Μεγάλη Εβδομάδα, λες, μα δεν είναι εβδομάδα. Είναι ένας δρόμος μακρύς, αέρινος, σαν να τον φύσηξε κάποιος Θεός και ξέχασε να τον τελειώσει. Προχωράς και δεν ακούγεται ήχος, μόνο κάτι μέσα σου που σπάει σιγά σιγά, σαν την αγαπημένη σου πορσελάνη που δεν τόλμησες ποτέ να πετάξεις. Είναι ένας δρόμος που θυμάται όλα όσα προσπαθείς να ξεχάσεις. Στην αρχή είχε αγκάθια, θυμάσαι; Που δεν σε τρυπούσαν απλώς, σε κρατούσαν, σε μάθαιναν να περπατάς αργά, να προσέχεις, να φοβάσαι πάντα λίγο περισσότερο απ’ όσο μπορείς να αντέξεις. Είχε λάσπη... Εκείνη τη λάσπη που φοβάσαι ότι θα σε καταπιεί, γιατί ξέρεις ότι δεν είναι μόνο χώμα και νερό, είναι μέρες κουρασμένες, λόγια που δεν ειπώθηκαν, μάτια που χαμήλωσαν και υπέμειναν την αδιαφορία ή την απαξίωση. Είναι σαν να αντίκρισες τον εαυτό σου παιδί και τον είδες να κρατά το πόδι σου και να σου λέει «μείνε», όχι γιατί σε ήθελε για πάντα κοντά του, αλλά γιατί ήξερε πως, για να φύγεις, έπρεπε πρώτα να περάσεις από μέσα του. ...
Όταν το μυαλό σου πάει να εκραγεί, κάνε χώρο. Εκφράσου.