Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Εμφάνιση αναρτήσεων με την ετικέτα Ποιητικά Παραμύθια

Στάθηκε παρούσα

    Η αθωότητα που εισπράττω από αυτή την εικόνα δεν είναι αρχή. Είναι επίλογος. Έρχεται μετά τη γνώση, μετά τη διάψευση, μετά την ανάγκη να προστατευτείς από ό,τι αγάπησες. Δεν στάθηκε ανέγγιχτη. Στάθηκε παρούσα. Υπάρχουν υπάρξεις που δεν υψώνουν άμυνες, όχι γιατί δεν φοβήθηκαν, αλλά γιατί κουράστηκαν να ζουν μακριά από τον εαυτό τους. Ο μονόκερος δεν είναι θαύμα. Είναι συμφιλίωση. Η άγρια δύναμη που δεν χρειάστηκε να αποδείξει τίποτα για να υπάρξει. Στέκονται μαζί όπως στέκονται όσοι κατάλαβαν ότι η καθαρότητα δεν είναι έλλειψη σκότους αλλά τρόπος να το διασχίζεις χωρίς να γίνεσαι αυτό. Τα άνθη δεν υπόσχονται ευτυχία. Υπόσχονται μνήμη. Ότι κάποτε, κάπου βαθιά, δεν πρόδωσες εκείνο που ήσουν. Και αν αυτό μοιάζει με παραμύθι, είναι γιατί οι ενήλικες ονομάζουν παραμύθι ό,τι δεν μπορούν πια να αντέξουν ως αλήθεια.   ~~ Στάθηκε παρούσα - Κική Κωνσταντίνου   Καλησπέρα εκφραστικοί μου.  Ελπίζω να σας βρίσκω καλά. Καλή Κυριακή! 

Στης Βιτρίνας το Όνειρο (ποίημα για ένα κορίτσι που θυμήθηκε πως ήταν κάποτε κούκλα).

  Στη γωνιά του παλιού μαγαζιού, κάτω απ’ τους δείκτες που γύρναγαν αθόρυβα, στεκόταν ένα κορίτσι. Όχι παιδί. Όχι γυναίκα. Μια σκέψη με φόρεμα και φιτίλι από χρόνον. Τα μάτια της — μικρά τζάμια — κοιτούσαν δυο κούκλες που έμοιαζαν ζωντανές. Είχαν φωνή από πορσελάνη και χέρια δεμένα με βελούδο αναμονής. "Ήμουν κι εγώ εκεί", είπε το κορίτσι, χωρίς να το πει. Το άκουσε μόνο το φως και μια σκόνη παλιάς σονάτας που αιωρούνταν πίσω απ’ τη βιτρίνα. Τα μαλλιά της είχαν μνήμες από παραμύθια, κουρδισμένα με άγνοια κι ευχή. Φορούσε ένα φόρεμα πλεγμένο με υποσχέσεις παλιών παιχνιδιών και μια καμπανούλα στην παλάμη που μόνο οι χαμένοι χρόνοι αναγνώριζαν. "Δεν ήρθα να αγοράσω", έμοιαζε να λέει, "ήρθα να θυμηθώ πώς ήταν να είμαι ξεχασμένη". Και τότε… μία απ’ τις κούκλες της έκλεισε το μάτι. Ίσως από ρεύμα. Ίσως από όνειρο. Ίσως επειδή τα παραμύθια δεν αντέχουν να μένουν ακίνητα όταν τα κοιτάς με αλήθεια. - Κική Κωνσταντίνου Δεν φαντάστηκα — ούτε ζήτησα — να γράφω ποίηση....

Μαζί, πέρα από το τώρα

  Δεν του έφτανε το «τώρα». Ούτε το «ίσως». Ούτε το «για λίγο». Ήθελε κάτι που να μη φεύγει. Να μη ξεθωριάζει. Να μη λέει «αν αλλάξουμε, βλέπουμε». Και τότε ήρθε εκείνη. Με φτερά από λόγια. Με βλέμμα που δεν κρυβόταν. Και του είπε: «Θα σε πάω εκεί που οι αγκαλιές δεν τελειώνουν». Στη χώρα του Πάντα. Όχι του Ποτέ. Όχι του Κάποτε. Όχι του Μάλλον. Αλλά του ΠΑΝΤΑ. Που κρατιούνται χέρια χωρίς φόβο. Που αγαπιούνται ψυχές χωρίς πρόγραμμα. Που δεν λένε «θα δούμε», αλλά «είμαι εδώ». Την ακολούθησε. Όχι γιατί ήξερε. Αλλά γιατί πίστεψε. Κι έτσι, για πρώτη φορά... Δε φοβήθηκε να μείνει. Κική Κωνσταντίνου

Όταν δεν υπήρχε ακόμα φωνή

  Πριν υπάρξει λέξη υπήρξε βλέμμα. Πριν υπάρξει βλέμμα υπήρξε σιωπή. Κι εκεί μέσα γεννήθηκαν δύο φτερά — το ένα, από στάχτη. το άλλο, από φως. Κι έγιναν ξωτικά. Όχι για να φανούν, μα για να φυλάνε την πρώτη ανάσα της αγάπης. Συναντήθηκαν δίπλα σε πέτρα που δεν θυμόταν και φύλλο που δεν ήξερε πτώση. Το ένα, τους μιλούσε με ανάσες. Το άλλο, απαντούσε με ρίζες. Δεν υπήρχε "μαζί". Υπήρχε μόνο "τώρα". Όχι χρόνος. Μόνο κύκλος. Χόρεψαν στη σκόνη της παλιάς σελήνης χωρίς χέρια, χωρίς όρια. Και τότε, το δάσος άλλαξε μορφή. Έγινε σώμα. Έγινε ψίθυρος. Έγινε φυλαχτό για όποιον αγάπησε χωρίς να ακουστεί. Κάθε νύχτα από τότε όταν πέφτει μια σκιά χωρίς λόγο, όταν τρέμει ένα φως χωρίς άνεμο, εκεί είναι. Δεν ζητούν να τους δεις. Μονάχα να θυμηθείς ότι κάποτε — υπήρξες κι εσύ φτερό. Κική Κωνσταντίνου

