Παρασκευή, 28 Σεπτεμβρίου 2018

Ο ΒΑΣΙΛΙΚΟΣ - ΚΙΚΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ


 
 
Αχ, είν' ανομολόγητο προσόν ο Έρωτας
υποθάλπει, ακόμη και τους μη ειλικρινείς

Σε μια αιώρα, κρύβεται το πάθος
και λίγα μέτρα πιο πέρα, σε έναν θαμνώδη γκρεμό, φυλάσσεται η Θαλπωρή.

Τύλιξα - προσεκτικά - τα όνειρά μου
σε μια λευκή κόλλα χαρτί και με ένα διακριτικό ροζ φιόγκο, στόλισα τους φόβους και τους εφιάλτες, που τρέφονταν πάνω απο τα σωθικά τους, σαν να ήταν οι ψεύτικες νεράιδες ενός μωρού που αγάπησε τον κόσμο.

Δεν ξορκίζουν το κακό οι άνθρωποι,
το αποστρέφονται ή το αποσιωπούν.

Προσπάθησα, προσπάθησα να κατανοήσω, έστω ευλαβικά να εμπίμπτω, σε μια από εκείνες τις στιγμές που ο κόσμος γινόταν άσχημος και κακός, μα δεν μπορούσα να δεχτώ πως αυτό το γένος μου ανήκει.

Κι ω Θεέ μου πόση οργή
πόσα βάσανα
και πόση η τιμωρία.

Εκείνο το πρωινό ξύπνησα σε μια βεράντα,
πότιζα τον βασιλικό με την σπασμένη στάμνα, όταν σε είδα - δεμένη - να προσπαθείς να αντισταθείς στην σύμφωνη αιχμαλωσία σου.

Έμοιαζες, σαν αερικό που πρόδιδες την φύση σου κι αρνιόσουν, την επιθυμία της Ελευθερίας - που διακαώς - σε ακολουθεί.

Είδα πως με κοιτούσες και φοβήθηκα
Ξέρω πως δεν θέλεις να σε κοιτάζει έτσι κανείς.

Είδα στο βλέμμα σου ντροπή κι αυτό με πονάει ακόμη.

Δεν το ήθελα
Δεν σε λυπόμουν άλλωστε
Ήθελα απλώς να σου πω πως η πόρτα είναι πάντα ανοιχτή

Βλέπω το πόμολο
Και την έξοδο
Και την ελευθερία
Και εσένα να αντιστέκεσαι αλλά σε τι;

Ίσως και στον "κακό" εαυτό σου

Η μάχη στοιβάχτηκε σαν σύννεφο
Προσμένω την στιγμή που θα απουσιάζεις από εκεί.

Έως τότε, θα μεγαλώνω τον βασιλικό σου
Ξέρω άλλωστε πως σαν βασιλιάς των βοτάνων, είναι ο πλέον θεραπευτικός.

Για δες πόσο μοιάζεται.
Οι φόβοι σου, είναι η ελπίδα - πάντα - η πιο κρυφή.

~~ Ο Βασιλικός - Κική Κωνσταντίνου

ΝΑ ΔΙΝΕΣΑΙ ΣΑΝ ΕΡΜΑΙΟ, ΣΑΝ ΑΚΡΟΓΙΑΛΙ




Για ένα ημερολόγιο που έρχεται...
Ιδιαιτέρως χαρούμενη για αυτήν την δυνατότητα....
Περισσότερες πληροφορίες θα σας έχω σύντομα και με το 2019 θα τα έχετε και με εικόνα
Ένα μεγάλο ευχαριστώ στον Χορωδιακό σύλλογο Χαλκίδας πενήντα plus και στην αγαπημένη μου φίλη Elena Elena για την τιμητική πρόταση δημιουργίας και προσφοράς.

Καλή σας μέρα, εκφραστικοί μου!
Να προσέχετε με αυτά τα καιρικά φαινόμενα, ακραία μάλιστα σε κάποιες περιοχές.
Ο αέρας με φοβίζει.
Για να καλύπτω τα μάτια χρησιμοποιώ τα γυαλιά ηλίου, δεν μου αρέσει καθόλου βέβαια να φοράω γυαλιά το χειμώνα αλλά το προτιμώ από όλα τα επίδοξα σκουπιδάκια που θα προσπαθήσουν να κερδίσουν τα μάτια μου.
Για τα υπόλοιπα τι γίνεται όμως;
Πάντα φοβάμαι με τον αέρα μήπως μου έρθει τίποτα βαρύ στο κεφάλι, θέλει προσοχή φίλοι, να προσέχετε πολύ.

Φιλιά πολλά, την αγάπη μου!

ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΜΑΘΟΥΝ ΟΛΟΙ


" Σταύρος ή Σταυρός;
Από εκείνες τις λέξεις τις διάφορες, που κάνουν τη διαφορά!
Από εκείνα τα ονόματα, που κρύβουν χάρη μέσα τους!
Από εκείνα τα σύμβολα, που πίστη και ελπίδα φέρουν!
Σε είδα σε πολλά ανθρώπινα κορμιά με έκφραση ποικίλων τρόπων και ένιωσα να χαράσσονται οι στιγμές μέσα μου, που σε έσφιγγαν στη χούφτα τους, ενώ ήσουνα κρεμασμένος στο λαιμό τους.
Σε είδα να ανεβαίνεις στο Γολγοθά, επάνω σε ματωμένες πλάτες και να στέκεσαι αγέρωχος, υπερήφανος, δυναμικός επάνω σε μια κορφή που την Ανάσταση συμβολίζει.
Σε εκείνη ακριβώς την κορφή είδα την στάση των ξύλινων χεριών σου να μου θυμίζει πως η αγκαλιά σου είναι αυτό που χρειάζομαι για να ξαποστάσω. Θα ανασυρθώ στις φτερούγες σου, θα ξεκουραστώ και όταν ανασηκωθώ θα έχω άλλη δύναμη και άλλη χάρη! Το ξέρεις! Και αυτό μου αρκεί!
Σε είδα, σε βλέπω και θα σε βλέπω πάντα για να θυμαμαι όσα μου δίδαξες, όσα μου έδειξες, όσα μου προσέφερες και όσα έχεις πιστέψει εσύ σε μένα.
Είσαι μια λέξη – πίστη - σύμβολο - αρετή και χαίρομαι που σε έχω.
Είσαι ένας ξύλινος Σταυρός ραντισμένος με κόκκινα άνθη μιας Τριανταφυλλιάς και χαίρομαι που ξέρω τι μπορείς να στεφανώσεις.
Γιατί εγώ ξέρω και αυτό, αυτή τη φορά, δεν είναι αρκετό! Πρέπει να μάθουν όλοι!"

~~ Ο Σταυρός (απόσπασμα) - Οι Φεγγίτες της Ζωής μου
#Τα_Λάφυρα_της_Ψυχής_μου
#Οι_Φεγγίτες_της_Ζωής_μου
#Η_Αγάπη_Δηλώνει_Παρών
#Κική_Κωνσταντίνου
#Εκφράσου

______
Ένα μεγάλο μεγάλο ευχαριστώ στην Alexandra Mouriopoulou για τις ατμοσφαιρικές και συμβολικές φωτογραφίες που μας χάρισα από την Σπιναλόγκα.

ΚΑΝΕΙΣ ΔΕΝ ΦΕΥΓΕΙ ΑΝ...



