Πέμπτη, 27 Ιανουαρίου 2011

Ο ΚΑΒΟΥΡΑΚΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΤΟΥ.

     Το παρακάτω παραμύθι το έχει γράψει ο Moloch, ο οποίος διαγνώστηκε με μία σπάνια μορφή καρκίνου στα 28 του. Δημοσίευσε λοιπόν στο blog του μία ιστορία, ένα παραμύθι για να δώσει δύναμη στους γονείς και στα παιδιά που μπορει να έχουν διαγνωσθεί με καρκίνο. Μια ιστορία ελπίδας! Το μόνο που ζητάει είναι να αναδημοσιευτεί το κείμενο του όσο μπορεί περισσότερο (αναφέροντας πάντα με σύνδεσμο τον δημιουργό του) και ρωτάει αν υπάρχει κάποιος που να μπορεί να εικονογραφήσει αυτή την ιστορία ή ακόμη και να την εκδώσει προκειμένου να μοιραστεί στα παιδιά και στους γονείς τους που έχουν ξεκινήσει τον δικό τους αγώνα ενάντια στην ασθένεια του καρκίνου.»

      

Ο ΚΑΒΟΥΡΑΚΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΤΟΥ.



       «Το παρακάτω είναι μια μικρή ιστορία που έγραψα και απευθύνεται σε παιδιά που πρέπει να αντιμετωπίσουν έναν καρκίνο. Πολλές φορές έχω σκεφτεί ότι αυτό που πέρασα εγώ τώρα στα 28 μου δεν πρέπει να το περνάει κανένα παιδί. Είναι απόδειξη ότι δεν είναι τα πάντα “εν σοφία”. Για να απαλύνω κάπως την κατάσταση λοιπόν έγραψα αυτό το μικρό κειμενάκι. Πολλοί θα βαρεθείτε να το διαβάσετε. Λογικό καθώς απευθύνεται σε παιδιά και έχει συγκεκριμένο σκοπό. Προστατέυεται με άδεια Creative Commons, καθώς θεωρώ απαράδεκτο το να βγουν λεφτά από κάτι τέτοιο, αλλά απαραίτητο να κυκλοφορήσει όσο γίνεται περισσότερο. Σκέφτομαι αν βρεθεί ένας σκιτσογράφος με κέφι να το κάνουμε ένα pdf και να το στείλουμε στην κ. Βαρδινογιάννη για να το διαθέσει (αν φυσικά της αρέσει) στα παιδιά που νοσηλεύονται στην κλινική. Αυτά.»



