Πηγή Τους κοιτάζω και δεν βλέπω τον θάνατο. Δεν υπάρχει φόβος στα μάτια τους, ούτε η σιωπή του τέλους. Υπάρχει μόνο το βήμα -βαρύ και φωτεινό- σαν ήχος γέννας που σπάει τη γη και ανοίγει τον ορίζοντα . Προχωρούν περήφανοι, σαν ήρωες δίχως ανάπαυση, σαν σκιές που τρέφονται απ’ τη δική τους φλόγα. Κάθε τους βήμα γίνεται θυσία για κάτι που πάλλεται βαθιά, πιο βαθιά κι απ’ τον φόβο. Κι εγώ που τους κοιτάζω, ακούω το θάρρος τους σαν τύμπανο στα περάσματα του κόσμου. Η ψυχή μου τρέχει δίπλα τους, περνά μέσα από φλόγες και σιωπές και βλέπει όχι το τέλος, μα τη συνέχεια. Οι δρόμοι καίνε κάτω απ’ τα πόδια τους. Μέρα και νύχτα σιωπούν μπροστά στην απόφασή τους. Το φως που αφήνουν δεν χάνεται· γίνεται άνεμος, διαπερνά πέτρες και δέντρα και βρίσκει τις καρδιές εκείνων που θα θυμηθούν. Δεν είναι μόνο η θυσία που συγκλονίζει, είναι η περηφάνια, η πίστη τους στη ζωή. Το βήμα που αρνείται τον θάνατο, το βλέμμα που κοιτά πέρα από το φως και το σκοτάδι, σαν να γνωρίζει πως ...
Μου είπαν να κρατήσω το φως. Να μην το αφήσω να σβήσει. Να το σφίξω με τα δυο μου χέρια, σαν μετάνοια, σαν όρκο, σαν την τελευταία ανάσα κάποιου που δεν πρόλαβα να αποχαιρετήσω. Και το κράτησα. Όχι γιατί πίστεψα. Αλλά γιατί κάποτε μου έμαθαν πως ό,τι καίει, είναι ιερό. Και σαν γυναίκα που κουράστηκε να αμφισβητεί, του έδωσα σχήμα προσευχής. Έγειρα το πρόσωπό μου επάνω του όχι από πίστη, αλλά από βάρος, από μια κόπωση που έρχεται όταν δεν έχεις πια λόγια να πεις στον Θεό. Γιατί τι να πεις σε Αυτόν που χρόνια σιωπά; Τι να του ζητήσεις όταν σου πήρε τα πάντα εκτός απ’ το κερί; Το φως με έκαιγε κάθε νύχτα σαν ερώτηση που δεν απαντήθηκε, και κάθε μέρα μ’ έβρισκε λιγότερη. Σαν κερί κι εγώ, λιωμένη! Μέχρι το κόκκαλο. Δεν ήξερα αν ήταν ευλογία ή τιμωρία που ακόμη άντεχα. Μα δεν τόλμησα να ρωτήσω. Όχι γιατί φοβόμουν την απάντηση, αλλά γιατί ήξερα πως ίσως να μην υπήρχε καμία. Μου είπαν: «Το φως θα σε σώσει». Μα εγώ δεν ήθελα σωτηρία. Ήθελα λήθη. Ήθελα να σβήσω μαλακά, χωρίς κραυγή, σαν φλ...