" Δεν φεύγουνε οι άνθρωποι! Δε φεύγουνε! Κάπου πάνε και ξαναγυρνάνε! Μέσα από εμάς! Μέσα από τα έργα, την αγάπη, τις πράξεις, την πίστη, τη δύναμή μας! Εκείνη τη δύναμη που λέει «ύψωσε ψηλά το κεφάλι και προχώρα»! Προχώρα ακόμα κι αν χρειαστεί να συρθείς και να ματώσεις το σώμα όλο! Προχώρα, όχι γιατί δεν έχεις άλλη επιλογή, αλλά γιατί μόνο αυτό μπορείς να κάνεις! Γεννήθηκες για να προχωράς, η ροή της ζωής αυτό μας δείχνει! Δεν πάει πίσω η ζωή, δεν πάει, τη ροή της μπορείς να ακολουθήσεις! Όσο κουράγιο κι αν χρειαστεί, εσύ αυτό συνέχισε να κάνεις! Προχώρα! Με το κεφάλι ψηλά, σύρσου μα προχώρα!
Κι όταν σου λείπει και νοιώθεις να θες να εγκαταλείψεις να θυμάσαι:
Κανείς δεν φεύγει αν αγαπηθεί!
Κανείς δεν φεύγει αν χαμογελάσει!
Κανείς δεν φεύγει αν προσφέρει, αν αγκαλιάσει, αν παρηγορήσει, αν κρατήσει ένα χέρι ή έναν ώμο, αναλόγως τη στιγμή!
Κανείς δεν φεύγει αν τον κρατήσεις για πάντα στην καρδιά σου! Αν τον κάνεις «λάφυρο» μιας μάχης που έδωσες, που δίνεις και που θα μάχεσαι να δίνεις για πάντα!
Γιατί η ζωή δεν είναι πόλεμος, είναι όμως ενίοτε μια εσωτερική διαμάχη και κάθε φορά που συγκρούεσαι, να ανασύρεις τα «χρυσά λάφυρα» που σου θυμίζουν όμορφες στιγμές που σου χάρισαν ή που σου δάνεισαν οι άλλοι! Και εσύ τις άξιζες! Τις κέρδισες! Και ξέρεις πως παρόλο που πέρασαν, που τράπηκαν στη δική τους άκαρπη φυγή, τίποτα δε μπορεί να ακυρώσει την ύπαρξή τους.
Κι αν οι αναμνήσεις κάποιες φορές πονάνε, να ξέρεις πως η πραγματικότητα του χθες είναι ενθύμιο και εφόδιο της αποκλειστικής ψυχής σου!
Και θα ’ναι για πάντα!
Κανείς δε «φεύγει» αν καταλάβει πως η οποιαδήποτε φυγή δεν είναι κάτι κακό, είναι απλώς η έξοδος μιας διαδρομής, που για κάποιο λόγο η πόρτα της έπρεπε να κλείσει.
Και θα ανοίξει μία άλλη! Κάπου παρακάτω θα δημιουργηθεί μια άλλη! Διαφορετική μα με κοινό γνώμονα την ίδια δίψα για ζωή, για ανάσα, για ταξίδι στο άγνωστο μα τον τόσο γνωστό μας κόσμο.
Γιατί η φυγή δεν είναι παράδοση, κρυφτό, τρεχαλητό ή κάτι άλλο, είναι μια διέξοδος για την είσοδο κάποιου άλλου δρόμου! "

~~ H Φυγή (απόσπασμα) - Τα Λάφυρα της Ψυχής μου
#Τα_Λάφυρα_της_Ψυχής_μου
#Οι_Φεγγίτες_της_Ζωής_μου
#Η_Αγάπη_Δηλώνει_Παρών
#Κική_Κωνσταντίνου
#Εκφράσου

Ένα μεγάλο μεγάλο ευχαριστώ στην πολυαγαπημένη μου Alexandra Mouriopoulou για την φωτογραφία των βιβλίων στην Σπιναλόγκα.

Πέμπτη, 27 Σεπτεμβρίου 2018

TWO IS A FAMILY - ΌΛΑ ΑΡΧΙΖΟΥΝ ΑΥΡΙΟ


Εκφραστικοί μου, καλημέρα.
Σας έχω ακόμη μία ταινιοπρόταση.
Επιβάλλεται, λόγω εποχής και καιρού θα έλεγα.
Χουχούλιασμα, κάποιο ζεστό ρόφημα ή σουπα στο κρεβάτι, καλή παρέα ή ακόμη και μόνοι μας και σίγουρα μια καλή καλή ταινία στο dvd.
Μια τέτοια ταινία, έχω να σας προτείνω σήμερα.

Για ελάτε να δουμε:




Όλα Αρχίζουν Αύριο
Demain Tout Commence

 
 
Όλα Αρχίζουν Αύριο

Δραματική κομεντί 2016 | Έγχρ. | Διάρκεια: 118
Γαλλική ταινία, σκηνοθεσία Ουγκό Ζελέν με τους: Ομάρ Σι, Κλεμάνς Ποεζί, Αντουάν Μπερτράντ
Ο Σάμιουελ παρτάρει ασταμάτητα σε ένα παραλιακό θέρετρο μέχρι τη στιγμή που η πρώην ερωμένη του Κριστίν εγκαταλείπει ένα μωρό στην αγκαλιά του! Ο νεαρός Γάλλος ταξιδεύει στο Λονδίνο για να τη βρει, αλλά τελικά ξεμένει στην αγγλική πρωτεύουσα, όπου μεγαλώνει τη μικρή Γκλόρια και δουλεύει ως κασκαντέρ.


Οι τίτλοι κάπως στη μετάφραση με μπερδεύουν αλλά θα το βρείτε όσοι εμπιστευτείτε την κρίση μου.
Απλώς μην μου την συγκρίνεται με τους Άθικτους, επειδή ο πρωταγωνιστής είναι ίδιος δεν σημαίνει πως θα πρέπει να  δούμε αν συγκλίνουν ή αποκλείουν , το λέω αυτό επειδή οι κριτικές ήταν αρνητικές και συγκρινόμενες. Ειλικρινά δεν κατάλαβα ούτε τις αρνητικές αλλά ούτε και τη σύγκριση. Λες και είναι ο μόνος πρωταγωνιστής σε άλλη δυνατή ταινία.

Τρειλερ ταινίας:



Δραματική κομεντί όπως χαρακτηριστικά γράφει και αυτό μου άρεσε. Δυσάρεστα γεγονότα να μην  παρομοιάζονται με τον άλλοτε γνωστό θλιβερό τρόπο και να σου αφήνει μία νότα αισιοδοξίας.
Επίσης μου άρεσε πάρα πολύ το ό,τι έγινε μία ανατροπή στη πορεία, ίσως και δύο και τρεις, δηλαδή άλλα περιμένεις να γίνουν και άλλα γίνονται. Αυτό το αγαπώ εγώ.

Ακόμη και στο τέλος, ο τρόπος που ήταν σκηνοθετημένο σε έκανε να εστιάσεις στην ελπίδα.
Συγκινητικό, ευχάριστο και γεμάτο αγάπη.
Σου έβγαζε αγάπη. Εμένα τουλάχιστον.
Σας την προτείνω και θα χαρώ να μάθω την άποψή σας.

Να περνάτε όμορφα
Φιλια πολλα

Ο ΧΟΡΟΣ ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ




 Ο χορός της βροχής, Jennifer Yeung.