       «Ο Άκης είναι ένα παιδί σαν όλα τα άλλα. Πάει στη γ’ τάξη του Δημοτικού σε μια όμορφη γειτονιά της Αθήνας, από εκείνες που τα παιδιά μαζεύονται μετά τα μαθήματά τους και παίζουν μπάλα και κρυφτό. Είναι αρκετά καλός μαθητής, χωρίς να διαβάζει πολύ και αυτό τον κάνει διπλά χαρούμενο όταν του λέει μπράβο η δασκάλα. Κι ο Δήμος είναι καλός μαθητής, ίσως καλύτερος από τον Άκη, αλλά δε βγαίνει ποτέ να παίξει τα απογεύματα γιατί η μαμά του τον βάζει να διαβάζει πολύ και μετά τον εξετάζει.
       Μια μέρα του φθινοπώρου, ο Άκης γύριζε σπίτι από το σχολείο φορτωμένος με τα μπράβο του και χαρούμενος σκεφτόταν ότι η μητέρα του θα του είχε φτιάξει κεφτεδάκια με πατάτες που του αρέσουν. Ύστερα, θα πήγαινε μια βόλτα με τον παππού και ίσως του έπαιρνε και μια σοκολάτα να μοιραστούν στην παιδική χαρά. Ο παππούς βέβαια θα έπαιρνε ένα μικρό κομματάκι γιατί λέει ότι είναι ήδη γεμάτος ζάχαρη. Τον Άκη δε θα τον πείραζε να είναι γεμάτος ζάχαρη σκέφτηκε καθώς έφτανε σπίτι.
Ανεβαίνοντας τα σκαλοπάτια μέχρι την πόρτα του σπιτιού ένιωσε ένα μικρό, πολύ μικρό πόνο στο πόδι του. Όπως τότε που ο Μιχάλης, εκείνο το παιδί που κάνει τη δασκάλα να τραβάει τα μαλλιά της και είναι πολύ αστεία όταν το κάνει, είχε τσιμπήσει το μπράτσο του για να του πάρει το καινούριο του μολύβι. Τι να έγινε εκείνο το μολύβι, αναρωτήθηκε και ξέχασε τον πόνο.
        Οι μέρες περνούσαν άλλες όμορφες σαν εκείνη τη μέρα που πήγε με το μπαμπά και τη μαμά να δουν τα δελφίνια κι άλλες άσχημες όπως τότε που η γειτόνισσα με τις γάτες δεν του έδωσε τη μπάλα που έπεσε στον κήπο της. Αυτό που δεν άλλαζε όμως ήταν εκείνος ο περίεργος πόνος στο πόδι του, λίγο πιο πάνω από το γόνατο. Ο Άκης νόμιζε ότι το είχε χτυπήσει κάποια στιγμή παίζοντας μπάλα. Βλέπετε όσοι δεν ήξεραν ποδόσφαιρο στη γειτονιά του, φαίνεται προσπαθούσαν να κλωτσήσουν τα πόδια των άλλων αντί για τη μπάλα. Δεν το κατάλαβε ποτέ του ο Άκης το γιατί. Το πιο περίεργο δε, ήταν ότι τις περισσότερες φορές ο πόνος ήταν πιο δυνατός το βράδυ, όταν έπεφτε να κοιμηθεί.
        Ένα βράδυ σαν όλα τα άλλα, καληνύχτισε τους γονείς του και πήγε στο κρεβάτι του. Διάβασε μερικές σελίδες από το βιβλίο με το νεαρό μάγο που αφού μεγάλωσε έπιασε δουλειά στο τσίρκο και έσβησε το φως να κοιμηθεί. Έβλεπε πολλά και περίεργα όνειρα αλλά αυτό που θα έβλεπε απόψε δεν χώραγε στη φαντασία του! Καθώς ήταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι του δίπλα στο μαξιλάρι του ήρθε και στάθηκε ένα μικρό γυαλιστερό καβουράκι. Ο Άκης, αν και είχε δει πολλά καβουράκια στη ζωή του στην παραλία κάτω από το σπίτι στο νησί, δυσκολεύτηκε να καταλάβει τι είναι. Βλέπετε κάτι το σκοτάδι, κάτι το κοστούμι με τη γραβάτα. Ε; Για στάσου! Από πότε τα καβουράκια φοράνε ρούχα; Και τι δουλειά είχε στο μαξιλάρι του Άκη;
      Άπλωσε λοιπόν το χέρι του να το πιάσει αλλά δεν τα κατάφερε. «Είναι όνειρο», σκέφτηκε ο Άκης και χαμογέλασε έτοιμος να συνεχίσει τον ύπνο του.
    -Ψίτ;
    -…
    -Ψίτ; Ναι εσύ ο περίεργος που δεν έχεις καν δαγκάνες. Μ’ ακούς;
Ο Άκης γύρισε σαστισμένος! Το καβούρι στον ύπνο του μιλούσε!
