Με ρωτάνε συνέχεια,
με κοιτάζουν με εκείνο το μείγμα θαυμασμού και δυσπιστίας:
«Πώς γράφεις τόσο πολύ;
Πώς γίνεται να έχεις πάντα κάτι να πεις;
Πότε προλαβαίνεις;»
Κι εγώ… χαμογελάω.
Όχι από αμηχανία,
από τρυφερότητα.
Γιατί δεν ξέρουν.
Δεν ξέρουν πως για μένα το γράψιμο δεν είναι κάτι που κάνω.
Δεν είναι πρόγραμμα, δεν είναι πειθαρχία, δεν είναι παραγωγή.
Είναι κάτι που είμαι.
Είναι σαν να με ρωτάνε:
«Γιατί αναπνέεις;»
«Γιατί υπάρχεις;»
Και πώς να απαντήσεις σε αυτό;
Από μικρή θυμάμαι τον εαυτό μου να ακούει,
να παρατηρεί,
να βλέπει εκείνα που οι άλλοι προσπερνούν.
Να κρατά μέσα του λέξεις, βλέμματα, ήχους,
αποχρώσεις του φωτός πάνω στα πράγματα.
Ήμουν πάντα ένα παιδί που κουβαλούσε περισσότερα απ’ όσα μπορούσε να πει.
Μια ψυχή με γεμάτες τσέπες.
Μια σιωπή με εσωτερική φωνή.
Και τότε ήρθαν οι λέξεις,
ή ίσως πήγα εγώ σε αυτές.
Δεν έχει σημασία.
Αυτό που θυμάμαι είναι πως όταν έγραφα, ένιωθα ολόκληρη.
Σαν να στεκόμουν μπροστά σε έναν καθρέφτη και, επιτέλους, να αναγνώριζα το πρόσωπό μου.
Το γράψιμο δεν με άλλαξε,
με αποκάλυψε -ή μάλλον, με σύστησε στον εαυτό μου.
Δεν χρειάζομαι χρόνο για να γράψω.
Δεν περιμένω έμπνευση.
Δεν περιμένω τίποτα να "μου βγει".
Είναι ήδη μέσα μου.
Και όταν έρθει η στιγμή -που πάντα έρχεται-
ανοίγω την πόρτα και το αφήνω να περάσει.
Κουβαλάω ιστορίες που δεν ειπώθηκαν.
Σκέψεις που δεν χώρεσαν σε κουβέντες.
Συναισθήματα που δεν άντεξαν τη σιωπή.
Εικόνες που ζητούν να γίνουν λέξεις για να μην ξεχαστούν.
Γράφω όταν γελάω.
Γράφω όταν πονάω.
Γράφω όταν δεν έχω σε ποιον να μιλήσω-
γιατί το χαρτί με ακούει πάντα.
Γράφω όταν νιώθω πως κανείς δεν με καταλαβαίνει-
γιατί οι λέξεις με καταλαβαίνουν.
Κι όταν γράφω, δεν είμαι ποτέ μόνη.
Μέσα στις φράσεις μου βρίσκω
όλα όσα αγάπησα,
όλα όσα έχασα,
όλα όσα δεν κατάφερα να πω.
Ίσως γι’ αυτό γράφω τόσο πολύ.
Όχι για να εντυπωσιάσω.
Όχι για να αποδείξω κάτι.
Αλλά για να επιβιώσω.
Για να νιώθω ότι υπάρχω.
Για να θυμάμαι.
Για να τιμήσω εκείνη τη μικρή φωνή μέσα μου
που δεν έπαψε ποτέ να ψιθυρίζει,
ακόμα κι όταν ο κόσμος γύρω μου έκανε θόρυβο.
Μερικές φορές νομίζω πως γράφω για να μην ξεχάσω ποια είμαι
ή για να φτιάξω την εκδοχή του εαυτού μου που δεν τόλμησα να ζήσω.
Μέσα στις λέξεις είμαι ελεύθερη.
Μέσα στις λέξεις, δεν με φοβάμαι.
Και δεν είναι μόνο λέξεις.
Είναι δέρμα.
Είναι βλέμμα.
Είναι καρδιά.
Είναι οξυγόνο.
Είναι το τραύμα και η θεραπεία του.
Το σκοτάδι και το φως, μαζί.
Αν δεν έγραφα, δεν ξέρω ποια θα ήμουν.
Ίσως ένα σώμα που κινείται, αλλά δεν ζει.
Μια φωνή χωρίς ήχο.
Ένας καθρέφτης χωρίς είδωλο.
Γι’ αυτό μη με ρωτάς πώς προλαβαίνω.
Μη με ρωτάς γιατί γράφω.
Ρώτα με πώς γίνεται να μην.
Ρώτα με τι απομένει όταν σωπαίνω.
Ίσως τότε καταλάβεις.
Δεν γράφω γιατί έχω κάτι να πω.
Γράφω γιατί είμαι γεμάτη.
Γεμάτη κόσμους, λέξεις, πρόσωπα, σιωπές, έρωτες, πληγές.
Κι αν δεν τα δώσω, θα με πνίξουν.
Γι’ αυτό γράφω.
Γι’ αυτό υπάρχω.
Είμαι λέξεις και φαντασία.
Η φαντασία με οδηγεί, και κάποιες φορές με χάνει.
Οι λέξεις με επιστρέφουν.
Και ίσως, αν είχα μόνο τη φαντασία, να μην τα κατάφερνα.
Γιατί η φαντασία έχει και τη σκοτεινή της πλευρά.
Αν ξεπεράσεις το όριο, σε καταπίνει.
Οι λέξεις όμως… με κρατούν.
Με πληγώνουν, ναι.
Αλλά ταυτόχρονα με σταθεροποιούν.
Με αφήνουν να υπάρχω.
Να αναπνέω.
Να ζω χωρίς να διαλύομαι.
Και χαίρομαι που είμαι εδώ.
Γιατί οι λέξεις είναι ο λόγος που δεν χάθηκα.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
ΕΚΦΡΑΣΟΥ ΚΑΙ ΕΣΥ