Ο χορός της βροχής (rain dance) είναι τελετουργικός χορός που έχει σκοπό να προκαλέσει βροχή και να εξασφαλίσει την προστασία των σπαρτών.
Διάφορες εκδοχές χορών της βροχής μπορούν να εντοπιστούν σε πολλούς πολιτισμούς, από την Αρχαία Αίγυπτο έως συγκεκριμένες φυλές Αυτοχθόνων Αμερικάνων. Κάποιες παραλλαγές του μπορούν ακόμα να εντοπιστούν στα Βαλκάνια του 20ου αιώνα, σε ένα τελετουργικό που είναι γνωστό ως Παπαρούντα (Paparuda) στη Ρουμανία ή Περπερούνα (Perperuna) στα Σλαβικά.
Η φυλή Τσέροκι, μια φυλή Αυτοχθόνων Αμερικανών από τις Νοτιοανατολικές Ηνωμένες Πολιτείες, που περιλαμβάνουν τα Νότια Απαλάχια, εκτελούσαν το χορό της βροχής τόσο για να προκαλέσουν τη βροχόπτωση όσο και να καθαρίσουν τα κακά πνεύματα από τη γη[1]. Ο θρύλος της φυλής λέει ότι η βροχή που προκαλείται από τον χορό της φυλής περιέχει τα πνεύματα των παλιών αρχηγών της φυλής, οι οποίοι πέφτοντας πολεμούν τα κακά πνεύματα στην μετάβαση μεταξύ της πραγματικότητας μας και του κόσμου των πνευμάτων[2]. Θεωρούνταν επίσης ότι κάποιοι χοροί μπορούσαν να εμπνεύσουν τους συμμετέχοντες και το κοινό ώστε να μοιραστούν ασυνήθιστες και ακραίες πράξεις λατρείας.
Μία ιστορία από τους αυτόχθονες των Ηνωμένων Πολιτειών παρέχει μία εκδοχή για το πώς ο όρος «χορός της βροχής». Σύμφωνα με την ιστορία, κατά τη διάρκεια της μετατόπισης των Αυτοχθόνων Αμερικανών, συγκεκριμένες θρησκευτικές τελετές, μεταξύ των οποίων ο Χορός της Βροχής και ο Χορός των Φαντασμάτων, απαγορεύτηκαν από την κυβέρνηση. Οι φυλές στις καταπιεσμένες περιοχές ήταν απαγορευμένος ο Χορός του Ήλιου. Οι Γουιντιγκόκαν (Windigokan), μία κατ’ όνομα καββαλιστική σέκτα που έφερε το παρατσούκλι «οι καθυστερημένοι άνθρωποι»[3] έγινε γνωστή λέγοντας στους ομοσπονδιακούς αντιπρόσωπους ότι ο χορός που χόρευαν δεν ήταν ο Χορός του Ήλιου αλλά ο Χορός της Βροχής, γλυτώνοντας έτσι την ποινική δίωξη ή την ομοσπονδιακή παρέμβαση.
Η Τζούλια Μ. Μπουτρέ (Julia M. Butree), σύζυγος του Έρνεστ Τόμπσον Σέτον (Ernest Thompson Seton), στο βιβλίο[4] της αναφέρει τον Χορό της Βροχής των Ζούνι, μεταξύ των άλλων Ινδιάνικων χορών[5].
Κατά τη διάρκεια της τελετής φοριούνται φτερά και τιρκουάζ πέτρες που συμβολίζουν τον αέρα και τη βροχή αντίστοιχα. Πολλές παραδόσεις του Χορού της Βροχής διεσώθησαν στο πέρασμα της ιστορίας από προφορικές παραδόσεις[6].
Σε μία πρώιμη μορφή μετεωρολογίας, οι Ινδιάνοι των μεσοδυτικών περιοχών των σημερινών ΗΠΑ συχνά παρατηρούσαν και ακολουθούσαν γνωστά καιρικά μοτίβα ενώ παράλληλα προσφέρονταν να χορέψουν το χορό της βροχής στους μετοίκους με αντάλλαγμα την ανταλλαγή αγαθών. Αυτό έχει καταγραφεί περισσότερο μεταξύ των Ινδιάνικων φυλών Οσάγκε (Osage) και Κιουαπάου (Quapaw) του Μιζούρι και του Αρκάνσας



 Ινδιάνοι της φυλής Ποταουατόμι (Potawatomi) χορέυουν το χορό της βροχής (1920)


Το 1895, ο 27χρονος φωτογράφος Έντουαρντ Κέρτις γνώρισε την πριγκίπισσα Αντζελίν, όπως αποκαλούσαν την κόρη του αρχηγού των Ινδιάνων του Σιάτλ. Ήταν πλέον μια ηλικιωμένη γυναίκα, που καθόταν στα πεζοδρόμια και πουλούσε χειροποίητα ινδιάνικα κοσμήματα. Από εκείνη τη στιγμή και έπειτα, ο Κέρτις ασχολήθηκε αποκλειστικά με τους ιθαγενείς της Αμερικής. Αυτός φωτογράφιζε, ενώ συνεργάτες του, δημοσιογράφοι και ανθρωπολόγοι, κατέγραφαν τα ήθη, τα έθιμα και την ιστορία των φυλών που κόντευαν να εξαφανιστούν. Το 1907 εκδόθηκε το βιβλίο του, με τίτλο “The North American Indian” που περιείχε τις φωτογραφίες του Κέρτις και τις μελέτες των ανθρωπολόγων σχετικά με τους Ινδιάνους. Ο Θεός της Βροχής Ο άντρας με τη στολή από κλαδιά ελάτου αναπαριστά τον θεό Tonelili, τον θεό της βροχής των Ναβάχο, που στέλνει τη βροχή, το χαλάζι, το χιόνι και τον κεραυνό στη Γη. Στις θρησκευτικές τελετές, ο άντρας που παρίστανε τον Tonelili καλυπτόταν με κλαδιά από έλατο και μια μάσκα, χόρευε, χοροπηδούσε και έκανε αστείες φιγούρες για να προκαλέσει το γέλιο των θεατών. Αν και ο Θεός ήλεγχε τρομερές δυνάμεις της φύσης, η ανθρώπινη υπόστασή του ήταν ευχάριστη και είχε στόχο την ψυχαγωγία και τη διασκέδαση των άλλων μελών της φυλής. Στις θρησκευτικές τελετές, ο άντρας που παρίστανε τον Tonelili καλυπτόταν με κλαδιά από έλατο και μια μάσκα, χόρευε, χοροπηδούσε και έκανε αστείες φιγούρες για να προκαλέσει το γέλιο των θεατών. Flickr Οι Θεοί του Πολέμου Σύμφωνα με τη μυθολογία των Ναβάχο, η Θεά Yolkai Estsan απέκτησε δίδυμους γιους με τον αρχηγό των Θεών, τον Ήλιο. Οι γιοι τους είχαν μαγικές δυνάμεις και έκαναν μια σειρά από θαύματα. Ο πρωτότοκος ονομαζόταν Nayenezgani, δηλαδή “Σφαγέας των Ξένων Θεών”. Ο δίδυμος αδερφός του ήταν ο Tobabzischnini, δηλαδή “Γεννημένος απ’ το Νερό”, με τον οποίο σκότωσαν πολλά μυθικά τέρατα που τρομοκρατούσαν τους Ναβάχο. Ο δίδυμος αδερφός του ήταν ο Tobabzischnini, δηλαδή “Γεννημένος απ’ το Νερό”, με τον οποίο σκότωσαν πολλά μυθικά τέρατα που τρομοκρατούσαν τους Ναβάχο. Wikimedia Commons Ο Χορός του Ήλιου Ο χορός του ήλιου ήταν μία από τις ιερότερες τελετές των ιθαγενών. Οι νεαροί της φωτογραφίας ανήκουν στη φυλή των Cheyenne και ετοιμάζονται να πάρουν μέρος στην τελετή. Ο χορός απαιτούσε μικρές θυσίες από τους χορευτές. Νήστευαν για μέρες και πολλές φορές τρυπούσαν διάφορα μέρη του σώματός τους, έτσι ώστε ο πόνος και το αίμα να προσφερθούν ως δώρο στους Θεούς. Η τελετή κρατούσε τέσσερις μέρες, πραγματοποιούνταν τους καλοκαιρινούς μήνες και εκατοντάδες ιθαγενείς κατέφταναν από μακρινά μέρη για να την παρακολουθήσουν. Όλοι έπρεπε να εξαγνιστούν πριν από την τελετή, με νηστεία και κατανάλωση “μαγικών” φυτών, που “απελευθέρωναν” το μυαλό τους. Μετά την τελετή, ετοίμαζαν πλούσια φαγητά και γιόρταζαν το τέλος της νηστείας. Νήστευαν για μέρες και πολλές φορές τρυπούσαν διάφορα μέρη του σώματός τους, έτσι ώστε ο πόνος και το αίμα να προσφερθούν ως δώρο στους Θεούς.Wikimedia Commons Η μούμια Η σημαντικότερη τελετή για τη φυλή των Kwakiutl, που κατοικούσαν στον Καναδά, ήταν οι χειμερινοί χοροί. Τελούνταν με απόλυτη μυστικότητα και όσοι επιλέγονταν να πάρουν μέρος περνούσαν μια σειρά από δοκιμασίες και εξαγνισμούς. Ο άντρας στη φωτογραφία ψήνει μια μούμια πάνω στη φωτιά, την οποία θα δώσει στους χορευτές για να τη φάνε… Όλοι οι χορευτές έπρεπε να κάτσουν γυμνοί γύρω από τη μούμια και να περιμένουν καθώς ένας άντρας έκοβε τη μούμια σε κομμάτια. Το κεφάλι πήγαινε στον ισχυρότερο χορευτή και το σώμα μοιραζόταν στους υπόλοιπους. Όταν τελείωναν, πετούσαν τα κόκαλα σε μια βαθιά λίμνη για να μη μολύνουν τους χορευτές που είχαν φάει τη σάρκα. Ο άντρας στη φωτογραφία ψήνει μια μούμια πάνω στη φωτιά, την οποία θα δώσει στους χορευτές για να τη φάνε…Wikimedia Commons Το θρυλικό πουλί Hohhug Άντρες της φυλής Kwakiutl φορούσαν μάσκες με τη μορφή ενός τεράστιου ράμφους, για να παριστάνουν το θρυλικό τέρας της μυθολογίας τους, Hohhuq. Ήταν ένα πανίσχυρο πουλί, που έμοιαζε με τον γερανό, το οποίο μπορούσε να τρυπήσει με το ράμφος του τον κορμό δέντρων. Άντρες της φυλής Kwakiutl φορούσαν μάσκες με τη μορφή ενός τεράστιου ράμφους, για να παριστάνουν το θρυλικό τέρας της μυθολογίας τους, Hohhuq.Flickr Με πληροφορίες από Smithsonian Libraries Πηγή χαρακτηριστικής εικόνας: Wikimedia Commons...

