Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από Σεπτέμβριος, 2019

Αγκαλιασμένο με ευλάβεια, έφερε το τριαντάφυλλο κοντά στο πρόσωπό της και απόλαυσε τη μυρωδιά του, κλείνοντας αργά αργά τα βλέφαρά της. Το μεθυστικό του άρωμα σε συνδυασμό με τις ρομαντικές σκέψεις που κατέκλυσαν το μυαλό της, στις οποίες πρωταγωνιστές ήταν ο Πέτρος και εκείνη, την έκαναν να ανασάνει βαθιά και μια γαλήνια έκφραση χαράχθηκε και φώτισε το πρόσωπό της.

Αν οι άνθρωποι ήσαν λιγότερο απαίσιοι, η ζωή θα ήταν υπέροχη.
Κρώφορντ Τζοαν


Αν ζει, αν υπάρχει ακόμα η ποίηση, τούτο το χρωστάμε σ’ εκείνη την ασήμαντη, την ταπεινή ρωγμή που λησμόνησαν οι θεοί στο σφαλισμένο παράθυρο της σιγουριάς και της άμυνας των ανθρώπων. Τάκης Σινόπουλος, 1917-1981, Έλληνας ποιητής
~~ Η Αγάπη Δηλώνει Παρών - Κική Κωνσταντίνου Photo credit Alexandra Mouriopoulou
Τοποθεσία: Αγία Παρασκευή - Κέφαλος Κως
Ευχαριστούμε πολύ λατρεμένη μου!! Μαζί σου, σε όλα τα ταξίδια! Με συγκινεί η αγάπη σου!


"Δάκρυσε η κοπέλα όταν αντιλήφθηκε τη μελαγχολική της νότα και το αγόρι όταν παρατήρησε δάκρυα να στολίζουν τα λευκά και πορσελάνινα μάγουλά της αισθάνθηκε την ανάγκη να κλάψει και αυτό.
Με το ένα χέρι έκοψε ένα ροζ τριαντάφυλλο που ξεπηδούσε επάνω από το μάντρινο τοίχο και της το πέταξε ψηλά.
Στα πόδια της βρισκόταν πλέον ένα τόσο όμορφο λουλούδι…
Το άγγιξε απαλά και δάκρυα έτρεχαν απτόητα στο μάγουλο της, μόνο που αυτή τη φορά ένα όμορφο χαμόγελο, φρόντιζε να τους κά…

ΔΙΧΩΣ ΟΝΟΜΑ, ΔΙΧΩΣ ΣΗΜΑΣΙΑ. ΚΑΝΕΙΣ - ΚΙΚΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Με τρομάζει η θλίψη που μοιάζει με λουλούδι.
Με τρομάζει το πέταλο, που αντί να μαραίνεται, ανθίζει.
Λες και όλα ανάποδα, γίνονται.
Λες και η τροχιά, μας οδηγεί σε ένα αλησμόνητο πεδίο.

Μέσα σε εκείνη τη στοά, υπάρχει μια ανυπεράσπιστη χαραμάδα.
Εκεί, μια πλαγιά, μας οδηγεί σε έναν κόσμο αθέατο.
Μέσα στην βαλίτσα μου, έχω μόνο υπομονή.
Υπομονή για ένα ακόμη αδιέξοδο .

Εκείνο το βράδυ, κενό.
Εκείνη την ημέρα, φλόγα.
Αγέλαστη φλόγα, καυστική.
Έσω, κατοικούν αμέριμνα τα χαμοπούλια.

Στις μνήμες και στα όνειρα, πίστωση δεν έκανα.
Ποτέ μου δε λύγισα, δεν γύρισα πίσω.
Ακόμη και στα δύσκολα, στην πλήρη απελευθέρωση, υπέμεινα την κάθε παράλογη σκέψη των «μικρών» ανθρώπων.
Μου έγιναν βάρος. Αφόρητο βάρος. Έγιναν πέτρες. Ελαφριές πέτρες, γεμάτες μπετό και ατσάλι.

Σε εκείνη την Παραμυθούπολη, την Άυλη Πολεμοχώρα, εντόπισα τον Οίκτο. Ήταν δέσμιος, σαν ένα ορειχάλκινο υφαντό.
Κανένα μενταγιόν δεν ήταν σύμβολο αιχμαλωσίας. Ούτε δώρου, θαρρώ.
Το παιδί στο σεντόνι δεν μαρτύρησε υποταγή, μα ούτε ελε…

H ΤΑΠΕΤΣΑΡΙΑ - ΚΙΚΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Ερωτεύτηκε παράφορα την νηνεμία.
Πολλές φορές νόμιζε, πως όλοι οι νεκροί πλήθαιναν, πίσω από το πρόσωπό του.

