ να πω
είναι το δυνατό μου, Όχι
σε όσα με εβάρυναν
και έγιναν της ψυχής μου μαύρο, αδιάφανο ρούχο.

Μα θα φύγουν πριν να ’ναι αργά
γιατί το λευκό μου σακάκι από το καθαριστήριο το θέλω πάλι πίσω.

Έχω ήδη καλέσει τους «ειδικούς»
Όπου να ’ναι θα χτυπήσει το κουδούνι.

Θα φορέσω το λευκό
Θα πετάξω πια το μαύρο
που έχει πλέον ειπωθεί με έναν τρισδιάστατο, ακατανόητο τρόπο
και πλέον, ναι, έχει οριστικά ξεδιαλύνει.

Όσα δεν τόλμησα ποτέ να πω
είναι όσα τοποθέτησα στις φτερούγες ενός χελιδονιού
να το πάει χιλιάδες μίλια μακριά από μένα.

Κι έτσι να ανασάνω ξανά
Να ζω συντροφιά με κάθε νέα ελπίδα.

Χελιδόνι μου,
χελιδόνι μου, - εσύ

Έλα…



_______


Καλημέρα και καλή εβδομάδα.

Να περνάτε όμορφα, εκφραστικοί μου.

ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΘΕΡΟΥΣ



Την Κυριακή 3 Σεπτεμβρίου 2017 και ώρα 8:00 μ.μ. στο Θέατρο Ελαιών του Θανάση Αγγέλου (περιοχή Καθενών, 10 περίπου χμ. από τη διασταύρωση της επαρχιακής οδού Νέας Αρτάκης-Στενής) θα πραγματοποιηθεί η – με τίτλο Θέρους… απόθερα – 3η Πανευβοϊκή Ποιητική Συνάντηση, κατά την οποία σε μορφή θεατρικού αναλογίου θα παρουσιαστούν αποσπάσματα από το σύγγραμμα Ο ελληνικός στίχος και η εξέλιξή του από τον 10ο αιώνα μέχρι σήμερα της Παναγιώτας Χριστοπούλου-Ζαλώνη, μεταξύ αυτών θα αναγνωστούν ποιητικά κείμενα Ευβοέων δημιουργών (που είτε παρήχθησαν κατά την πρόσφατη θερινή περίοδο είτε ταξιδεύουν στα μελλούμενα είτε προέρχονται από παλαιότερες γόνιμές τους στιγμές) και συνάμα θα υπάρξει παρεμβολή χατζιδακικών μουσικών χρώσεων από την πιανίστα Βάνα Παπαϊωάννου.



Οι επιθυμούντες να λάβουν μέρος με ποίημά τους, παρακαλούνται όπως – με ηλεκτρονικό μήνυμα ή τηλεφωνικώς – το δηλώσουν έως την Τετάρτη 30 Αυγούστου 2017 σε ένα εκ των μελών της τριμελούς επιτροπής διαχείρισης της εκδήλωσης (Αγγέλου Αθανάσιο, Λάμπρου Μαρία και Μπαϊρακτάρη Κωνσταντίνο).

Παρασκευή, 25 Αυγούστου 2017

Ο ΧΙΤΛΕΡ ΖΩΓΡΑΦΙΖΕ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ


Προς τα τέλη του Αυγούστου...
Εκλιπών!


 
Οι άνθρωποι θέλουν να μάθουν να κολυμπούν και ταυτόχρονα να κρατούν τα πόδια τους στη στεριά.

Marcel Proust, 1871-1922, Γάλλος συγγραφέας
 
 
 
Θεριά οι ανθρώποι, δεν μπορούν το φως να το σηκώσουν...
Χίλιες φορές να γεννηθείς, τόσες θα σε σταυρώσουν.

Κώστας Βάρναλης, 1883-1974, Έλληνας ποιητής

(από το «Οι Πόνοι της Παναγίας»)
 
 
  
Οι άνθρωποι, ψάχνοντας την ευτυχία και την ολοκλήρωση, παίρνουν διαφορετικούς δρόμους. Επειδή δεν ακολουθούν το δρόμο που ακολουθείς εσύ, δεν σημαίνει ότι έχουν χαθεί.