Διαβάστε όλο το άρθρο: http://www.mixanitouxronou.gr/o-choros-tis-vrochis-i-thei-tou-polemou-ke-i-ematovammeni-choreftes-tou-iliou-spanies-fotografies-apo-tis-mistikistikes-teletes-ton-ithagenon-tis-amerikis/
Το 1895, ο 27χρονος φωτογράφος Έντουαρντ Κέρτις γνώρισε την πριγκίπισσα Αντζελίν, όπως αποκαλούσαν την κόρη του αρχηγού των Ινδιάνων του Σιάτλ. Ήταν πλέον μια ηλικιωμένη γυναίκα, που καθόταν στα πεζοδρόμια και πουλούσε χειροποίητα ινδιάνικα κοσμήματα. Από εκείνη τη στιγμή και έπειτα, ο Κέρτις ασχολήθηκε αποκλειστικά με τους ιθαγενείς της Αμερικής. Αυτός φωτογράφιζε, ενώ συνεργάτες του, δημοσιογράφοι και ανθρωπολόγοι, κατέγραφαν τα ήθη, τα έθιμα και την ιστορία των φυλών που κόντευαν να εξαφανιστούν. Το 1907 εκδόθηκε το βιβλίο του, με τίτλο “The North American Indian” που περιείχε τις φωτογραφίες του Κέρτις και τις μελέτες των ανθρωπολόγων σχετικά με τους Ινδιάνους. Ο Θεός της Βροχής Ο άντρας με τη στολή από κλαδιά ελάτου αναπαριστά τον θεό Tonelili, τον θεό της βροχής των Ναβάχο, που στέλνει τη βροχή, το χαλάζι, το χιόνι και τον κεραυνό στη Γη. Στις θρησκευτικές τελετές, ο άντρας που παρίστανε τον Tonelili καλυπτόταν με κλαδιά από έλατο και μια μάσκα, χόρευε, χοροπηδούσε και έκανε αστείες φιγούρες για να προκαλέσει το γέλιο των θεατών. Αν και ο Θεός ήλεγχε τρομερές δυνάμεις της φύσης, η ανθρώπινη υπόστασή του ήταν ευχάριστη και είχε στόχο την ψυχαγωγία και τη διασκέδαση των άλλων μελών της φυλής. Στις θρησκευτικές τελετές, ο άντρας που παρίστανε τον Tonelili καλυπτόταν με κλαδιά από έλατο και μια μάσκα, χόρευε, χοροπηδούσε και έκανε αστείες φιγούρες για να προκαλέσει το γέλιο των θεατών. Flickr Οι Θεοί του Πολέμου Σύμφωνα με τη μυθολογία των Ναβάχο, η Θεά Yolkai Estsan απέκτησε δίδυμους γιους με τον αρχηγό των Θεών, τον Ήλιο. Οι γιοι τους είχαν μαγικές δυνάμεις και έκαναν μια σειρά από θαύματα. Ο πρωτότοκος ονομαζόταν Nayenezgani, δηλαδή “Σφαγέας των Ξένων Θεών”. Ο δίδυμος αδερφός του ήταν ο Tobabzischnini, δηλαδή “Γεννημένος απ’ το Νερό”, με τον οποίο σκότωσαν πολλά μυθικά τέρατα που τρομοκρατούσαν τους Ναβάχο. Ο δίδυμος αδερφός του ήταν ο Tobabzischnini, δηλαδή “Γεννημένος απ’ το Νερό”, με τον οποίο σκότωσαν πολλά μυθικά τέρατα που τρομοκρατούσαν τους Ναβάχο. Wikimedia Commons Ο Χορός του Ήλιου Ο χορός του ήλιου ήταν μία από τις ιερότερες τελετές των ιθαγενών. Οι νεαροί της φωτογραφίας ανήκουν στη φυλή των Cheyenne και ετοιμάζονται να πάρουν μέρος στην τελετή. Ο χορός απαιτούσε μικρές θυσίες από τους χορευτές. Νήστευαν για μέρες και πολλές φορές τρυπούσαν διάφορα μέρη του σώματός τους, έτσι ώστε ο πόνος και το αίμα να προσφερθούν ως δώρο στους Θεούς. Η τελετή κρατούσε τέσσερις μέρες, πραγματοποιούνταν τους καλοκαιρινούς μήνες και εκατοντάδες ιθαγενείς κατέφταναν από μακρινά μέρη για να την παρακολουθήσουν. Όλοι έπρεπε να εξαγνιστούν πριν από την τελετή, με νηστεία και κατανάλωση “μαγικών” φυτών, που “απελευθέρωναν” το μυαλό τους. Μετά την τελετή, ετοίμαζαν πλούσια φαγητά και γιόρταζαν το τέλος της νηστείας. Νήστευαν για μέρες και πολλές φορές τρυπούσαν διάφορα μέρη του σώματός τους, έτσι ώστε ο πόνος και το αίμα να προσφερθούν ως δώρο στους Θεούς.Wikimedia Commons Η μούμια Η σημαντικότερη τελετή για τη φυλή των Kwakiutl, που κατοικούσαν στον Καναδά, ήταν οι χειμερινοί χοροί. Τελούνταν με απόλυτη μυστικότητα και όσοι επιλέγονταν να πάρουν μέρος περνούσαν μια σειρά από δοκιμασίες και εξαγνισμούς. Ο άντρας στη φωτογραφία ψήνει μια μούμια πάνω στη φωτιά, την οποία θα δώσει στους χορευτές για να τη φάνε… Όλοι οι χορευτές έπρεπε να κάτσουν γυμνοί γύρω από τη μούμια και να περιμένουν καθώς ένας άντρας έκοβε τη μούμια σε κομμάτια. Το κεφάλι πήγαινε στον ισχυρότερο χορευτή και το σώμα μοιραζόταν στους υπόλοιπους. Όταν τελείωναν, πετούσαν τα κόκαλα σε μια βαθιά λίμνη για να μη μολύνουν τους χορευτές που είχαν φάει τη σάρκα. Ο άντρας στη φωτογραφία ψήνει μια μούμια πάνω στη φωτιά, την οποία θα δώσει στους χορευτές για να τη φάνε…Wikimedia Commons Το θρυλικό πουλί Hohhug Άντρες της φυλής Kwakiutl φορούσαν μάσκες με τη μορφή ενός τεράστιου ράμφους, για να παριστάνουν το θρυλικό τέρας της μυθολογίας τους, Hohhuq. Ήταν ένα πανίσχυρο πουλί, που έμοιαζε με τον γερανό, το οποίο μπορούσε να τρυπήσει με το ράμφος του τον κορμό δέντρων. Άντρες της φυλής Kwakiutl φορούσαν μάσκες με τη μορφή ενός τεράστιου ράμφους, για να παριστάνουν το θρυλικό τέρας της μυθολογίας τους, Hohhuq.Flickr Με πληροφορίες από Smithsonian Libraries Πηγή χαρακτηριστικής εικόνας: Wikimedia Commons...

