Έφυγες, σαν φως που σβήνει απαλά, χωρίς φωνή, χωρίς θόρυβο, μόνη η απουσία σου που βάθυνε μέσα μου τη σιωπή. Ήμουν κόρη, πληγωμένη, μικρή, ορφανή απ’ την αγκαλιά σου, γεμάτη ερωτήματα που ποτέ δεν πρόλαβαν να ακουστούν. Κι όμως, μέσα στον πόνο, γεννήθηκε μια καινούρια ζωή- ο δικός μου κόσμος. Γέννησα. Σώμα που λύγιζε, ψυχή που ούρλιαζε αθόρυβα. Κι εσύ, δεν ήσουν εκεί με τα χέρια σου, μα ήσουν παντού, στις ρίζες που άφησες, στα βήματα που έγινα, γιατί πάντα ήμουν δική σου. Έγινα μάνα, μόνη, μα ποτέ χωρίς εσένα. Σε ένιωσα, στην πρώτη συστολή, στο δάκρυ που κύλησε αθόρυβα, στο βλέμμα που ψάχνει ακόμα το δικό σου. Έφυγες, μα κράτησες το χέρι μου μέσα απ’ το παιδί που ήρθε, σε μένα που ξαναγεννήθηκα. Δεν είμαι πια η ίδια, είμαι η κόρη σου, η μάνα του, εσύ που ζεις μέσα μου. Έγινα το σώμα σου, όταν το δικό σου λύγισε, η αγκαλιά σου στο δικό μου παιδί, η φωνή σου στο νανούρισμά του. Κι ήρθε εκείνος, με μάτια που ανοίγουν αργά, με ανάσα δική μου, μα με φως δικό σου. Δεν είμαστε πια μόνοι, είμα...
Δύο. Σαν ρωγμή στον αέρα. Σαν λέξη που ειπώθηκε και δεν γύρισε ποτέ πίσω. Δύο σώματα ακίνητα πάνω στη ξέρα του χρόνου, εκεί που η θάλασσα αρνείται να θυμηθεί. Κι ένα πουλί που πετά- μαύρο πάνω στο άσπρο, άσπρο μέσα στο μαύρο, σκίζει τον ουρανό στα δύο και δεν ανήκει πουθενά. Δύο. Κι ανάμεσά τους το φως λιγοστεύει, σαν να κουράστηκε να μας ενώνει, κι αφήνει τη νύχτα να γράψει το τέλος με τη σκιά μας. ~~ Δύο - Κική Κωνσταντίνου Καλημέρα, καλή εβδομάδα και καλό μήνα, εκφραστικοί μου. Ψυχραιμία θα πω, με όλα τα άσχημα που συνεχίζουν να συμβαίνουν στον κόσμο μας... Να είστε καλά και να προσέχετε.