H. Jackson Brown, Jr., 1940-, Αμερικανός συγγραφέας αυτοβοήθειας
 
 
 
 Ο Χίτλερ ζωγράφιζε λουλούδια.

Harlan Ellison, 1934-, Αμερικανός συγγραφέας επιστ. φαντασίας

(τίτλος διηγήματος)
 
 
  
Όλα είναι στα χέρια του ανθρώπου. Γι’ αυτό, να τα πλένετε συχνά.

Stanislaw Jerzy Lec, 1906-1966, Πολωνός γνωμικογράφος
 
 
  
Κι αγαπώ τα φθαρμένα βιβλία γιατί μαρτυρούν, κατάθεση αναγνώστη!
#λάφυρα #φεγγίτες
Alexandra Mouriopoulou



Στη Λευκάδα, από την Αγαπημένη μου, Αλεξάνδρα Μουριοπούλου. 

Γιατί σημασία δεν έχει πόσους έχεις ή πόσους θα αποκτήσεις, σημασία έχει ποιούς έχεις! Κι εγώ, έχω πάντα τους καλύτερους! Τους δοτικούς, τους τόσο σημαντικά, πολύτιμους ανθρώπους!
 
Ευχαριστώ τόσο πολύ!
 
 
Καλημέρα, εκφραστικοί μου! 

Πέμπτη, 24 Αυγούστου 2017

ΤΗ ΔΑΝΕΙΣΑ ΠΡΙΝ ΜΕΡΕΣ ΣΕ ΚΑΤΙ ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ ΑΗΔΟΝΙΑ


Αφού μπορώ;
Κι αφού βρίσκονται, επιτέλους, εκτός κλουβί;






Αχ, Στεναγμέ μου!
Αν ήσουν έκφραση, θα ήσουν η έκφραση ενός τυφλού ανθρώπου, που μπορούσε να δει με την ψυχή του όσα δε θα μπορέσουμε ποτέ να δούμε εμείς και να κατανοήσουμε πλήρως.

Αχ, Στεναγμέ μου!
Αν ήσουν τροφή, θα ήσουν μια ουσία ενός θαυματουργού φυτού, που φυτρώνει μέσα σε γκρεμούς, μα ακόμη ο άνθρωπος δεν εχει καταφέρει να ανακαλύψει και δε θα το ανακαλύψει ποτέ, επειδή εσύ δεν το έχεις ακόμη βαθιά επιθυμήσει.
Θα ήσουν μια τροφή – φάρμακο, που θα συνοδευόταν μόνο από καθάριο οξυγόνο…


Αχ, Στεναγμέ μου!
Αν ήσουν κόσμημα, θα ήσουν ένα περιδέραιο ανυπολόγιστης αξίας, που κάποιος το τοποθέτησε στο υπόγειο ενός μισογκρεμισμένου σπιτιού και με τα χρόνια θάφτηκε κάτω από γερασμένα μπάζα.
Και δε σε βρήκανε ποτέ. Δε θα σε βρούνε. Υπάρχει ο χάρτης που δείχνει που σε κρύψανε, μα πριν ένα μήνα τον έσκισα και τον κατάπια σαν ύαινα όλο. Κι ήταν απόρροια του στεναγμού. Του βαθύ αυτού στεναγμού, που κάνει το ρουμπίνι του περιδέραιου να μεταλλάσσεται και να παίρνει το χρώμα βυσσινί. Πιο έντονο και πιο έντονο, που αν το κοιτάς νομίζεις πως θα φυτρώσουν στο στόμα σου τα δόντια ενός βρικόλακα. Και χαίρεσαι! Χαίρεσαι πολύ, γιατί έτσι θα έχεις την ευκαιρία να πιεις το αίμα αυτών που άδειασαν και σκόρπισαν σε άγρια ζώα πρώτα το δικό σου.
Αχ, Στεναγμέ μου!
Αν ήσουν επάγγελμα, θα ήσουνα σίγουρα αυτό του θηριοδαμαστή! Θα ήθελες, δήθεν, να δαμάσεις άγρια ζώα, μα με το μαστίγιο το ίδιο θα τιμωρούσες δεκάδες φορές την ημέρα τον εαυτό σου! Κι ας ήξερες πως το μαστίγιο στο είχαν ενώσει με τα δάχτυλά σου άλλοι! Άλλοι! Ανταριασμένα πρόσωπα άλλων, που διέσχισαν εποχές για να χιλιοματώσουν τη λευκή ψυχή μου, που τη δάνεισα πριν μέρες σε κάτι περαστικά αηδόνια για να τη φέρουν λίγο να σε δει και να σε σφιχταγκαλιάσει!