Διαβάστε όλο το άρθρο: http://www.mixanitouxronou.gr/o-choros-tis-vrochis-i-thei-tou-polemou-ke-i-ematovammeni-choreftes-tou-iliou-spanies-fotografies-apo-tis-mistikistikes-teletes-ton-ithagenon-tis-amerikis/

Τετάρτη, 26 Σεπτεμβρίου 2018

ΜΕΤΑΝΟΙΑ - ΚΙΚΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ


 
 
Απόκοσμη η αγάπη σου
μοναδική•
σαν ενα άνθος που φύτρωσε σε ακατοίκητο τόπο.

Και πως να μεγαλώσει και να ανθίσει
δίχως νερό, άγγιγμα και λίγα λόγια ουσίας;

Συχνά, ακούω ψιθύρους από το παρελθόν
και η μέρα, μοιάζει πιο μεγάλη,
όμως ο χρόνος - παρήγορος - εχθρός
εκτρέφει το οξυγόνο για εκεί,
πού η ζωή αναγεννάται.

Σε μια αιώρα αποκοιμήθηκε η Ελπίδα
και μέσα από το χώμα, αναδύθηκε η Μετάνοια

Προσκυνώ

~ Μετάνοια - Κική Κωνσταντίνου

– άνθρωποι που πεθάναν δίχως μια αμυχή, άνθρωποι που «διελύθησαν ησύχως…


«ΑΠΟΧΡΩΜΑΤΙΣΜΟΙ»

Το δείλι σέρνεται κι αλλάζει πάλι δέρμα
μες τις ψυχές μας, απαρνιέται όλα ξανά
τα χρώματά του – κι απομένουμε στεγνά
τοπία χωρίς αρχή και χωρίς τέρμα.
Γρίφοι λυμένοι και ξανά μπλεγμένοι
χτυπιόμαστε όλη μέρα σαν τυφλοί
για μια καλύτερη θεσούλα στο κλουβί
κι όλο βρισκόμαστε σφιχτότερα δεμένοι.
Στα λόγια σπάταλοι, φιλάργυροι όμως στο αίμα
κάναμε χάος το τοσοδά μας το μυαλό
– ο φόβος είναι θερμοκήπιο καλό,
ανθίζει σ’ όλες του τις ποικιλίες το ψέμα…
Ακούς και δεν γνωρίζεις τ’ όνομά σου,
κρυώνει η μοίρα που παλιά σού ’χε δοθεί
– σε ποιές λοιπόν παγίδες έχουμε συρθεί;
Μέγα κακό είναι ν’ αρνηθείς τ’ ανάστημά σου.
Δεν είναι ο κόσμος πείραμα στους τρόμους
του απείρου, όχι, δεν είναι δοκιμή.
Μπορείς να σέρνεσαι μια ολόκληρη ζωή
υπογραφή δειλή μέσα στους δρόμους;
Θα ’ναι φριχτό να φύγουμε έτσι, δίχως
μια πίστη, έναν αγώνα, μια κραυγή
– άνθρωποι που πεθάναν δίχως μια αμυχή,
άνθρωποι που «διελύθησαν ησύχως…».


Βύρων Λεοντάρης, «Η ομίχλη του μεσημεριού» (1959)
«Ψυχοστασία (ποιήματα 1949-1976)», ύψιλον / βιβλία, Αθήνα 1983, σελ. 112.

ΕΣΕΝΑ, ΤΙ ΧΡΩΜΑ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΜΠΑΛΟΝΙ ΣΟΥ;



-Ο. Ελύτης, «ΠΑΡΑΛΛΑΓΕΣ ΠΑΝΩ ΣΕ ΜΙΑΝ ΑΧΤΙΔΑ»
Ι
                                                    ΚΟΚΚΙΝΟ
Το στόμα που είναι δαίμονας μιλιά κρατήρας
Φαΐ της παπαρούνας αίμα του καημού
Που είναι μεγάλο κίμινο της άνοιξης
Το στόμα σου μιλάει με τετρακόσια ρόδα
Δέρνει τα δέντρα λιγώνει όλη τη γη
Χύνει μες στο κορμί την πρώτη ανατριχίλα.
Σπουδαία του δάχτυλου ευωδιά το πάθος μου πληθαίνει
Το μάτι μου ανοιχτό πονάει στ’ αγκάθια
Δεν είναι η βρύση που ποθεί των δυο στηθιών τα ορνίθια
Όσο το βούισμα της σφήκας στους γυμνούς γοφούς.
Δώστε μου την ουλή του αμάραντου τα μάγια
Της κλώστρας κοπελιάς
Το «αντίο» το «έρχομαι» το «θα σου δώσω»
Σπηλιές υγείας θα το πιούνε στην υγεία του ήλιου
Ο κόσμος θα ‘ναι ή ο χαμός ή το διπλό ταξίδι
Εδώ στου ανέμου το σεντόνι εκεί στου απείρου τη θωριά.

Βίτσα τουλίπα μάγουλο της έγνοιας
Σπλάχνο δροσάτο της φωτιάς
Θα ρίξω ανάσκελα τον Μάη θα τον σφίξω στα μπράτσα μου
Θα τον δείρω τον Μάη θα τον σπαράξω.
II
                                                    ΠΡΑΣ1ΝΟ
Μια μαχαιριά στου μήλου τα ψαχνά
Μια πίκρα στο βρακί του φρέσκου αμύγδαλου
Ένα πήδημα νερού μέσα στα πράσα
Και το κορίτσι που δεν μπήκε ακόμη ολάκερο στον έρωτα
Μα κρατάει μες στην ποδιά του ένα στυφό δασάκι φρούτων.

Κορίτσι μου έχω στην καρδιά μια χλόη ανέγγιχτη
Και μια βροχή νιογέννητο τριφύλλι
Μα ο καταρράχτης που δεν χίμηξε είναι πιο βαθιά
Πιο χαμηλά
Και θα χιμήξει σαν θηρίο μέρας στον Απρίλη σου
Όταν αγγίξω την πηγή κι όταν σε φάει ο ήλιος.

Χόρτο στρωτό κρεβάτι
Σπίνου αυτί μελιού αλοιφή ανάσας καλωσόρισμα
Το κύμα της στεριάς είναι κι αυτό μεγάλο
Το άγγιγμα του κορμιού είναι κι αυτό βαθύ
Ο καιρός δεν είναι μάταιος στο γέλιο που σφαδάζει
Από την όρεξη να μπει στο πάθος τ’ ουρανού.

