Να είσαι ευάλωτη και ταυτόχρονα δυνατή. Να δίνεις τον εαυτό σου σαν παιδί που κρατά κάτι εύθραυστο και παρ’ όλα αυτά δεν φοβάται να αγαπήσει. Να αγαπάς με όλο σου το είναι, ακόμα κι αν μετά κοιτάς τα χέρια σου και τα βλέπεις άδεια. Μην πεις ότι δεν περιμένεις. Ψέμα. Περιμένεις σιωπηλά, σαν η ζωή να σου χρωστάει μια επιστροφή. Η αγάπη δεν χάνεται. Απλώς αλλάζει μορφή. Μπαίνει σε λέξεις, σε σώματα, σε στιγμές που δεν μπορείς να ελέγξεις. Κι εσύ μένεις λίγο πιο ατελής, λίγο πιο περίπλοκη, σαν παιδί που κατάλαβε ότι μεγάλωσε πριν το περιμένει. Μην φοβάσαι να τη νιώσεις ξανά, ακόμα κι αν επιστρέψει διαφορετική, πιο ήσυχη, πιο βαθειά, πιο αληθινή. Κάθε αγάπη που έδωσες, κάθε στιγμή δίπλα σε κάποιον, κάθε χαμόγελο και κάθε δάκρυ, κρύβεται μέσα σου. Δεν χάθηκαν. Σου μαθαίνουν ποια είσαι και ποια μπορείς να γίνεις. Η αγάπη που επιστρέφει φέρνει μαζί της όσα άφησες πίσω, αλλά και όσα απέκτησες. Θα σε βρει διπλή, γεμάτη από εσένα και από όσα μπόρεσες να δώσεις και τότε δεν θα μπορείς να...
Με ρωτάνε συνέχεια, με κοιτάζουν με εκείνο το μείγμα θαυμασμού και δυσπιστίας: «Πώς γράφεις τόσο πολύ; Πώς γίνεται να έχεις πάντα κάτι να πεις; Πότε προλαβαίνεις;» Κι εγώ… χαμογελάω. Όχι από αμηχανία, από τρυφερότητα. Γιατί δεν ξέρουν. Δεν ξέρουν πως για μένα το γράψιμο δεν είναι κάτι που κάνω. Δεν είναι πρόγραμμα, δεν είναι πειθαρχία, δεν είναι παραγωγή. Είναι κάτι που είμαι. Είναι σαν να με ρωτάνε: «Γιατί αναπνέεις;» «Γιατί υπάρχεις;» Και πώς να απαντήσεις σε αυτό; Από μικρή θυμάμαι τον εαυτό μου να ακούει, να παρατηρεί, να βλέπει εκείνα που οι άλλοι προσπερνούν. Να κρατά μέσα του λέξεις, βλέμματα, ήχους, αποχρώσεις του φωτός πάνω στα πράγματα. Ήμουν πάντα ένα παιδί που κουβαλούσε περισσότερα απ’ όσα μπορούσε να πει. Μια ψυχή με γεμάτες τσέπες. Μια σιωπή με εσωτερική φωνή. Και τότε ήρθαν οι λέξεις, ή ίσως πήγα εγώ σε αυτές. Δεν έχει σημασία. Αυτό που θυμάμαι είναι πως όταν έγραφα, ένιωθα ολόκληρη. Σαν να στεκόμουν μπροστά σε έναν καθρέφτη και, επιτέλους,...