..........




Αχ, Στεναγμέ μου!
Αν ήσουν συναίσθημα…

Όχι, όχι, λάθος!
Είσαι συναίσθημα, είσαι! Σε αισθάνομαι! Κι είσαι βαρύ γαμώτο! Είσαι βαρύ! Ασήκωτο είσαι! Ασήκωτο! 





Έκλεισα σφιχτά στις χούφτες μου ένα λευκό σπίτι με μια πόρτα θαλασσιά, τόπος κατοικίας μόνο για τους δυο μας και όταν στο προσέφερα προσεκτικά, άνοιξες διάπλατα τη χούφτα σου και εκείνο δίχως να καλοσκεφτεί, «πήρε» τη μορφή λευκού περιστεριού και πέταξε ψηλά!

Σε έναν απέραντο ουρανό το είδαμε να ξεμακραίνει….

Προσπάθησα να το φέρω πίσω μα ήταν τόσο περήφανο και ευτυχές στον ουρανό που σκέφτηκα ότι εκεί ανήκει.

Εξάλλου εξαγνισμός δεν είναι ο Έρωτας;
Ευφορία και πίστη δεν είναι η Αγάπη;

Ας μείνει για πάντα εκεί ψηλά, σαν Ύψιστος που βρήκε τον δρόμο του επάνω σε ένα και μοναδικό αστέρι.

Ένα αστέρι, λυχνάρι και οδηγός για όσους έχασαν το δρόμο τους παρακινούμενοι από ψεύτικους και άκαρπους χάρτες.

Ώρες ώρες θα ’θελα να «κλέψω» ένα διθέσιο αεροπλάνο και να ’ρθω να σε βρω και να σε φέρω πίσω, όμως η καρδιά μου σφίγγετε όταν ξέρει πως στην ουσία το μόνο που θέλω είναι να σε αιχμαλωτίσω.

Θέλω να σε κάνω το προσωπικό μου περιστέρι, τον αποκλειστικό μου «ταχυδρόμο», εκείνον που θα γράφω ραβασάκια και δένοντάς τα με λεπτή, κόκκινη κλωστή στο λεπτοκαμωμένο, μικροσκοπικό σου πόδι θα τα αφήσω να ταξιδέψουν και  «ραντιστούν» από τις στάλες του Αιγαίου, του Ουρανού και ενός βαθιού πελάγους που ο άνθρωπος δεν εχει ακόμη ανακαλύψει!

Τι εγωιστικό Θεέ μου! Να θέλω να κάνω «ταχυδρόμο» την Αγάπη όταν ακόμη δεν έμαθα να «γράφω»! Να τη βάζω να ταξιδεύει σε πολιτείες μακρινές, αψηφώντας όλους τους κινδύνους μεταφέροντας τα γράμματά μου, όταν μόλις εχθές έμαθα να κρατώ την πένα.

Γιατί ναι, για να μάθεις να γράφεις πρέπει πρώτα να μάθεις να μιλάς και εγώ είχα την απαίτηση να προλαβαίνεις ότι θέλω να σου πω πριν καν αρθρώσω λέξη.

