Η Ευτέρπη μπήκε μέσα στον χώρο με την αίσθηση πως κάποιος ή κάτι την παρακολουθούσε. Ποτέ δεν κατάλαβε γιατί της έδωσαν αυτό το όνομα. Μια τυχαία θεία, με χρήματα και την ανάγκη να αφήνει το στίγμα της στους άλλους, φρόντισε -επειδή δεν είχε παιδιά- να χαρίσει το όνομά της. Η ίδια το έβλεπε σαν μια σιωπηρή ανταλλαγή με τους γονείς της, σαν να τους «πλήρωσε» και εκείνοι της έδωσαν ένα όνομα που δεν θα επέλεγαν ποτέ πραγματικά. Εκείνη το θεωρούσε εξευτελιστικό. Ντυνόταν απλά, με μια καθημερινή, σχεδόν αδιάφορη λογική που ταίριαζε με την πόλη γύρω της. Φορούσε ένα λευκό t-shirt που είχε χάσει την αθωότητα του χρώματος από τις πλύσεις, ελαφρώς τσαλακωμένο στο τελείωμα. Πάνω από αυτό ένα καφέ κοντό σακάκι, πρακτικό, χωρίς ιδιαίτερη φροντίδα στο κόψιμο. Η μπορντό φούστα της ήταν από απλό καθημερινό ύφασμα, λίγο ξεθωριασμένη, και κινούνταν φυσικά με το περπάτημά της. Στον λαιμό της είχε ένα λεπτό κολιέ και στο χέρι ένα μικρό βραχιόλι που ακουγόταν ελάχιστα όταν κινούταν. Τ...
Όταν το μυαλό σου πάει να εκραγεί, κάνε χώρο. Εκφράσου.