    -Ναι. Ποιος είσαι και τι κάνεις στο κρεβάτι μου κοστουμαρισμένος;
     -Αφενός δεν είμαι στο κρεβάτι σου. Επικοινωνώ μαζί σου μέσα από τα όνειρά σου. Κανονικά είμαι γατζωμένος μέσα στο δεξί σου πόδι. Όσο για το κοστούμι, οι πληροφορίες μου λένε ότι εδώ στη Γη παίρνετε περισσότερο στα σοβαρά όσους φοράνε κοστούμι και γραβάτα.
     Έχει δίκιο, σκέφτηκε ο Άκης. Να για παράδειγμα ο διευθυντής στο σχολείο που φοράει πάντα κοστούμι και γραβάτα είναι πάντα σοβαρός. Και όταν μιλάει τον ακούνε όλοι με προσοχή. Ακόμη και η δασκάλα. Μα αυτό σε απασχολεί Άκη; Τι εννοεί γατζωμένος μέσα στο πόδι σου; Και από πού έρχεται αν όχι από τη θάλασσα;
     Αυτά τον ρώτησε λοιπόν τον κύριο Καβουράκη κι εκείνος του εξήγησε.
     Στην άλλη άκρη του γαλαξία μας, όχι πολύ μακριά από εδώ αν δεν έχει κίνηση και ξέρεις τους σύντομους δρόμους, υπάρχει ένας μικρός πλανήτης με το όνομα (ο άλλος) Ποσειδώνας. Όχι αυτός που είναι εδώ στη γειτονιά μας. Ο άλλος. Γι’ αυτό και λέγεται έτσι. Πολύ μικρός πλανήτης, ακόμη και σε σχέση με τη Γη που δεν είναι και κανένα θηρίο. Ο πλανήτης αυτός είναι καλυμμένος με νερό θαλασσινό και μέσα κατοικούν λογής λογής θαλασσινά ζωάκια. Πρόεδρος της Δημοκρατίας, κάτι σαν βασιλιάς, είναι ένας κάβουρας που αγαπάει πολύ αυτό που κάνει και είναι έτσι όλοι χαρούμενοι. Ο κ. Καβουράκης είναι γιός του. Πρίγκηπας σα να λέμε. Επειδή η ζωή στον (άλλο) Ποσειδώνα είναι κάπως μονότονη για έναν πρίγκηπα, με όλους τους άλλους κάβουρες να τον υπηρετούν και να τον προσέχουν ο κ. Καβουράκης κάνει συχνά ταξίδια με το μίνι διαστημόπλοιό του.
     Όλα πήγαιναν μια χαρά, μέχρι που κατέβηκε στη Γη να δει τις παραλίες μας και να χαιρετήσει κάτι ξαδέρφια του που είχαν έρθει χρόνια πριν μετανάστες να γνωρίσουν τον κόσμο. Το διαστημόπλοιό του φαίνεται να μάζεψε βρώμα από μια παραλία που δεν καθάρισε κανένας και δεν κατάφερνε να απογειωθεί μέχρι το διάστημα. Την τελευταία φορά που δοκίμασε, έπεσε και καρφώθηκε μέσα στο πόδι του Άκη.
     -Έτσι που λες Άκη μου. Και τώρα έχω μπλέξει εδώ και δεν μπορώ να φύγω.
     -Ναι αλλά εγώ πονάω! Σκέφτομαι μάλιστα να πω στη μαμά να με πάει στο γιατρό. Αν και αυτός συνήθως με κυνηγάει με τα εμβόλια.
     -Γι’ αυτό κι εγώ επικοινώνησα μαζί σου Άκη. Πρέπει να πας στο γιατρό για να βολευτούμε και οι δυο.
    -Δηλαδή;
    -Δηλαδή εσύ θα σταματήσεις να πονάς κι εγώ θα μπορέσω να πάω σπίτι μου. Ίσως δεν ήταν τελικά και τόσο βαρετά…
    -Καλά, εμένα θα με κάνει καλά ο γιατρός. Εσύ πως θα πας σπίτι;
    -Θυμάμαι από το Πανεπιστήμιο της Ατλαντίδας, όπου σπούδαζα διαστημική της θάλασσας ότι τα ανθρώπινα φάρμακα μπορούν να δουλέψουν ως καύσιμα για το διαστημόπλοιό μου! Οπότε αν πάρεις αρκετά θα μπορέσω να το ξεκινήσω και αν πατήσω αρκετό γκάζι να ξεσφηνώσω από το πόδι σου!
      Αφού χαιρετήθηκαν, ο Άκης ξύπνησε και περίμενε μέχρι το πρωί. Σκεφτόταν τι να κάνει. Από τη μια φοβόταν το γιατρό. Όχι τον ίδιο δηλαδή αλλά τις βελόνες του. Δεν είναι ότι πιο ευχάριστο να σε τσιμπάνε με βελόνες! Αν ήταν θα το είχαν και στο λούνα Παρκ! Από την άλλη όμως λυπόταν τον κ. Καβουράκη με το μπλέξιμό του και είχε κουραστεί κι εκείνος να πονάει. Αποφάσισε λοιπόν να πει στη μαμά του να τον πάει στο γιατρό αλλά να μην πει τίποτε για το νέο φίλο του.