Αλλά έτσι είμαστε οι άνθρωποι. Άρπαγες όλων, όπως πάντα!

Είμαστε ένας βαθύς λάκκος από άμμο που το μόνο που θέλει δίπλα του είναι μια γούρνα με νερό, αδιαφορώντας αν η γούρνα αυτό πού αποζητάει είναι ένα φυλλοβόλο και ένα αειθαλές δέντρο.

Αχ! Αχ και να μπορούσα να σε φέρω πίσω!
Αχ και να ήμουνα σαν όλη τη συνήθη μάζα!
Να είχα απαιτήσεις από ’σένα μα υποχρέωση καμία!
Ίσως μόνο όσες είχα τολμήσει να δημιουργήσω και να διεκπεραιώσω εγώ!

Να το πάλι το Εγώ!

Ίσως αν δεν υπήρχε αυτό το καταραμένο «Ε», να μη μου είχες φύγει!
Ίσως τότε η φυγή να ήταν ένα όνειρο που με το πρώτο φως τυλίχθηκε στο πέπλο μιας άλλης ομιχλώδους μέρας.

Ίσως αν είχα μάθει το Εμείς να το γράφω με μικρό το αρχικό του γράμμα και να μην το προφέρω κραυγαλέα, να ήσουνα εδώ και να μου κράταγες το χέρι σφιχτά, σαν την πρώτη φορά που μου είπες έλα στον κόσμο, στη ζωή μου.


Κάτι λίγο, από έναν "Στεναγμό" και μια "Φυγή"
που σε λύτρωση, πάντα, οδηγούν.

Να περνάτε όμορφα, εκφραστικοί. 
 

Τετάρτη, 23 Αυγούστου 2017

ΤΟ ΞΥΛΙΝΟ ΑΝΘΡΩΠΑΚΙ


Ένας ξύλινος κλόουν
Μια ξύλινη μαριονέτα
Το ξύλινο (σκέτο)



 Ξυλοποιώ και Ξυλοποιούμαι

Το Ξύλινο Ανθρωπάκι



 


Στίχοι:  
Γιώργος Μανιώτης
Μουσική:  
Στέρεο Νόβα



1.Σταμάτης Κραουνάκης



Είμαι ένα ξύλινο πλακέ ανθρωπάκι
έχω μια ξύλινη πλακέ γυναίκα
και δυο παιδάκια ζωηρά
που ξυλοποιούνται καθημερινά

τιρόμ τιρί τιρά

Ακόμη έχω ένα ξύλινο καρώ σακάκι
ένα ξύλινο ριγέ παντελόνι
ένα ξύλινο λευκό πουκάμισο
μία ξύλινη γραβάτα
ξύλινα παπουτσάκια
και πολλά πολλά μακρουλά ξύλινα ματάκια

τιρόμ τιρί τιρά

Δουλεύω ξυλοποιούμαι απολαμβάνω

τιρόμ τιρί τιρά
τιρόμ τιρί τιρά
τιρόμ τιρί τιρά
τιρόμ τιρί τιρά
τιρόμ τιρί τιρά

Δουλεύω ξυλοποιούμαι απολαμβάνω
δουλεύω ξυλοποιούμαι απολαμβάνω
δουλεύω ξυλοποιούμαι απολαμβάνω
δουλεύω ξυλοποιούμαι απολαμβάνω
δουλεύω ξυλοποιούμαι απολαμβάνω

τιρά τιρί τιρόμ
τιρά τιρί τιρόμ

Διακοπές στο βουνό, διακοπές στη θάλασσα
διακοπές στο βουνό, διακοπές στη θάλασσα
διακοπές στο βουνό, διακοπές στη θάλασσα

Αχ, υγράνθηκα και πάλι!