Κάποιες φορές, ένα κίτρινο χαμομήλι του χαμογελούσε - λες και ένα παιδί πενιχρό - του έπλεκε τον Ήλιο. Τον ήλιο, τον παράφορο.

Μέσα σε κάτι στενά σταυροδρόμια, ξεχύνονταν οι ελπίδες σαν ένα ακούραστο όνειρο. Δωρικές οι δανειακές μας εκφράσεις.

Ένα μικρό μπιζέλι, χαιρέτησε δειλά τον κόσμο. Μια μόνιμη ηδονή, ανέτειλε.
Η ερημιά, ήταν ο τόπος του ραντεβού τους. Μνήμες ανέστησαν τον πολύτιμο λίθο, την πέτρα την αυτάρεσκη. Ένας λόγιος Ερμής, μας ανέστησε.

Βάφτισε τις ελπίδες· μαργαρίτες και τις μαργαρίτες, τις ονομάτισε βέλος. Στόλος έγιναν οι επιθυμίες. Νεκρή σιγή, οι σκέψεις οι ευάλωτες. Σε εκείνον τον σκούρο μπλε διάδρομο, οι αντιθέσεις έγιναν εκδικήσεις. Η μανία τους κατέτρωγε. Σοφή προσμονή, ο δρόμος που κατάπιε αγκάθια.

Μαζί του, ονειρεύομαι μια Γη κίτρινη και ένα φεγγάρι Ανεκπλήρωτου κόσμου.
Μαζί του, βλέπω μια ταπετσαρία να μου χαμογελάει.
Στα οράματά μου, όλα μοιάζουν…

ΕΚΦΡΑΣΤΙΚΑ ΣΧΟΛΕΙΑ

Μουσικό σχολείο - όργανο στην Κίνα, εκφραστικοί.
Εκπληκτικό. Διδάσκεσαι ένα όργανο μέσα στο όργανο.
Τέλειο;




Είσαι ένα τρένο και είμαι ένα βαγόνι! Ρωτάω πράγματα, μα κανείς δε μου απαντάει. Προτείνω εξορμήσεις, μα κανείς δε θέλει να ακολουθήσει και να μείνει μαζί μου ως το τέλος.

"Είσαι ένα τρένο και είμαι ένα βαγόνι! Κάποτε θυμάμαι αντηχούσαν φωνές στο εσωτερικό μου, μα τωρα ακούω μονάχα τις συλλαβές της θλιβερής ψυχής μου.
Ρωτάω πράγματα, μα κανείς δε μου απαντάει. Προτείνω εξορμήσεις, μα κανείς δε θέλει να ακολουθήσει και να μείνει μαζί μου ως το τέλος. Γελάω με την πεποίθηση ότι χιλιάδες επιφωνήματα χαράς και ευτυχίας θα παίξουν κονσέρτο στο εσωτερικό μου, μα η τόση ησυχία με κάνει να ανησυχήσω πως έχω πλέον χάσει την ακοή μου. Και κάπως έτσι, βουβά, δειλά, αθόρυβα αφήνω τα δάκρυα να κυλήσουν στα σιδερένια μου μάγουλα και να μυρίσω το κάρβουνο που δείχνει πως ο συρμός μου έχει πλέον καταλήξει.
Σκούριασε, πάλιωσε και απεσύρθη. Όπως αποσύρονται τα παλιοπράματα, έτσι κι εγω! Και κανείς τους δε θυμήθηκε πως δεν ήμουνα ένα απλό βαγόνι. Γιατί ήξεραν! Μπορεί να αποσιώπησαν, μα ήξεραν! Κι αυτό με θλίβει. Δεν ξέχασαν, απλώς όλοι συνηγόρησαν στο να κάνουν πως ξεχνούν, για να μην χρειαστεί ποτέ τους να μιλήσουν.
Ας είναι, τους συγχωρώ. Γέρασα, άλλωστε, τα ηλεκτρολογικά…

ΚΑΡΤ ΠΟΣΤΑΛ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ - ΚΙΚΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Δεν είχε να δώσει τίποτα, παρά μόνο Αγάπη!

Μα επιτέλους, που νομίζει ότι βρισκόταν; Ποιά ήταν αυτή που τόλμησε να Αγαπήσει; Ποιά ήταν αυτή που ζήτησε να Αγαπηθεί.

Τι ονειρεύεσαι; τη ρώτησαν.
Αγάπη, απάντησε.

Αγάπη;
Γέλασε το άσχημα - όμορφο - πλήθος.

Αυτή;
Αυτή η μικρή, η άμοιρη να τους πάει κόντρα; Αυτή;
Αδιανόητα τρελό..