Θα μπω απ’ την πόρτα που ένα φύλλο σκέτο υπερασπίζεται
Θα μιμηθώ του έφηβου αλόγου τη βραχνάδα
Θα δοκιμάσω τον σπασμό που σ’ ανεβάζει ως τ’ άστρα!
III
                                                             ΚΙΤΡΙΝΟ
Νωρίς κοπέλες ροζακιές ρίξαν βεγγαλικές
Φωνές και χρώματα ηχερά
Στο μακρινό ξωκλήσι του πουνέντε…
Χούγια και νταν! Ξεχύθηκεν απ’ τις καμπάνες ο άνεμος
Κι όλο το πέλαγο μακριά χούγια και νταν! χούγια και νταν!
Βοσκάει με τρελοκαμπανάκια…

Και παν αυτές τώρα γυμνές από τη μέση ως πάνω
Με αλάργα ψάθα ρώγα κρεμεζιά νάζι από στάχυ
Λοξό με πεταλούδα στο δεξί βυζί το αντάρτικο
Τρεις τέσσερις δεκάξι ογδόντα ή εκατό
Παν και μαλώνουν τα παιδιά της γης της χορτοαρχόντισσας
Παν και φυσούν φούρκες φωτιάς με σάλπιγγες στ’ αλώνια
Καίνε σανό λιώνουν φλουριά θυμιάζουνε με ανθόσκονη
Κρόκων τα στέρνα της στεριάς τόσο που τρέμει πια
Μαίνεται από καναρινιές ριπές ο αιθέρας κι όλο αστράφτει
Βράζει με θειάφι στο γιαλό με καλαμιές στον κάμπο…
Κορίτσια μη! Με τι καρδιά να ορμήσουνε τ’ αηδόνια!
Μη! Με τι σκίρτημα νερού να βγούνε οι περγκολιές!
Πως να χωρέσει ο ουρανός σε μια κοχύλα ρόδινη
Κορίτσια πως να μαντευτεί απ’ τα μάτια σας το φως!
IV
                                                 Η ΠΟΡΤΟΚΑΛΕΝ1Α
                        Στον Αντρέα Καμπά
Τόσο πολύ τη μέθυσε ο χυμός του ήλιου
Που έγειρε το κεφάλι της και δέχτηκε να γίνει
Σιγά σιγά: η μικρή Πορτοκαλένια!
Έτσι καθώς γλαυκόλαμψαν οι εφτά ουρανοί
Έτσι καθώς άγγιξαν μια φωτιά τα κρύσταλλα
Έτσι καθώς αστράψανε χελιδονοουρές
Σάστισαν πάνω οι άγγελοι και κάτω οι κοπελιές
Σάστισαν πάνω οι πελαργοί και κάτω τα παγόνια
Κι όλα μαζί συνάχτηκαν κι όλα μαζί την είδαν
Κι όλα μαζί τη φώναξαν: Πορτοκαλένια!
Μεθάει το κλήμα κι ο σκορπιός μεθάει ο κόσμος όλος
Όμως της μέρας η κεντιά τον πόνο δεν αφήνει
Τη λέει ο νάνος ερωδιός μέσα στα σκουληκάκια
Τη λέει ο χτύπος του νερού μες στις χρυσοστιγμές
Τη λέει κι η δρόσο στου καλού βοριά το απανωχείλι:
Σήκω μικρή μικρή μικρή Πορτοκαλένια!
Όπως σε ξέρει το φιλί κανένας δε σε ξέρει
Μήτε σε ξέρει ο γελαστός Θεός
Που με το χέρι του ανοιχτό στη φλογερή αντηλιά
Γυμνή σε δείχνει στους τριανταδυό του ανέμους!

V
                                                     ΑΝΟΙΧΤΟ ΓΑΛΑΖΙΟ
Εύκολα που περνώ απ’ τα μάτια σου στον ουρανό
απ’ το μανίκι του νερού στο πρόσωπο της θάλασσας
απ’ το μικρό σου δάχτυλο στου ζαφειριού το αστέρι
Έλπιση φήμη του Φώτος έχταση απέραντη
Ό,τι κοιτάω με τη ματιά με θρέφει.
Ό,τι κρατάω με την αφή με θρέφει
Σώμα του πόντου δροσερό ή αγέρας
Γλόμπος του άπιαστου ονείρου η κρύα σαπουνόφουσκα
Της παρθενιάς σου η γεωγραφία που δε με μέλει
Κι ένα μεταξωτό για τσαλαπάτημα
Ένα καυκί καμπάνας γυάλινης για τους κουφούς
Που ντύνουν με φελλό την πιο βαριά τους κούκλα.
Η κούκλα μου είναι η κούκλα σου είναι η γαλαζούλα
Ολόγυμνη που διασκεδάζει τρυπημένη με άστρα
Και κάνει μπάνια στη νυχτιά και γαργαλάει τους γρύλους.
Μα μήτε η στάλα της Αυγής πιωμένη απ’ το γλαυκό
Μήτε της πονηριάς του αηδονιού η ανάσταση
Μήτε της σβούρας ο ίλιγγος μήτε η λιγοθυμιά
Της ώρας που σκορπάει μες στο κενό τα πούπουλα
Δεν πίνουν από την πηγή σου από την πηγή που λεν ελευτεριά.

VI
                                                      ΒΑΘΥ ΓΑΛΑΖΙΟ
Σε μάτιασαν οι νύφες του βυθού
Οι λευκές του μαΐστρου ερινύες
Ανάβοντας τη ζήλια του κορμιού
Μα όταν γέλασαν οι ανυφάντρες του ήλιου
Που φιλοδόξησαν ένα καμάρι επίγειο
Άξαφνα πήρες τη βαφή του απείρου.
Τώρα καθώς πατάω μες στις πλαγιές
Στα κουκουνάρια που φυσώντας έστρωσεν
Άνεμος γητευτής με χείλια βαθυγάλαζα
Καθώς γλιστράω στα τσάμια της κατηφοριάς
Κι ανοίγω τα φτερά στο βλέμμα σου το απέραντο
Καθώς ταιριάζω στου βοριά το στόμα μια υμνωδία
Μου φέγγει ο κόλπος το βαθύ μουρμούρισμα της άμμου
Και βλέπω ανθούς να πέφτουνε στα καθαρά νερά
Φύκια μελαχρινά στου φλοίσβου το νανούρισμα
Κανάτια υπομονετικά στου Αιγαίου τα παραθύρια.
Και βλέπω ακόμα ένα και μόνο βαθύχρωμο πουλί
Να πίνεται απ’ το αίνιγμα της αγκαλιάς σου
Όπως η νύχτα πίνεται από την αυγή
Όπως η αίγλη από τις μορφές των αγαλμάτων.
VII
                                                       ΜΕΝΕΞΕΛΙ
Σαν φέρετρο που προχωρεί ενώ κρυφά ο νεκρός
Αφήνει ένα ρυάκι μενεξέδες πίσω του
Κι η Αττική του σιγοψιθυρίζει καλησπέρα.

Σαν κηπουρός που τυραννιέται σκύβοντας
Μέσα στα συρματόσκοινα και τις εβραίισσες πέτρες
Μα δεν ακούει το πάθος της νεραντζανθιάς
Όταν φοράει τον άνεμο και γνέφει με χορτάρια
Πέρα στο σέλας των πλωτών βουνών
Κι από το αχ του αμπελουργού τρομάζουνε τα σύννεφα…
Η γη συνάζει ολόγυρα τους γαλαξίες των δέντρων της
Και μες στη μέση τους γεννάει μια λίμνη με νερά
Η γη ετοιμάζει τα σεντόνια της:
Αμάραντους πιο τρυφερούς κι από κουμπάκια αγγέλων
Βολβούς πιο πράους στο μέτρημα κι από ίσκιους τ’ ουρανού

Λάμπει ψηλά ολομόναχο το ανεμαλώνι
Μολόχες ντύνονται και παν στους τάφους για κεριά
Σφυρίζει ένα βαπόρι μακρινό που χάνεται.