Δουλειά σπίτι δουλειά
τιρόμ τιρί τιρά δουλεύω ξυλοποιούμαι απολαμβάνω
δουλειά σπίτι δουλειά
τιρόμ τιρί τιρά δουλεύω ξυλοποιούμαι απολαμβάνω
δουλειά σπίτι δουλειά
τιρόμ τιρί τιρά δουλεύω ξυλοποιούμαι απολαμβάνω
δουλεύω δουλεύω δουλεύω
δουλειά σπίτι δουλειά δουλεύω ξυλοποιούμαι απολαμβάνω
δουλειά σπίτι δουλειά
δουλειά σπίτι δουλειά δουλεύω ξυλοποιούμαι απολαμβάνω
δουλειά σπίτι δουλειά
δουλειά σπίτι δουλειά δουλεύω ξυλοποιούμαι απολαμβάνω
και γκολ γκοοοολ!
γκολ γκολ γκολ γκολ γκολ γκολ
αχ αχ συγκινήθηκα και πάλι

Δουλειά σπίτι δουλειά
ξυλοποιούμαι και ξυλοποιώ
δουλειά σπίτι δουλειά
ξυλοποιούμαι και ξυλοποιώ
δουλειά σπίτι δουλειά
ξυλοποιούμαι και ξυλοποιώ
δουλειά σπίτι δουλειά
ξυλοποιούμαι και ξυλοποιώ
δουλειά σπίτι δουλειά
δουλειά σπίτι δουλειά
δουλειά σπίτι δουλειά
δουλειά σπίτι δουλειά
και αγοράζω αγοράζω αγοράζω αγοράζω
αχ ξεχάστηκα και πάλι

τιρόμ τιρί τιρά
τιρόμ τιρί τιρά
τιρόμ τιρί τιρά

δουλειά σπίτι δουλειά
διακοπές γήπεδο αγορές
δουλειά σπίτι δουλειά
διακοπές γήπεδο αγορές
δουλεύω ξυλοποιούμαι απολαμβάνω
δουλειά σπίτι δουλειά δουλεύω
διακοπές γήπεδο αγορές
δουλειά σπίτι δουλειά ξυλοποιούμαι
διακοπές γήπεδο αγορές απολαμβάνω!
δουλειά σπίτι δουλειά
διακοπές γήπεδο αγορές
δουλειά σπίτι δουλειά
δουλειά σπίτι δουλειά
δουλειά σπίτι δουλειά
δουλειά σπίτι δουλειά

Διακοπές στο βουνό, διακοπές στη θάλασσα
διακοπές στο βουνό, διακοπές στη θάλασσα
διακοπές στο βουνό, διακοπές στη θάλασσα
διακοπές στο βουνό, διακοπές στη θάλασσα είμαι ένα ξύλινο πλακέ ανθρωπάκι
αγοράζω αγοράζω αγοράζω έχω μια ξύλινη πλακέ γυναίκα
αγοράζω αγοράζω αγοράζω αγοράζω και δυο παιδάκια ζωηρά
που ξυλοποιούνται

Δουλειά σπίτι δουλειά
δουλειά σπίτι δουλειά
δουλειά σπίτι δουλειά διακοπές γήπεδο αγορές
δουλειά σπίτι δουλειά
δουλειά σπίτι δουλειά διακοπές γήπεδο αγορές
δουλειά σπίτι δουλειά
διακοπές στο βουνό, διακοπές...

και θάνατος
και θάνατος αγοράζω

γκολ! γκολ γκολ!

αχ! η καρδιά μου
πεθαίνω
συγχωρέστε με
για να με αγαπούν
για να με λογαριάζουν
για να επιζήσω
ξυλοποιήθηκα και ξυλοποιούσα

τιρόμ τιρί τιρά

Το όνειρό του ήταν να γίνει σιδερένιος

 _____

Κάτι μου φαίνεται λάθος εδώ.
Μα σιδερένιος;
Γιατί σιδερένιος; Άτρωτος;

Ένιωσα, έτσι, μια στεναχώρια...

