Η Ηρώ άνοιξε τα μάτια της με δυσκολία. Το φως που εισχώρησε στο δωμάτιο δεν είχε την απαλότητα που ήξερε. Ήταν ψυχρό, σχεδόν αφύσικο, σαν να είχε περάσει μέσα από παγωμένο γυαλί. Το κεφάλι της βάρυνε, σα να ταξίδευε μέσα του μια θάλασσα από θυμωμένα κύματα, ατίθασα και ανυπότακτα. Ανασηκώθηκε αργά, σαν να βυθιζόταν σε βαρύ υγρό, με το σώμα της να αρνείται τη βαρύτητα του ξυπνήματος.
Το δωμάτιο ήταν γνώριμο. Η γωνιά με το παλιό τραπέζι, τα βιβλία στοιβαγμένα όπως πάντα, η φθαρμένη καρέκλα στην άκρη κι όμως, κάτι έμοιαζε αλλόκοτο. Η σιωπή δεν ήταν απλώς η απουσία ήχου. Ήταν ζωντανή, απειλητική. Είχε βάρος. Σαν να κρεμόταν στον αέρα μια ανάσα που ποτέ δεν θα εκτονωθεί.
Η Ηρώ ένιωσε μια ανεξήγητη ψυχρότητα να σέρνεται από τα άκρα της ως τον λαιμό, σαν αόρατο χέρι που την έπνιγε με υπομονή. Κάθε της κύτταρο αντιδρούσε, με μια αδιόρατη αίσθηση πως ο κόσμος γύρω της είχε λυγίσει, στρεβλωθεί και πως μόνο εκείνη στεκόταν ανάμεσα στις ρωγμές της πραγματικότητας.
Μόλις τα πέλματά της άγγιξαν το δάπεδο, ένα ρίγος τη διαπέρασε, σαν ηλεκτρικό ρεύμα. Πήρε βαθιές, κοφτές ανάσες, ψάχνοντας καταφύγιο στην αναπνοή της, μα οι παλμοί της καρδιάς της χτυπούσαν σε παράταιρους ρυθμούς. Ήταν σαν να είχε εισχωρήσει σ’ έναν κόσμο αντίστροφο, έναν χρόνο που έρεε ανάποδα χωρίς καμία προειδοποίηση.
Βγήκε στο μπαλκόνι. Η πόλη... γνώριμη, μα παραμορφωμένη. Οι άνθρωποι περπατούσαν ανάποδα, σαν μαριονέτες που έχασαν το σενάριο. Τα δέντρα λύγιζαν προς τα μέσα, σαν να τους είχε ανατραπεί η βαρύτητα. Οι ήχοι... παράξενοι. Ένα μουρμουρητό που ακουγόταν σαν τραγούδι παιγμένο ανάποδα, σαν παλιά κασέτα που έσπαγε τον χρόνο.
Η Ηρώ πήρε μια βαθιά ανάσα. Ήθελε να φωνάξει. Να ρωτήσει. Να ζητήσει εξηγήσεις. Άνοιξε το στόμα της, μα οι λέξεις δεν υπάκουσαν. Ξεγλίστρησαν ανάποδα, σαν να τραγουδούσε μια γλώσσα που δεν είχε μάθει.
— ίθαπέ… ψιθύρισε.
Η φωνή της, αυτή που πάντα αναγνώριζε, μεταμορφώθηκε σε ξένο ήχο, σε αλλόκοτο ψίθυρο που την τρόμαξε.
— εβόηθι...
Σιωπή. Αποξένωση. Κανείς δεν γύρισε. Κανείς δεν την είδε. Υπήρχε, κι όμως δεν ήταν εκεί. Μια σκιά ανάμεσα σε μορφές. Μια παρουσία που το σύμπαν δεν αναγνώριζε πια.
Δάκρυα κύλησαν στα μάτια της, όχι από πόνο, αλλά από μια βαθιά, ανομολόγητη θλίψη. Σαν να θρηνούσε κάτι που είχε χαθεί πολύ πριν καν το γνωρίσει.
Προσπάθησε να επιστρέψει μέσα, αλλά η πόρτα του μπαλκονιού δεν υπήρχε πια. Ή, καλύτερα, δεν ήταν εκεί που την θυμόταν. Ένα λευκό περίγραμμα στον τοίχο υπήρχε μόνο, σαν σκιά αντικειμένου που είχε αφαιρεθεί από τον χρόνο.