      Από την άλλη μέρα κιόλας, ο Άκης άρχισε να πηγαίνει στο νοσοκομείο. Είχε πολλές βελόνες και πολλά τσιμπήματα. Από την πρώτη μέρα κιόλας άρχισε να φεύγει ο πολύς πόνος. Ο κ. Καβουράκης ερχόταν κάθε βράδυ, του έλεγε πόσα ακόμη καύσιμα χρειάζεται και για να τον ευχαριστήσει που άντεχε όλες αυτές τις βελόνες και την κούραση από τα φάρμακα του έλεγε ιστορίες από τον πλανήτη του αλλά και από τα ταξίδια του. Για εκείνη τη φορά που ένα περαστικό διαστημόπλοιο έχυσε λάδια στον (άλλο) Ποσειδώνα και τρίβανε με τα σφουγγάρια όλο το βυθό, για τον περίεργο πλανήτη με τα ηφαίστεια όπου συνάντησε κάποτε με ένα τριαντάφυλλο μέσα σε μια γυάλα και τον ρωτούσε μήπως είδε πουθενά κάποιο Πρίγκηπα. Είπε στο τριαντάφυλλο ότι κι εκείνος είναι πρίγκηπας, αλλά εκείνο έψαχνε έναν άλλο πιο μικρό και πιο ξανθό. Ακούστηκε ενδιαφέρον τύπος…
Όταν τα καύσιμα ήταν πια αρκετά ο κ. Καβουράκης χαιρέτησε τον Άκη και ετοιμάστηκε για αναχώρηση. Έλα όμως που δεν υπολόγισε κάτι ακόμα!
     -Άκη! Έχουμε πρόβλημα!
      -Μα τι λες; Όλα πάνε μια χαρά! Εγώ είμαι καλύτερα, το σκάφος σου είναι σχεδόν γεμάτο καύσιμα, η μαμά θα φτιάξει αύριο κέικ με σοκολάτα!
     -Τα μαλλιά σου.
     -Τα μαλλιά μου είναι μια χαρά. Τα χτενίζω μόνος μου και μερικές φορές βάζω και ζελέ για να στέκονται όπως του μπαμπά.
     -Ναι αλλά… προκαλούν παρεμβολές.
     -Παρε..τι;
     -Παρεμβολές. Να πώς να σου πω, πως είναι στην τηλεόραση που μερικές φορές δεν πιάνει καλά το κανάλι; Έ απ’ αυτό μόνο που τώρα δεν πιάνει καλά το τιμόνι. Αριστερά πατάω εγώ, δεξιά στρίβει το σκάφος μου.
    -Κι όλα αυτά από τα μαλλιά μου;
    -Ναι! Τα μαλλιά είναι στους ανθρώπους σαν τις κεραίες!
    -Ωραία και τι προτείνεις; Να τα κόψω;
    -Βασικά όσο κοντά και να τα κόψεις δεν λύνεται το πρόβλημα. Πρέπει να τα ρίξουμε. Για λίγο! Μέχρι να απογειωθώ και να απομακρυνθώ! Μετά θα ξαναβγούν στ’ ορκίζομαι!
     -Μα θα γίνω σαν τον παππού που όταν περνάει κάτω από λάμπα γυαλίζει το κεφάλι του!
     -Ναι αλλά εσένα θα είναι για λίγες μέρες μόνο! Άντε ένα δυο μήνες το πολύ. Σε παρακαλώ! Μην με ταλαιπωρείς για τρίχες κατσαρές!
     Ο Άκης το σκέφτηκε λίγο και τελικά συμφώνησε. Δεν ήταν δα και τόσο τραγικό! Θα έβαζε τη γιαγιά να του φτιάξει έναν όμορφο σκούφο, ίσως με τα χρώματα της ομάδας του! Δε θα χρειαζόταν και να χτενίζεται, που το βαριόταν λίγο. Ειδικά όταν τον χτένιζε η μαμά ίσως ακόμη και να πονούσε!
     Την άλλη μέρα τα μαλλιά του άρχισαν να πέφτουν. Οι γονείς του και οι συγγενείς του τον κοιτούσαν σα να στενοχωριόντουσαν αλλά εκείνος ήξερε το λόγο και ήταν σχεδόν χαρούμενος που όλα πήγαιναν μια χαρά.
     Όταν τελικά έπεσαν όλα, ο κ. Καβουράκης ξεκίνησε το ταξίδι του! Ο Άκης σταμάτησε να πηγαίνει στα νοσοκομεία και γύρισε στο σχολείο του, τη μπάλα του, τις βόλτες με το ζαχαρένιο του παππού. Πολλές φορές θυμάται πόσο κουράστηκε για να βοηθήσει το φίλο του αλλά δεν έχει σημασία πια. Περιμένει το καλοκαίρι να πάει στην παραλία κάτω από το σπίτι στο νησί για να μάθει νέα από τα ξαδέρφια του κ. Καβουράκη!»

