Απότομα είχε μπει η άνοιξη εκείνη τη χρονιά, σαν να μην είχε καθόλου υπομονή για μετάβαση. Μέσα σε λίγες μέρες ο κόσμος είχε αλλάξει όψη και αυτό που πριν έμοιαζε άδειο και σιωπηλό, τώρα είχε γεμίσει ζωή που ξεχείλιζε από παντού. Τα χωράφια έξω από το χωριό είχαν γίνει ένα χαλί από χρώματα, τόσο πυκνά που σχεδόν σε ζάλιζαν αν τα κοιτούσες πολλή ώρα. Δεν ήταν μόνο όμορφα. Ήταν ζωντανά με έναν τρόπο σχεδόν επίμονο, σαν να ήθελαν να σου θυμίσουν ότι η ζωή δεν σταματάει ποτέ πραγματικά. Ο αέρας εκείνο το πρωινό είχε μια παράξενη καθαρότητα. Μύριζε χώμα, λουλούδι και κάτι ακόμη πιο δύσκολο να το πεις. Κάτι που έμοιαζε με επιστροφή. Σαν ο κόσμος να γύριζε για λίγο σε μια πιο απλή εκδοχή του, πριν προλάβουν οι άνθρωποι να τον κάνουν περίπλοκο. Η Ωραιοζήλη είχε ξυπνήσει πριν ακόμα φανεί καλά το φως μέσα στο σπίτι. Δεν είχε κοιμηθεί ήρεμα. Είχε περάσει τη νύχτα ανάμεσα σε μισοτελειωμένες σκέψεις και σε εκείνη τη γνώριμη πίεση που δεν έχει πάντα όνομα, αλλά υπάρχει στο στήθος και σε κάνε...
Να είσαι ευάλωτη και ταυτόχρονα δυνατή. Να δίνεις τον εαυτό σου σαν παιδί που κρατά κάτι εύθραυστο και παρ’ όλα αυτά δεν φοβάται να αγαπήσει. Να αγαπάς με όλο σου το είναι, ακόμα κι αν μετά κοιτάς τα χέρια σου και τα βλέπεις άδεια. Μην πεις ότι δεν περιμένεις. Ψέμα. Περιμένεις σιωπηλά, σαν η ζωή να σου χρωστάει μια επιστροφή. Η αγάπη δεν χάνεται. Απλώς αλλάζει μορφή. Μπαίνει σε λέξεις, σε σώματα, σε στιγμές που δεν μπορείς να ελέγξεις. Κι εσύ μένεις λίγο πιο ατελής, λίγο πιο περίπλοκη, σαν παιδί που κατάλαβε ότι μεγάλωσε πριν το περιμένει. Μην φοβάσαι να τη νιώσεις ξανά, ακόμα κι αν επιστρέψει διαφορετική, πιο ήσυχη, πιο βαθειά, πιο αληθινή. Κάθε αγάπη που έδωσες, κάθε στιγμή δίπλα σε κάποιον, κάθε χαμόγελο και κάθε δάκρυ, κρύβεται μέσα σου. Δεν χάθηκαν. Σου μαθαίνουν ποια είσαι και ποια μπορείς να γίνεις. Η αγάπη που επιστρέφει φέρνει μαζί της όσα άφησες πίσω, αλλά και όσα απέκτησες. Θα σε βρει διπλή, γεμάτη από εσένα και από όσα μπόρεσες να δώσεις και τότε δεν θα μπορείς να...