Αφού γεννήθηκε ξύλινος, τι να κάνουμε τώρα, γιατί να μην μπορεί να αγαπήσει τον εαυτό του όπως είναι; Γιατί να μην αναζητήσει ή έστω να δημιουργήσει πλεονεκτήματα του ξύλου έναντι σε κάθε μορφής "σιδερικό" που μπορεί να προκύψει;

Δεν ξέρω αλλά με ενόχλησε αυτό το όνειρο.
Περίεργο, δε θυμάμαι να έχω νιώσω άλλοτε, δυσαρέσκεια τέτοια.

Θα μπορούσα κάλλιστα, κάποτε, να το θαυμάσω τούτο το όνειρο, έστω να το κατανοήσω, πλέον όχι όμως, δεν μπορώ. 

Εξαλουθώ να πιστεύω πως είναι ευλογημένος που κατέχει θέση από ξύλο. Βάση, συμβολισμός, επεξεργασία. 
Ξυλοποιώ και ξυλοποιούμαι και μυρίζει γη.

Ο Πινόκιο.
Ο Πινόκιο δεν θα ήταν διαχρονικός αν δεν ήταν από ξύλο.

Θα το διορθώσω κάποτε αυτό:


Το όνειρό του, θα είναι, να θέλει να παραμείνει από ξύλο....

  
___________________________
 


Μια φορά κι έναν καιρό ήταν … - Ένας βασιλιάς, θα μου πουν οι μικροί μου αναγνώστες. – Όχι, παιδιά, κάνατε λάθος. Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα κομμάτι ξύλο. Δεν ήταν κανένα ξύλο πολυτελείας. Ένα απλό κούτσουρο ήτανε, από εκείνα που βάζουμε το χειμώνα στις σόμπες και στα τζάκια για να ανάψουμε τη φωτιά και να ζεστάνουμε τα δωμάτια.  

(Κάρλο Κολόντι, 1987: 7)

 
Μια φορά κι έναν καιρό λοιπόν ήταν ένα απλό κούτσουρο που έκρυβε ένα παράξενο θαυμαστό ξύλινο παιδάκι. Ένα απλό κούτσουρο ήταν ο Πινόκιο στην αρχή, προορισμένο να γίνει ένα πόδι για το τραπεζάκι του μαστρο-Κεράση. Αυτό το κούτσουρο παίρνει ο μαστρο-Τζεπέτο για να φτιάξει μια «μαριονέτα θαυμαστή, που να χορεύει, να παίζει ξιφομαχία και να κάνει θανάσιμα σάλτα». Ο Τζεπέτο σκαρώνει τη μαριονέτα του. Μια μαριονέτα χωρίς τα σκοινιά της να την καθοδηγούν, χωρίς δεσμούς να τη (συγ)κρατούν. Ένα ξύλινο κούκλο τελικά «που έκλαιγε και γελούσε σαν παιδί», και που εξασκούσε όλες τις ευγενείς τέχνες που αρέσουν στα παιδιά: κοροϊδεύει τον Τζεπέτο και του βγάζει τη γλώσσα πριν ακόμη αυτός του φτιάξει το στόμα, αρπάζει την περούκα του πριν καλά-καλά του φτιάξει τα χέρια. Κλωτσάει και ξεφεύγει από τα χέρια του δημιουργού του πριν λαξευτούν τα ξύλινα πόδια του, χτυπώντας τα και κάνοντας «ένα σαματά σαν είκοσι ζευγάρια χωριάτικα παπούτσια». Και πετιέται στο δρόμο αυτό το ξύλινο παιδάκι με το ξύλινο κεφάλι. Εκεί, στο δρόμο, που είναι γεμάτος πειρασμούς, μακριά από τον Τζεπέτο που τον «σκάλισε» με αγάπη και φροντίδα, κατεργάρης και ανυπάκουος, γεμάτος όρεξη να μάθει τη ζωή και να χαρεί την ελευθερία του, θα περάσει σταυροδρόμια κι ανηφόρες. Θα συναντήσει πρόσωπα ζωγραφισμένα με αγάπη και σοφία. Θα σκοντάψει πάνω σε σκοτεινές και ύπουλες φιγούρες, θα πέσει στους σκληρούς νόμους της ζωής, θα σπάσει πολλές φορές το κεφάλι του, αυτό το ξύλινο ξερό κεφάλι. Κι όλοι όσους συναντήσει, ανεξάρτητα από την πρόθεσή τους, κάτι θέλουν να του διδάξουν. Κάθε του βήμα και μια διδασκαλία, κάθε συνάντηση και μια τιμωρία. Αλλά το πάθημα θ’ αργήσει να γίνει μάθημα. Γιατί ο Πινόκιο θέλει να χαρεί την αυτονομία του, να ικανοποιήσει την περιέργεια του. Τον έλκει η εύκολη και γλυκιά ζωή, η καλοπέραση ή, για να το πούμε με τα λόγια του Πινόκιο:



