Με ρωτάνε συνέχεια, με κοιτάζουν με εκείνο το μείγμα θαυμασμού και δυσπιστίας: «Πώς γράφεις τόσο πολύ; Πώς γίνεται να έχεις πάντα κάτι να πεις; Πότε προλαβαίνεις;» Κι εγώ… χαμογελάω. Όχι από αμηχανία, από τρυφερότητα. Γιατί δεν ξέρουν. Δεν ξέρουν πως για μένα το γράψιμο δεν είναι κάτι που κάνω. Δεν είναι πρόγραμμα, δεν είναι πειθαρχία, δεν είναι παραγωγή. Είναι κάτι που είμαι. Είναι σαν να με ρωτάνε: «Γιατί αναπνέεις;» «Γιατί υπάρχεις;» Και πώς να απαντήσεις σε αυτό; Από μικρή θυμάμαι τον εαυτό μου να ακούει, να παρατηρεί, να βλέπει εκείνα που οι άλλοι προσπερνούν. Να κρατά μέσα του λέξεις, βλέμματα, ήχους, αποχρώσεις του φωτός πάνω στα πράγματα. Ήμουν πάντα ένα παιδί που κουβαλούσε περισσότερα απ’ όσα μπορούσε να πει. Μια ψυχή με γεμάτες τσέπες. Μια σιωπή με εσωτερική φωνή. Και τότε ήρθαν οι λέξεις, ή ίσως πήγα εγώ σε αυτές. Δεν έχει σημασία. Αυτό που θυμάμαι είναι πως όταν έγραφα, ένιωθα ολόκληρη. Σαν να στεκόμουν μπροστά σε έναν καθρέφτη και, επιτέλους,...
Όταν το μυαλό σου πάει να εκραγεί, κάνε χώρο. Εκφράσου.