🌙 Το παραμύθι του Σολόμα

    Στην άκρη μιας πόλης βυθισμένης σε σιωπή, εκεί όπου οι τοίχοι μιλούσαν με ρωγμές κι οι καμπάνες αντηχούσαν βαριά σαν στεναγμοί, περπατούσε ένα παιδί μόνο. Το έλεγαν Σολόμα . Το όνομά του θύμιζε θρόισμα σταχυών, μα η μορφή του έμοιαζε με σκιά που πάλευε να κρατήσει ένα μικρό κερί αναμμένο. Κρατούσε μια βαλίτσα δεμένη με σχοινί κι ένα αρκουδάκι με μάτια ξεθωριασμένα. Τα παπούτσια του φθαρμένα, μα η καρδιά του άθικτη. Οι άνθρωποι, όταν τον έβλεπαν, νόμιζαν πως κουβαλούσε κάτι εύθραυστο· σαν μια υπόσχεση που δεν έσβηνε, πως ακόμη κι η πιο μικρή σπίθα μπορεί να γίνει ήλιος. Τα βράδια, ξάπλωνε δίπλα στους τοίχους της πόλης και ψιθύριζε στο αρκουδάκι του ιστορίες: για σπίτια με ανοιχτά παράθυρα, για φίλους που ίσως τον περίμεναν, για έναν κόσμο που δεν γνώριζε, μα τον ένιωθε να τον καλεί. Και τότε, η σκιά γύρω του άρχιζε να μαλακώνει. Οι δρόμοι έμοιαζαν λιγότερο έρημοι, οι καμπάνες χτυπούσαν πιο γλυκά, σαν να δανείζονταν λίγη από την ελπίδα του. Γιατί ο...

Το Δέντρο που Έπαιζε Φλογέρα

Ήταν ένα δέντρο ψηλό — όχι από περηφάνια, μα από βαθιά προσμονή. Τα φύλλα του ψιθύριζαν με τις μελωδίες του ανέμου, κι ο κορμός του έκρυβε στην καρδιά του μια μικρή φλογέρα. Δεν την έπλασε άνθρωπος. Την έπλασε η άνοιξη, μια μέρα που χόρευε με τα πουλιά. Το δέντρο δεν ήξερε λέξεις, μα ήξερε νότες. Κάθε αυγή, πριν ξυπνήσουν οι παπαρούνες, έπαιζε. Έπαιζε για τις πεταλούδες, για τις στάλες της πρωινής δροσιάς, για το σπουργίτι που έχασε τη μητέρα του. Κι η μελωδία του ήταν γέλιο νεογέννητου ήλιου, και χάδι που δεν ξέχασε ποτέ. Όποιος περνούσε, σταματούσε. Όχι από περιέργεια — από σεβασμό. Γιατί ήξερε: το δέντρο δεν έπαιζε για να το ακούσουν — έπαιζε γιατί έτσι αγαπούσε. Μια βραδιά του Αυγούστου, που το φεγγάρι φόρεσε το ολόγιομο φόρεμά του, το δέντρο αποφάσισε να κατέβει. Έστειλε ρίζες σαν πόδια, κούνησε τα φύλλα σαν ώμους, και — δίχως θόρυβο — πήρε τον δρόμο για τη θάλασσα. Εκεί, στο μικρό θεατράκι της αμμουδιάς, όπου οι καρέκλες ήταν κοχύλια και η ...

Ποιητικά Παραμύθια: Ο Αταλάντης

Αγαπητοί μου φίλοι, καλημέρα και καλή εβδομάδα σε όλους! Θέλω σήμερα να σας καλωσορίσω στον ιδιαίτερο κόσμο των Ποιητικών Παραμυθιών μου — έναν κόσμο όπου η ποίηση και το παραμύθι συναντιούνται και δημιουργούν μαζί μικρές ιστορίες γεμάτες φαντασία, όνειρα, παιδικότητα και μια γλυκιά μελαγχολία. Υπάρχει ένα ποίημα που σημάδεψε την πορεία μου σαν δημιουργού. Ο «Αταλάντης» ήταν το πρώτο ποίημα που ξεκλείδωσε μέσα μου μια μαγική πόρτα. Μια πόρτα που για μένα δεν είναι απλώς μια μεταφορά — είναι μια πραγματικότητα, ένα σημείο καμπής που ένωσε το παραμύθι με την ποίηση που κρατούσα μέσα στην καρδιά μου χρόνια ολόκληρα. Ήταν σαν να άνοιξε μια κρυφή δίοδος όπου η φαντασία, τα όνειρα, η παιδικότητα και οι εικόνες που είχαν ζωντανέψει μέσα μου όλα αυτά τα χρόνια, ενώθηκαν σε μια ολοκληρωμένη έκφραση. Από εκείνη τη στιγμή, άρχισε να γεννιέται μέσα μου μια σειρά από ποιήματα που δεν είναι μόνο λέξεις, αλλά μικρά παραμύθια — ιστορίες που μοιάζουν με όνειρα, που αγγίζουν την ψυχή, που μιλούν γι...