Απόλες τις τέχνες του κόσμου, μονάχα μια είναι που μου ανοίγει την καρδιά […] Να τρώω, να πίνω, να κοιμάμαι, να σπάω πλάκα και να κάνω απ’ το πρωί ως το βράδυ αλήτικη ζωή. (Κάρλο Κολόντι, 1987: 20).



 "Όμως η ύλη από την οποία φτιάχτηκε ο Πινόκιο ήταν το ξύλο: «ένα κομμάτι ξύλο που έκλαιγε και γελούσε σαν παιδί".

"Γιώργη, μη με ξεχάσεις", μου φώναξε.


Εκφραστικοί μου, καλημέρα.
Ελπίζω να σας βρίσκω καλά.

Σήμερα, θα σας μιλήσω - παρουσιάσω, ένα βιβλίο, μία αυτοβιογραφία (μαρτυρία) ενός ανθρώπου που δεν γνώριζα, μα πλέον νιώθω πως γνωρίζω τόσο...

Είναι ένας από τους ήρωες και μαζί του, προσέγγισα και άλλους συντρόφους του.
Ήρθα κοντά τους σε έναν άλλο κόσμο που σε πολλά σημεία μου έμοιαζε τόσο ίδιος με τον σημερινό.
Υπό άλλης μορφής, μα ίδιας, σε βάθος, ιδιοσυγκρασίας.

Το συγκεκριμένο βιβλίο, μου κράτησε συντροφιά τις μέρες που επέλεξα να απομονωθώ στην άδειά μου και με συγκεντρωμένο το μυαλό και προσηλωμένες, εκεί, όλες μου τις αισθήσεις, έσκυψα πάνω του και ευλαβικά ταξίδεψα σε αυτόν τον άγνωστο μα τόσο γνωστικό μας κόσμο.

Ιστορία!
Παρελθόν, παρόν και μέλλον
Γιατί δεν ξεχνάμε, αυτό δε θα ήταν δυνατόν.

Μη με ξεχάσεις, του Γιώργη Κάβουρα.
Ένα βιβλίο που είχν την τύχη και συνάμα την τιμή να παραλάβω υπογεγραμμένο από την ίδιο τον συγγραφέα. Ένα βιβλίο που κέρδισα μέσω της Μαριλένας μας που η συμβολή της, όπως σε πολλά αξιόλογα και αξιοθαύμαστα έργα είναι καθοριστική. Ένα βιβλίο που κατά ένα περίεργο τρόπο ήξερα απο πριν πως θα το αποκτήσω. Το ένιωθα απλώς δεν περίμενα πως θα το αποκτούσα τόσο άμεσα.

"Γιώργη, μη με ξεχάσεις", μου φώναξε. Ακόμα ακούω τη φωνή του.

 

Είναι φρικτό να ζεις τα νιάτα σου με προσκέφαλο ένα όπλο.

Είναι φρικτό να έχεις ως ανταπόδοση μεγάλων αγώνων διώξεις, φυλακές και εξορίες.
Είναι εγκληματικό να μην μπορείς να ονειρευτείς στα 17 αλλά ούτε στα 27 σου χρόνια.