Ο πανικός άρχισε να την κυριεύει. Κοίταξε κάτω. Ο δρόμος έμοιαζε παράξενα κοντά. Σαν να είχε κατέβει ολόκληρη η πολυκατοικία ή να είχε ψηλώσει η ίδια. Πριν προλάβει να σκεφτεί, ένιωσε το σώμα της να κινείται, σαν να την οδηγούσε κάτι αόρατο. Και ξαφνικά, χωρίς να το καταλάβει, στεκόταν στο πεζοδρόμιο.
Δεν θυμόταν αν κατέβηκε με τα πόδια. Ούτε αν πήρε ασανσέρ. Ήταν σαν να μεταφέρθηκε, όχι με βήματα, αλλά με σκέψη.
Γύρω της, ο κόσμος συνέχιζε να κυλά αντίστροφα. Άνθρωποι περπατούσαν ανάποδα, τα αυτοκίνητα έτρεχαν προς τα πίσω, και τα βλέμματα, όσων περνούσαν δίπλα της, ήταν άδεια, σαν να μην υπήρχε πίσω από τα μάτια καμία συνείδηση.
Περπάτησε διστακτικά. Κάθε βήμα της ήταν μια απόπειρα να θυμηθεί ποια ήταν. Όχι το όνομά της -αυτό το ήξερε. Ήταν κάτι άλλο, κάτι πιο βαθύ: τι είχε ξεχάσει;
Έφτασε σε μια γωνία. Εκεί, όπου ο δρόμος σχημάτιζε ένα περίεργο σημείο, σαν να έσπαγε ο χρόνος σε δύο κατευθύνσεις. Ο αέρας άλλαξε. Έγινε βαρύτερος. Ένας παλμός χτύπησε μέσα της. Κι ύστερα, μια εικόνα.
Ένα αυτοκίνητο. Μια στροφή. Ένας ήχος. Το απότομο στρίγκλισμα ελαστικών. Μια στιγμή παγωμένη, σαν καρφωμένη στη μνήμη. Μα πότε; Πότε είχε συμβεί; Ήταν μνήμη ή όραμα;
Κοίταξε δεξιά. Ένα όχημα πλησίαζε. Όχι με φυσική ταχύτητα, αλλά σαν να το ρουφούσε προς τα πίσω ο χρόνος. Ή σαν να επαναλάμβανε κάτι που είχε ήδη συμβεί.
Η καρδιά της άρχισε να χτυπά σαν τύμπανο. Ένιωσε ένα δάκρυ να κυλά, χωρίς λύπη. Ένα δάκρυ μνήμης.
Το σώμα της έκανε ένα βήμα πίσω, μόνο του. Το αυτοκίνητο πέρασε δίπλα της, ξυστά. Αργά! Παράξενα!
Και τότε, κάτι έσπασε.
Ο κόσμος αναστέναξε. Ο αέρας άλλαξε υφή. Οι ήχοι απέκτησαν κανονική χροιά. Τα πρόσωπα απέκτησαν βάθος. Ένας σκύλος γάβγισε. Ένα παιδί γέλασε.
Οι άνθρωποι την κοίταξαν. Την είδαν.
Το φως έλαμψε ξανά. Όχι παγωμένο, αλλά ζεστό, ανθρώπινο. Η πόλη επανήλθε. Οι δρόμοι κινήθηκαν μπροστά. Το τώρα ήρθε και την αγκάλιασε.
Η Ηρώ ένιωσε το σώμα της να σταθεροποιείται. Τα πόδια της δεν έτρεμαν πια. Η αναπνοή της γαλήνεψε. Το βλέμμα της καθάρισε. Και τότε, κάτι ανεξήγητο τής ψιθύρισε: "Σου δόθηκε κάτι που λίγοι λαμβάνουν. Μία και μοναδική ευκαιρία".
Δεν ήξερε πώς, ούτε από ποιον. Μα ένιωσε βέβαιη. Είχε βρεθεί στην άκρη του χρόνου, στο όριο ανάμεσα σε αυτό που συνέβη και αυτό που θα μπορούσε να συμβεί.
Γύρισε το βλέμμα πίσω. Στην ίδια γωνία. Ένα ίχνος, μια σκιά από κάτι που είχε σχεδόν γίνει. Που παραλίγο να είχε τελειώσει όλα.