Έπρεπε να την κάνουν να τους μοιάσει.
Να ζητάει ύλη, αφόρητη ύλη.
Έπρεπε να γίνει σαν αυτούς, διαφορετικά, να τους αδειάσει τον χώρο, να βγει από το στενό το αδιάβατο, το απροσπέλαστο μονοπάτι.

Δεν τους καταλάβαινε
Ποτέ δεν τους καταλάβαινε
Όλοι τους, ήταν τόσο διαφορετικοί.
Αναμεμειγμένα σώματα με επιθυμίες.
Άναρχες επιθυμίες, ευέλικτες• σε κάθε προσωπικό όφελος.

Αντιστάθηκε στις όποιες προκαταλήψεις, στα λόγια τα άνομα, στις πράξεις τις ενοχικές. Αντιστάθηκε μα εξόριστη έγινε. Φοβήθηκε ότι αρχίζει να τους μοιάζει, ξέχασε... Έφυγε μακριά. Τρόμαξε με την σαπίλα που της φύτρωναν μέσα της. Τρόμαξε με το σιδερένιο προσωπείο, το αναίμακτα αδιάφα ο. Τρόμαξε όταν …

Αγάπησε καθετί σκουριασμένο και άψυχο, προσφέροντας του έτσι την πιο λαμπρή ουτοπία. Βρήκε τον εαυτό της μέσα στα ερείπια, τον σκότωσε και τον αναγέννησε ξανά και ξανά. Τώρα, εδώ, είχε έρθει για να τα αποχαιρετήσει. Έπρεπε να τα αποχωριστεί κι αυτά. Κι αυτό την πονούσε, όμως τα ίδια τα πλοιάρια, της έδειξαν τον δρόμο.

" «Νεκροταφείο πλοίων και ονείρων», ακούστηκε η γλυκιά φωνή της λυγερόκορμης γυναίκας που βάδιζε φαινομενικά αμέριμνη, κατά μήκος της παραλίας που είχε ονομαστεί «νεκροταφείο πλοίων» εδώ και πολλά χρόνια.
Εκεί είχαν καταλήξει όλα τα σκουριασμένα και αχρηστευμένα καράβια.
Όλα εκεί, μπροστά της, να τα κοιτάζει και να την ηρεμούν.
Γαλήνια, να την ταξιδεύουν.
Είχε πολύ καιρό που ερχόταν σε αυτό το μέρος,
Αυτό το τοπίο, παρόλο που ήταν γεμάτο σκελετούς πλοίων, σκουριασμένα σίδερα, άχρηστα αντικείμενα, σάπια ξύλα, μουχλιασμένα κατάρτια, μισοβυθισμένα ή βυθισμένα πλοία που τα παράτησαν εκεί και τα έκαναν φωλιά για διάφορα ζώα, πουλιά και σκουπίδια, εκείνη την έκανε να νιώθει μια απροσάρμοστη γαλήνη.
Στην αρχή, όταν είχε ανακαλύψει το μέρος αυτό και το έκανε προσωρινό και στη συνέχεια μόνιμο καταφύγιό της, φοβόταν μα στη συνέχεια έγινε μέρος του.
Άρχισε να μιλεί με τα σάπια σκαριά.
Άρχισε να γεύεται την απεριόριστη αλμύρα τους.
Άρχισε να ακούει τις ιστορίες που είχαν να της δι…

ΠΟΡΕΙΑ - ΚΙΚΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Και μέσα στη βροχή, πλήθαιναν οι άνθρωποι, οι σκέψεις. Αναβίωναν τα συναισθήματα​.
Σε μια ασπρόμαυρη ζωή γεμάτη παύλες, αποφάσισα να ελευθερώσω τις αξέχαστες, τελείες. Τόλμησα να γεμίσω τις παρενθέσεις και να προφασιστώ "κίνημα". Μεταίχμιο κίνημα.
Ανάμεσα σε βροχή και αέρα, ψηφίζω πλάνη και ανάμεσα σε καλοκαιρινή ανάμνηση και χειμερινή μπόρα, επιλέγω ανελέητη βροχή, μιας χαμένης, χειμερινής οπτασίας.

Βαδίζω, μην έχοντας να πάω κάπου, θέλοντας να μείνω σε μια σειρά, να ξεπεράσω το όριο. Τούτο το όριο, το αστεία προσβάσιμο.

Μέσα και πάνω μου, ένα σύννεφο, μόνο.
Μία βροχή που βασίζεται σε άλμη. Ανθρώπινη άλμη. Αινιγματική.

