I. Η Είσοδος Άνοιξες την πόρτα με τον ήχο που κάνει ένα βλέμμα όταν σπάει. Σου έδειξα το τραπέζι: Σκεπασμένο με λευκά γράμματα, πλεγμένα σε ύφασμα που δεν είπα ποτέ δυνατά. Σου έβαλα κρασί, από τα σταφύλια που πάτησε ο φόβος μου. Σου έδωσα ψωμί, ψημένο σε στάχτη από γράμματα που δεν έγραψα ποτέ. Δεν έφαγες. II. Ο Ίσκιος Η καρέκλα σου καθόταν καλύτερα από εσένα. Το σώμα σου έμοιαζε ξένο ή ίσως πολύ οικείο. Μίλησες, μα η φωνή σου ήταν ήχος απ’ το αύριο. Μια μέρα που δεν ήρθε, και όμως, σε μιμήθηκε τέλεια. Έβγαλα τα κεριά. Όχι για να σε φωτίσω. Αλλά για να θυμηθείς πως κάποτε έλιωσες. III. Η Μουσική Έπαιζε μια μελωδία από τρανζίστορ, σπασμένο σε τέσσερις ρυθμούς: – ο πρώτος ήταν ανάσα – ο δεύτερος βήμα – ο τρίτος σιωπή – ο τέταρτος... (ο τέταρτος δεν ακούγεται) (ήταν για σένα μονάχα) Κάθε παύση μια συμφωνία. Κάθε σιωπή, υπόσχεση. Κάθε ψίθυρος, ένα "αν". Κι εγώ, άκουγα το "ποτέ" να χτυπάει στις χορδές της κιθάρας μου. Εκείνης, με το φύλλο. Το φθινοπωρινό. IV. Η Έξοδος...
Πηγή Η Ηρώ άνοιξε τα μάτια της με δυσκολία. Το φως που εισχώρησε στο δωμάτιο δεν είχε την απαλότητα που ήξερε. Ήταν ψυχρό, σχεδόν αφύσικο, σαν να είχε περάσει μέσα από παγωμένο γυαλί. Το κεφάλι της βάρυνε, σα να ταξίδευε μέσα του μια θάλασσα από θυμωμένα κύματα, ατίθασα και ανυπότακτα. Ανασηκώθηκε αργά, σαν να βυθιζόταν σε βαρύ υγρό, με το σώμα της να αρνείται τη βαρύτητα του ξυπνήματος. Το δωμάτιο ήταν γνώριμο. Η γωνιά με το παλιό τραπέζι, τα βιβλία στοιβαγμένα όπως πάντα, η φθαρμένη καρέκλα στην άκρη κι όμως, κάτι έμοιαζε αλλόκοτο. Η σιωπή δεν ήταν απλώς η απουσία ήχου. Ήταν ζωντανή, απειλητική. Είχε βάρος. Σαν να κρεμόταν στον αέρα μια ανάσα που ποτέ δεν θα εκτονωθεί. Η Ηρώ ένιωσε μια ανεξήγητη ψυχρότητα να σέρνεται από τα άκρα της ως τον λαιμό, σαν αόρατο χέρι που την έπνιγε με υπομονή. Κάθε της κύτταρο αντιδρούσε, με μια αδιόρατη αίσθηση πως ο κόσμος γύρω της είχε λυγίσει, στρεβλωθεί και πως μόνο εκείνη στεκόταν ανάμεσα στις ρωγμές της πραγματικότητας. Μό...