Η μυρωδιά από ψημένο κρέας τους χτύπησε πριν καν δουν την ψησταριά. Ήταν από αυτές τις μυρωδιές που δεν τις αγνοείς. Λιπαρή, ζεστή, ανακατεμένη με καπνό και κάτι γλυκό από τις μαρινάδες. Μια μυρωδιά που κολλάει στα ρούχα και στα μαλλιά και σου ξυπνάει το στομάχι πριν προλάβεις να το σκεφτείς. Έξω από το σούπερ μάρκετ είχαν στήσει τραπεζάκια, ψυγειάκια με αναψυκτικά, κουτιά με μουστάρδα, κέτσαπ, μαγιονέζα, πλαστικά ποτήρια με πάγο που έλιωνε αργά. Η ψησταριά κάπνιζε σταθερά, και κάθε τόσο ακουγόταν το «τσσς» από το λίπος που έπεφτε πάνω στα κάρβουνα. Ο κόσμος κρατούσε καλαμάκια τυλιγμένα σε λαδόκολλα. Άλλοι τα έτρωγαν σκέτα, άλλοι τα βουτούσαν σε μουστάρδα ή μαγιονέζα. Λουκάνικα κομμένα σε ροδέλες, με οδοντογλυφίδες καρφωμένες πρόχειρα. Κάποιοι είχαν μπύρες, άλλοι κόκα κόλα, πορτοκαλάδα, λεμονάδα. Τα μπουκάλια άνοιγαν με εκείνο το χαρακτηριστικό «ψσσστ» που πάντα ακούγεται πιο ωραίο όταν είσαι πεινασμένος. Εκείνος είχε μπει για να πάρει λίγα πράγματα. Ψωμί, τυρί και κάτι έτοιμο για τ...
Όταν το μυαλό σου πάει να εκραγεί, κάνε χώρο. Εκφράσου.