Κι όπως με τρεις κλωστές καπνού λέει τον εσπερινό
Ήρεμη στέγη με την καμινάδα της
Μια νυχτερίδα πιάνεται μες στα μαλλιά της δύσης!
(Ο. Ελύτης, Ποίηση, Ίκαρος)

ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΜΠΡΕΛΑ ΜΟΥ ΚΑΤΟΙΚΕΙ ΕΝΑ ΣΥΝΝΕΦΟ


«Κάθε φορά που γελάς μαζί με το παιδί σου, ρίχνεις μια κλεφτή ματιά στον παράδεισο» 

     –      Judy Ford

ΚΙ ΕΙΝΑΙ ΟΝΤΩΣ... ΣΠΑΝΙΟ ΔΩΡΟ







Tο σπάνιο δώρο

Δημουλά Κική
Εκτύπωση
Kαινούργιες θεωρίες.
Tα μωρά δεν πρέπει να τ' αφήνετε να κλαίνε.
Aμέσως να τα παίρνετε αγκαλιά. Aλλιώς
υπόκειται σε πρόωρη ανάπτυξη
το αίσθημα εγκατάλειψης ενηλικιώνεται
αφύσικα το παιδικό τους τραύμα
βγάζει δόντια μαλλιά νύχια γαμψά μαχαίρια.

Για τους μεγάλους, ούτως ειπείν τους γέροντες
–ό,τι δεν είναι άνοιξη είναι γερόντιο πια–
ισχύουν πάντα οι παμπάλαιες απόψεις.
Ποτέ αγκαλιά. Aφήστε τους να σκάσουνε στο κλάμα
μέχρι να τους κοπεί η ανάσα
δυναμώνουν έτσι τα αποσιωπητικά τους.
Aς κλαίνε οι μεγάλοι. Δεν έχει αγκαλιά.
Γεμίστε μοναχά το μπιμπερό τους
με άγλυκην υπόσχεση –δεν κάνει να παχαίνουν
οι στερήσεις– πως θά 'ρθει μία και καλή
να τους επικοιμήσει λιπόσαρκα
η αγκαλιά της μάνας τους.
Bάλτε κοντά τους το μηχάνημα εκείνο
που καταγράφει τους θορύβους του μωρού
ώστε ν' ακούτε από μακριά
αν είναι ρυθμικά μοναχική η αναπνοή τους.
Ποτέ μη γελαστείτε να τους πάρετε αγκαλιά.
Tυλίγονται άγρια
γύρω απ' τον σπάνιο λαιμό αυτού του δώρου,
θα σας πνίξουν.

Tίποτα. Όταν σας ζητάνε αγκαλιά
μολών λαβέ μωρό μου, μολών λαβέ να απαντάτε.

(από το H εφηβεία της λήθης, Στιγμή 1994)

Και να παίζει με τ' άσπρο και το κυανό η ψυχή μου!