Θέλω να προσθαφαιρέσω τις δύο κουκκίδες που μαρτυρούν ''δύναμη" μα δεν το κάνω. Η σκέψη του λευκού βάλτου με οδηγεί στην αναίτια νηνεμία.

Και κάπως έτσι, οδηγούμαι σε μια παράταιρη σειρά που οδηγεί στην αντίπερα όχθη.
Σε εκείνη την όχθη που ο κόσμος φαντάζει με ένα πανό, γεμάτο χρώμα. Λυτρωτικό χρώμα, θανάσιμο.

Ίσα που προλαβαίνω, να ακολ…

Λες και όλα να άρχισαν τώρα, εδώ. Και εδώ, να τελειώνουν.

Ο ΆΛΛΟΣ ΕΑΥΤΟΣ - ΚΙΚΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Μέσα στον εαυτό μου κατοικεί ένας άλλος εαυτός.

Πολλές φορές - τα βράδια που μυρίζει βροχή - βγαίνει ένα χέρι και ασφυκτικά με πιέζει. Με πνίγει θαρρώ. Με εξωθεί.
Προσπαθεί - ανεπιτυχώς - να μειώσει την δύναμη της φωνής μου, μα η ψυχή, σθεναρά αντιστέκεται.

Κάποιες φορές - όταν νιώθω το οξυγόνο να μειώνεται επικίνδυνα - επιτρέπω στον Άλλο, να αναλάβει τα ηνία.
Τότε και μόνο τότε, δύο διάφανα χέρια τυλίγουν τα μάτια μου και με παρασέρνουν, σε μία αδιανόητη μανία.
Η καυστική ρότα της εποχής - ατελέσφορα - με διαπερνάει.

Κάποιες φορές μπερδεύομαι, μοιάζουν μεταξύ τους, ακόμη και τα δάχτυλα, λες και φέρουν τα ίδια αποτυπώματα.
Και η δύναμη! Η δύναμη, ίδια θα 'ναι.
Με τρομάζει η ομοιότητα στην πλήρη ανυποταξία της.

Χθες βράδυ, αλίευσα ένα ακόμη νεκρό είδωλο. Νομίζω φόραγε χρυσό. Κάποιος, μου πήρε το παγωμένο δίχτυ. Δεν έγινε κάτι. Μέθυσε ο νους. Χόρεψαν οι λέξεις.

Μέσα στον εαυτό μου, παίζει ένας άλλος εαυτός και με τρομάζει!!

~~ Ο  Άλλος Εαυτός - Κική Κωνσταντίνου

ΕΙΧΕ ΞΕΧΑΣΕΙ ΝΑ ΖΗΣΕΙ...

Αχ, Στεναγμέ μου! Αν ήσουν έκφραση, θα ήσουν η έκφραση ενός τυφλού ανθρώπου, που μπορούσε να δει με την ψυχή του όσα δε θα μπορέσουμε ποτέ να δούμε εμείς και να κατανοήσουμε πλήρως.

" Αχ, Στεναγμέ μου!
Αν ήσουν ζωγραφιά θα απεικόνιζες ένα κόκκινο γαρύφαλλο στη μέση μίας στάνης! Μίας στάνης να μου θυμίζει πως εκεί γεννήθηκε ο Χριστός και χαμογέλασε μετά τον πρώτο πόνο η Παναγία. Το δικό μου μοναδικό χαμόγελο που ακολούθησε τον πόνο της εκάστοτε Μαρίας. Όλες οι μητέρες μία Παναγιά! Όλος ο πόνος, ο πόνος της δοξασμένης Παναγίας.

Αχ, Στεναγμέ μου!
Αν ήσουν βιτρίνα καταστήματος, θα ήσουν ένας κενός, λευκός χώρος με ένα καρτ ποστάλ σε έναν τοίχο ενός, δήθεν, ελληνικού ταχυδρομείου. Τίποτα δε θα υπήρχε γύρω σου και όσο μικρό κι αν έδειχνες, τα λόγια της αποστολής, που μόνο εγώ θα συγκρατούσα, θα έμοιαζαν αβάσταχτα σε όσους μπορούσαν να διακρίνουν τη λέξη Σ’ αγαπώ, που «έτρεμε», σαν δάκρυα αναφιλητών σε προσωπάκια μικρών αγγέλων.

Αχ, Στεναγμέ μου!
Αν ήσουν κάποιο μαγικό ξωτικό, θα ήσουνα μια μικρή νεράιδα μωβ, που ξέχασε το μαγικό ραβδί της μέσα σε μια σπηλιά καφέ και έκλαιγε μέρα νύχτα μέρει να θυμηθεί πως το ραβδί στην ουσία δεν ήταν ποτέ δικό της. Ξ…