9 σχόλια:

  1. πω πωωωωω! τι συγκινητικό! Υπέροχοοοο!
    Γραμμένο με τόση αλήθεια και αθωότητα!
    Σε ευχαριστώ πολύ που το αναδημοσίευσες για να το διαβάσουν κι άλλοι!
    μ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Πραγματικά πολύ όμορφη ιστορία...

    Κρίμα που δεν προλαβαίνω όλες τις αναρτήσεις σου...
    Έχω πολλά μαθήματα και μπαίνω για πολύ λίγο.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. πολύ συγκινητικό ...νομίζω πως έχει εκδοθεί ως βιβλίο(δεν είμαι σίγουρη),κάπου το έχω δει...
    καλημέρα.......

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. δε ξερω αν εχει εκδοθει νασια μου, μακαρι να εχει!

      καλημερα και σε σενα γλυκια μου!

      Διαγραφή
    2. δε ξερω αν ειχε εκδοθει νασια μου, μακαρι να εχει.

      φιλακια πολλα

      Διαγραφή
  4. Τι να πω;
    ΥΠΟΚΛΙΝΟΜΑΙ!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Δεν μπορείς να φανταστείς φίλη μου καλή, με πόσο δέος και συγκίνηση "στέκομαι" σε αυτή σου την ανάρτηση. Το παραμύθι είναι γεμάτο ευαισθησία παιδικότητα και ομορφιά ψυχής. Όση ώρα το διάβαζα, ένιωθα σαν να επικοινωνούσα με τον Μoloch. Εύχομαι η ψυχούλα του να αναπαύεται μαζί με τους αγγέλους. Λυπάμαι πάρα πολύ, που δεν τα κατάφερε.
    Το περίεργο είναι, ότι ακριβώς πριν μπω στον υπολογιστή, ετοίμαζα ένα τραγούδι για ένα παιδάκι έξι χρονών, τη Στέλλα που "έφυγε" τον προηγούμενο Αύγουστο "νικημένο" από τον καρκίνο.
    Τους στίχους τους έγραψε ο μπαμπάς της, μαζί με έναν κοινό μας φίλο. Τους έχω από τις αρχές του μήνα, όμως δεν μπορούσα να τους δουλέψω, γιατί όποτε το έπαιρνα στα χέρια μου, έκλαιγα διαβάζοντάς τους. Πάλεψα όμως να τους μελοποιήσω, για να απαλύνω όσο μπορώ τον πόνο του μπαμπά και της μαμάς... Αν ποτέ είναι αυτό δυνατόν.
    Λυπάμαι που "φεύγουν" συνάνθρωποι μας με αυτή την αρρώστια. Λένε ότι γέμισε ο παράδεισος με συνανθρώπους μας που δοκιμάστηκαν από αυτή την αρρώστια.
    Καλό βράδυ σου εύχομαι

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. καλημερα αγαπημενη μου Ροδουλα. για αλλη μια φορα με συγκινησες με το σχόλιό σου γιατι ειναι τοσο γλυκο και τρυφερο οσο εσυ. εκπεμπεις τρυφεροτητα και ευαισθησια απο μακρια.

      πραγματι ειναι κριμα να φευγουν τοσοι συνανθρωποι μας απο τη ζωη λογω μιας ασθενειας. απορω γιατι δν εχει βρεθει το αντιδοτο. πραγματικα απορω. μακαρι να βρεθει γρηγορα.

      Διαγραφή

ΕΚΦΡΑΣΟΥ ΚΑΙ ΕΣΥ ΜΑΖΙ ΜΟΥ! :)