Η Ηρώ δεν θα το θυμόταν ποτέ καθαρά. Ίσως ούτε καν να μπορούσε να το περιγράψει. Όμως μέσα της ήξερε: είχε περάσει από μια ρωγμή. Από μια δυνατότητα. Και είχε γυρίσει πίσω.
Περπάτησε. Όχι για να φύγει, αλλά για να αρχίσει. Κάτι. Οτιδήποτε. Με επίγνωση πως κάθε στιγμή μπορεί να είναι τελευταία.
Και κάθε ανάσα, μία και μοναδική ευκαιρία.
~~ Κική Κωνσταντίνου
Καλημέρα, εκφραστικοί μου.
Ελπίζω να σας βρίσκω όλους καλά.
Σήμερα θέλω να μοιραστώ μαζί σας ένα διήγημα που είχα γράψει πριν από πολύ καιρό. Η πηγή της έμπνευσής του ήταν κάτι που βίωνα, ή μάλλον, που βίωνα συχνά στο παρελθόν.
Όταν έπρεπε να αντιμετωπίσω κάτι που με άγχωνε, με φόβιζε ή με βάραινε συναισθηματικά, ένιωθα πως περπατούσα… ανάποδα. Ή, ίσως πιο σωστά, πως όλα γύρω μου κινούνταν αντίστροφα από εμένα. Δεν ξέρω πώς αλλιώς να το περιγράψω. Έβλεπα τον κόσμο να περπατάει προς την αντίθετη κατεύθυνση, τις κούκλες στις βιτρίνες να στέκονται σαν να κοιτούν αλλού, τον δρόμο να μοιάζει σαν να με επιστρέφει πίσω ενώ εγώ προσπαθούσα να προχωρήσω μπροστά. Σαν να πήγαινα κάπου, αλλά ταυτόχρονα να έβλεπα τον εαυτό μου να γυρίζει.
Ίσως σας μπερδεύω. Μπορεί. Όμως αυτό ακριβώς μου συνέβαινε. Και ήξερα τότε πως έπρεπε να το κάνω πράξη. Να το μετατρέψω σε δημιουργία.
Είχα γράψει ένα ποίημα με παρόμοια αίσθηση όταν έχασα τη γιαγιά μου. Χρόνια αργότερα, αυτή η ίδια εσωτερική εμπειρία βρήκε τον δρόμο της σε αυτό το διήγημα, όταν είδα έναν διαγωνισμό με τίτλο ίδιο με τον τίτλο του κειμένου. Το έστειλα, δεν κέρδισε, αλλά αυτό δεν έχει καμία σημασία. Η πραγματική σημασία είναι πως γράφτηκε και πάντα θα μου θυμίζει κάτι που έχει πλέον περάσει γιατί τελικά αυτή την ευκαιρία, την άξιζα.
Το κείμενο αυτό έμεινε ξεχασμένο για χρόνια. Σήμερα, βρίσκοντάς το ξανά (δεν το βρήκα σήμερα αλλά το βρήκα πρόσφατα), ένιωσα πως ήρθε επιτέλους η στιγμή να πάρει τη θέση του εδώ. Και αυτό, ειλικρινά, με γεμίζει χαρά.
Η Ηρώ είναι μια ηρωίδα που μου θυμίζει πολύ τη Σιμώνη, μία επίσης τραγική μου ηρωίδα που δυστυχώς δεν είχε την "ακόμη μία και μοναδική ευκαιρία" της Ηρούς.
Οι λέξεις (ίθαπέ… και εβόηθι...), αν και είμαι σίγουρη οτι της καταλάβατε, είναι οι λέξεις "πεθαίνω" και "βοήθεια". Ανακατεμένες και μισοτελειωμένες, κάτι που όπως ξέρετε μου αρέσει να κάνω στα έργα μου. Κάπως έτσι άλλωστε δημιουργήθηκε και η "Σονάτα του Θήτα". Πήρα τη λέξη θάνατος, την ανακάτεψα και μου περίσσευε το γράμμα "θήτα".
Σας φιλώ, σας σκέφτομαι και σας εύχομαι να είστε καλά. Και φυσικ΄ά, να περπατάτε μπροστά, ακόμα κι όταν ο κόσμος μοιάζει να κινείται ανάποδα.
Μία είναι η προτροπή, να συνεχίζεις!

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
ΕΚΦΡΑΣΟΥ ΚΑΙ ΕΣΥ