  
Θα γυρίσει αλλού τις χαρακιές
Της παλάμης, η Μοίρα, σαν κλειδούχος
Μια στιγμή θα συγκατατεθεί ο Καιρός
Πως αλλιώς, αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι
Θα παραστήσει ο ουρανός τα σωθικά μας
Και θα χτυπήσει τον κόσμο η αθωότητα
Με το δριμύ του μαύρου του θανάτου.
                                          II
Πενθώ τον ήλιο και πενθώ τα χρόνια που έρχονται
Χωρίς εμάς και τραγουδώ τ' άλλα που πέρασαν
Εάν είναι αλήθεια
Μιλημένα τα σώματα και οι βάρκες που έκρουσαν γλυκά
Οι κιθάρες που αναβόσβησαν κάτω από τα νερά
Τα «πίστεψέ με» και τα «μη»
Μια στον αέρα, μια στη μουσική
Τα δυο μικρά ζώα, τα χέρια μας
Που γύρευαν ν' ανέβουνε κρυφά το ένα στο άλλο
Η γλάστρα με το δροσαχί στις ανοιχτές αυλόπορτες
Και τα κομμάτια οι θάλασσες που ερχόντουσαν μαζί
Πάνω απ' τις ξερολιθιές, πίσω απ' τους φράχτες
Την ανεμώνα που κάθισε στο χέρι σου
Κι έτρεμε τρεις φορές το μωβ τρεις μέρες πάνω από
        τους καταρράχτες
Εάν αυτά είναι αλήθεια τραγουδώ
Το ξύλινο δοκάρι και το τετράγωνο φαντό
Στον τοίχο, τη Γοργόνα με τα ξέπλεκα μαλλιά
Τη γάτα που μας κοίταξε μέσα στα σκοτεινά
Παιδί με το λιβάνι και με τον κόκκινο σταυρό
Την ώρα που βραδιάζει στων βράχων το απλησίαστο
Πενθώ το ρούχο που άγγιξα και μου ήρθε ο κόσμος.
                                           III
Έτσι μιλώ για σένα και για μένα
 Επειδή σ' αγαπώ και στην αγάπη ξέρω
Να μπαίνω σαν Πανσέληνος
Από παντού, για το μικρό το πόδι σου μες στ' αχανή σεντόνια
Να μαδάω γιασεμιά - κι έχω τη δύναμη
Αποκοιμισμένη, να φυσώ να σε πηγαίνω
Μέσ' από φεγγερά περάσματα και κρυφές της θάλασσας στοές
Υπνωτισμένα δέντρα με αράχνες που ασημίζουνε
Ακουστά σ' έχουν τα κύματα
Πως χαϊδεύεις, πως φιλάς
Πως λες ψιθυριστά το «τι» και το «ε»
Τριγύρω στο λαιμό στον όρμο
Πάντα εμείς το φως κι η σκιά
Πάντα εσύ τ' αστεράκι και πάντα εγώ το σκοτεινό πλεούμενο
Πάντα εσύ το λιμάνι κι εγώ το φανάρι το δεξιά
Το βρεμένο μουράγιο και η λάμψη επάνω στα κουπιά
Ψηλά στο σπίτι με τις κληματίδες
Τα δετά τριαντάφυλλα, το νερό που κρυώνει
Πάντα εσύ το πέτρινο άγαλμα και πάντα εγώ η σκιά που μεγαλώνει
Το γερτό παντζούρι εσύ, ο αέρας που το ανοίγει εγώ
Επειδή σ' αγαπώ και σ' αγαπώ
Πάντα εσύ το νόμισμα κι εγώ η λατρεία που το εξαργυρώνει:
Τόσο η νύχτα, τόσο η βοή στον άνεμο
Τόσο η στάλα στον αέρα, τόσο η σιγαλιά
Τριγύρω η θάλασσα η δεσποτική
Καμάρα τ' ουρανού με τ' άστρα
Τόσο η ελάχιστή σου αναπνοή
Που πια δεν έχω τίποτε άλλο
Μες στους τέσσερις τοίχους, το ταβάνι, το πάτωμα
Να φωνάζω από σένα και να με χτυπά η φωνή μου
Να μυρίζω από σένα και ν' αγριεύουν οι άνθρωποι
Επειδή το αδοκίμαστο και το απ' αλλού φερμένο
Δεν τ' αντέχουν οι άνθρωποι κι είναι νωρίς, μ' ακούς
Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν αγάπη μου
Να μιλώ για σένα και για μένα.
                                         IV
Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν, μ' ακούς
Δεν έχουν εξημερωθεί τα τέρατα, μ' ακούς
Το χαμένο μου αίμα και το μυτερό, μ' ακούς
Μαχαίρι
Σαν κριάρι που τρέχει μες στους ουρανούς
Και των άστρων τους κλώνους τσακίζει, μ' ακούς
Είμ' εγώ, μ' ακούς
Σ' αγαπώ, μ'ακούς
Σε κρατώ και σε πάω και σου φορώ
Το λευκό νυφικό της Οφηλίας, μ' ακούς
Που μ' αφήνεις, που πας και ποιος, μ' ακούς
Σου κρατεί το χέρι πάνω απ' τους κατακλυσμούς
Οι πελώριες λιάνες και των ηφαιστείων οι λάβες
Θα 'ρθει μέρα, μ' ακούς
Να μας θάψουν, κι οι χιλιάδες ύστερα χρόνοι
Λαμπερά θα μας κάνουν πετρώματα, μ' ακούς
Να γυαλίσει επάνω τους η απονιά, μ' ακούς
Των ανθρώπων
Και χιλιάδες κομμάτια να μας ρίξει
Στα νερά ένα ένα, μ' ακούς
Τα πικρά μου βότσαλα μετρώ, μ' ακούς
Κι είναι ο χρόνος μια μεγάλη εκκλησία, μ' ακούς
Όπου κάποτε οι φιγούρες
Των Αγίων
Βγάζουν δάκρυ αληθινό, μ' ακούς
Οι καμπάνες ανοίγουν αψηλά, μ' ακούς
Ένα πέρασμα βαθύ να περάσω
Περιμένουν οι άγγελοι με κεριά και νεκρώσιμους ψαλμούς
Πουθενά δεν πάω, μ' ακούς
Ή κανείς ή κι οι δύο μαζί, μ' ακούς
Το λουλούδι αυτό της καταιγίδας και, μ' ακούς
Της αγάπης
Μια για πάντα το κόψαμε
Και δε γίνεται ν' ανθίσει αλλιώς, μ' ακούς
Σ' άλλη γη, σ' άλλο αστέρι, μ' ακούς
Δεν υπάρχει το χώμα, δεν υπάρχει ο αέρας
Που αγγίξαμε, ο ίδιος, μ' ακούς
Και κανείς κηπουρός δεν ευτύχησε σ' άλλους καιρούς
Από τόσον χειμώνα κι από τόσους βοριάδες, μ' ακούς
Να τινάξει λουλούδι, μόνο εμείς, μ' ακούς
Μες στη μέση της θάλασσας
Από μόνο το θέλημα της αγάπης, μ' ακούς
Ανεβάσαμε ολόκληρο νησί, μ' ακούς
Με σπηλιές και με κάβους κι ανθισμένους γκρεμούς
Άκου, άκου
Ποιος μιλεί στα νερά και ποιος κλαίει -ακούς;
Ποιος γυρεύει τον άλλο, ποιος φωνάζει -ακούς;
Είμ' εγώ που φωνάζω κι είμ' εγώ που κλαίω, μ' ακούς
Σ' αγαπώ, σ' αγαπώ, μ' ακούς.
                                          V
Για σένα έχω μιλήσει σε καιρούς παλιούς
Με σοφές παραμάνες και μ' αντάρτες απόμαχους
Από τι να 'ναι που έχεις τη θλίψη του αγριμιού
Την ανταύγεια στο πρόσωπο του νερού του τρεμάμενου
Και γιατί, λέει, να μέλλει κοντά σου να 'ρθω
Που δε θέλω αγάπη αλλά θέλω τον άνεμο
Αλλά θέλω της ξέσκεπης όρθιας θάλασσας τον καλπασμό
Και για σένα κανείς δεν είχε ακούσει
Για σένα ούτε το δίκταμο ούτε το μανιτάρι
Στα μέρη τ' αψηλά της Κρήτης τίποτα
Για σένα μόνο δέχτηκε ο Θεός να μου οδηγεί το χέρι
Πιο δω, πιο κει, προσεχτικά σ' όλο το γύρο
Του γιαλού του προσώπου, τους κόλπους, τα μαλλιά
Στο λόφο κυματίζοντας αριστερά
Το σώμα σου στη στάση του πεύκου του μοναχικού
Μάτια της περηφάνιας και του διάφανου
Βυθού, μέσα στο σπίτι με το σκρίνιο το παλιό
Τις κίτρινες νταντέλες και το κυπαρισσόξυλο
Μόνος να περιμένω που θα πρωτοφανείς
Ψηλά στο δώμα ή πίσω στις πλάκες της αυλής
Με τ' άλογο του Αγίου και το αυγό της Ανάστασης
Σαν από μια τοιχογραφία καταστραμμένη
Μεγάλη όσο σε θέλησε η μικρή ζωή
Να χωράς στο κεράκι τη στεντόρεια λάμψη την ηφαιστειακή
Που κανείς να μην έχει δει και ακούσει
Τίποτα μες στις ερημιές τα ερειπωμένα σπίτια
Ούτε ο θαμμένος πρόγονος άκρη άκρη στον αυλόγυρο
Για σένα ούτε η γερόντισσα μ' όλα της τα βοτάνια
Για σένα μόνο εγώ, μπορεί και η μουσική
Που διώχνω μέσα μου αλλ' αυτή γυρίζει δυνατότερη
Για σένα το ασχημάτιστο στήθος των δώδεκα χρονώ
Το στραμμένο στο μέλλον με τον κρατήρα κόκκινο
Για σένα σαν καρφίτσα η μυρωδιά η πικρή
Που βρίσκει μες στο σώμα και που τρυπάει τη θύμηση
Και να το χώμα, να τα περιστέρια, να η αρχαία μας γη.
                                         VI
Έχω δει πολλά και η γη μέσ' απ' το νου μου φαίνεται ωραιότερη
Ωραιότερη μες στους χρυσούς ατμούς
Η πέτρα η κοφτερή, ωραιότερα
Τα μπλάβα των ισθμών και οι στέγες μες στα κύματα
Ωραιότερες οι αχτίδες όπου δίχως να πατείς περνάς
Αήττητη όπως η Θεά της Σαμοθράκης πάνω από τα βουνά
       της θάλασσας
Έτσι σ' έχω κοιτάξει που μου αρκεί
Να 'χει ο χρόνος όλος αθωωθεί
Μες στο αυλάκι που το πέρασμά σου αφήνει
Σαν δελφίνι πρωτόπειρο ν' ακολουθεί
Και να παίζει με τ' άσπρο και το κυανό η ψυχή μου!
Νίκη, νίκη όπου έχω νικηθεί
Πριν από την αγάπη και μαζί
Για τη ρολογιά και για το γκιούλ μπρισίμι
Πήγαινε, πήγαινε και ας έχω εγώ χαθεί
Μόνος, και ας είναι ο ήλιος που κρατείς ένα παιδί νεογέννητο
Μόνος, και ας είμ' εγώ η πατρίδα που πενθεί
Ας είναι ο λόγος που έστειλα να σου κρατεί δαφνόφυλλο
Μόνος, ο αέρας δυνατός και μόνος τ' ολοστρόγγυλο
Βότσαλο στο βλεφάρισμα του σκοτεινού βυθού
Ο ψαράς που ανέβασε κι έριξε πάλι πίσω στους καιρούς
        τον Παράδεισο!
                                        VII
Στον 
Παράδεισο έχω σημαδέψει ένα νησί
Απαράλλαχτο εσύ κι ένα σπίτι στη θάλασσα
Με κρεβάτι μεγάλο και πόρτα μικρή
Έχω ρίξει μες στ' άπατα μιαν ηχώ
Να κοιτάζομαι κάθε πρωί που ξυπνώ
Να σε βλέπω μισή να περνάς στο νερό
Και μισή να σε κλαίω μες στον Παράδεισο.
 
 
 

                           ΤΟ ΜΟΝΟΓΡΑΜΜΑ  ΤΟΥ Οδυσσέα Ελύτη
                                                             (1971)