-- Γιώργης Κάβουρας, Μη με ξεχάσεις
Εκδόσεις Αλφειός, Σειρά: Μαρτυρίες




Όπως προείπα,είχα την τιμή και χαρά να παραλάβω, υπογεγραμμένο από τον ίδιο τον συγγραφέα, 93 χρόνων παρακαλώ, με την παρότρυνσή του να το μοιραστώ με νεότερο κόσμο και να διαδοθεί η ιστορία του, η ιστορία μας.

Δεν είμαι άτομο που θα διατυμπανίσει τις γνώσεις του, την ιστορία της πατρίδας μου όμως την ξέρω και την ξέρω καλά, από πολλές απόψεις και πτυχές. Μονοδιάστατη ιστορία δεν μπορείς να μαθαίνεις.

Τούτο το βιβλίο δεν με ταξίδεψε απλώς, δε μου επανέλαβε την ιστορία, μου δίδαξε πράγματα πιο εσωτερικά που δεν γνώριζα μιας και οι περιγραφές ήταν άκρως κατατοπιστικές. Τούτο το βιβλίο, με πήρε από το χέρι, με ανέβασε στα βουνά των Ανταρτών, είδα το πάθος των ανθρώπων για Ελευθερία, την αγάπη τους για τους συντρόφους τους, τους φόβους, τα όνειρά τους, τις ελπίδες και τα μεγάλα αποθέματα ψυχικής και σωματικής τους δύναμης παρόλες τις κακουχίες που κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν.

Είδα το πάθος τους για τον αγώνα, το σθένος τους για την πατρίδα μας και την προδοσία που υπέστησαν και τόσο πολύ πονά.
Τα μάτια μου και ο νους μου είδαν πολλά και τα συγκράτησαν όλα. Γέμισα με πολλαπλά συναισθήματα, κυρίως με οργή για τους ανθρώπους που δεν σεβάστηκαν τους ανθρώπους. Σκληρός ο πόλεμος μα ο εμφύλιος άκαρδος. Άνθρωποι - τέρατα, ως άλλος Κάιν να σκοτώνει τον Άβελ, και ακόμη και μετά θάνατον να τσαλαπατά την ανθρώπινη διάσταση και υπόληψή του. Το ήξερα πως οι άνθρωποι ήταν άγρια ζώα από τότε, από την πρώτη ανθρωποκτονία και αδελφοκτονία, παράλληλα. Το ήξερα πως θα παραμείνουν ανά τους αιώνες. Ξέρω όμως πως πάντα υπάρχει και η άλλη πλευρά, ο πραγματικός Άνθρωπος και ο κάθε αφανής ή ένδοξος ήρωας και Σωτήρας. Λίγοι έναντι των πολλών μα δυνατοί, όσο ο παλμός της καρδιάς μας. Κι αυτός ο παλμός ανήκει σε όλους μας.

" Μη με ξεχάσεις", ο τίτλος και δεν θα σας ξεχάσουμε λοιπόν.

Ευχαριστώ πολύ τον Κο Γιώργη Κάβουρα, τον γιο του Κο Τάσο Κάβουρα και την Μαρία Ελένη Φραγκιαδάκη για το πολύτιμο βιβλίο αυτό!

               

Κράτησα, ως ειδική αναφορά για το τέλος, τα ποιήματα που έγραψαν για τον συγγραφέα, ο γιός του, κος Τάσος Κάβουρας και οι δικές μας αγαπημένες,  Μαρία Κανελλάκη, Αριστέα Κουτά και δύο ποιήματα από την Ελένη Γιαννάκαρη. Πολύτιμη και βαθιά συναισθηματική στιγμή η ανάγνωσή τους από εμένα. 

Συγχαρητήρια σε όλους για το συνολικό αποτέλεσμα. Καθείς με το λιθαράκι του. 

Καλοτάξιδο να είναι και εύχομαι πολλά ακόμη, θα ήταν χαρά, για όλους μας. 

  

                      
                                                                                       Μην τους ξεχάσετε....