Η μυρωδιά από ψημένο κρέας τους χτύπησε πριν καν δουν την ψησταριά. Ήταν από αυτές τις μυρωδιές που δεν τις αγνοείς. Λιπαρή, ζεστή, ανακατεμένη με καπνό και κάτι γλυκό από τις μαρινάδες. Μια μυρωδιά που κολλάει στα ρούχα και στα μαλλιά και σου ξυπνάει το στομάχι πριν προλάβεις να το σκεφτείς.
Έξω από το σούπερ μάρκετ είχαν στήσει τραπεζάκια, ψυγειάκια με αναψυκτικά, κουτιά με μουστάρδα, κέτσαπ, μαγιονέζα, πλαστικά ποτήρια με πάγο που έλιωνε αργά. Η ψησταριά κάπνιζε σταθερά, και κάθε τόσο ακουγόταν το «τσσς» από το λίπος που έπεφτε πάνω στα κάρβουνα.
Ο κόσμος κρατούσε καλαμάκια τυλιγμένα σε λαδόκολλα. Άλλοι τα έτρωγαν σκέτα, άλλοι τα βουτούσαν σε μουστάρδα ή μαγιονέζα. Λουκάνικα κομμένα σε ροδέλες, με οδοντογλυφίδες καρφωμένες πρόχειρα. Κάποιοι είχαν μπύρες, άλλοι κόκα κόλα, πορτοκαλάδα, λεμονάδα. Τα μπουκάλια άνοιγαν με εκείνο το χαρακτηριστικό «ψσσστ» που πάντα ακούγεται πιο ωραίο όταν είσαι πεινασμένος.
Εκείνος είχε μπει για να πάρει λίγα πράγματα. Ψωμί, τυρί και κάτι έτοιμο για το βράδυ. Στο καρότσι του είχε ήδη μπει μια μπαγκέτα, ένα κομμάτι γραβιέρα και μια εξάδα αναψυκτικά, χωρίς να ξέρει ακριβώς το γιατί. Ίσως γιατί η μέρα το ζητούσε. Ίσως γιατί όλοι γύρω του έμοιαζαν να γιορτάζουν κάτι, κι ας μην ήξερε ακριβώς τι.
Εκείνη είχε σταθεί λίγο πιο πέρα, κρατώντας ένα καλαθάκι. Μέσα είχε σοκολάτες, κάτι μικρά μπισκότα, μια σακούλα πατατάκια και ένα μπουκάλι λεμονάδα. Στεκόταν και κοιτούσε την ψησταριά με εκείνο το βλέμμα του ανθρώπου που λέει «δεν θα φάω» αλλά το σώμα του λέει «θα φάω».
Το μεταλλικό ταψί μπροστά από τον υπάλληλο ήταν σχεδόν άδειο. Λίγα καμένα κομματάκια από κρέας είχαν μείνει στην άκρη. Λίγο λίπος που έλαμπε κάτω από το φως. Και στη μέση, πάνω σε ένα κομμάτι λαδόκολλα, ένα σουβλάκι. Το τελευταίο.
Στάθηκαν δίπλα δίπλα σχεδόν ταυτόχρονα. Χωρίς να το καταλάβουν. Χωρίς να το κανονίσουν. Μύριζαν και οι δύο το ίδιο πράγμα. Έβλεπαν το ίδιο πράγμα και για μια στιγμή, ένιωσαν και οι δύο το ίδιο. Πείνα!
«Μάλλον έφτασα αργά», είπε εκείνος, χαμογελώντας λίγο αμήχανα.
«Ή έφτασα εγώ νωρίς για να το χάσω», απάντησε εκείνη, κοιτάζοντας το καλαμάκι σαν να διαπραγματευόταν μαζί του με τρόπο αστείο.
Ο υπάλληλος καθάριζε τα χέρια του σε μια χαρτοπετσέτα και τους κοίταζε, περιμένοντας. Πίσω τους, κάποιος άνοιξε μια μπύρα. Κάποιος άλλος γέλασε δυνατά. Ένα παιδί ζήτησε πατάτες τηγανητές που είχαν τελειώσει.
Εκείνος σήκωσε τους ώμους.
«Πάρ’ το εσύ», της είπε. «Εγώ έχω και ψωμί στο καρότσι. Θα τη βγάλω για σήμερα».
Δεν ήταν αλήθεια. Ήταν η μισή αλήθεια. Γιατί το ψωμί δεν μυρίζει έτσι. Δεν καπνίζει έτσι. Δεν τσιτσιρίζει έτσι πάνω στα κάρβουνα. Δεν σου μιλάει έτσι στο στομάχι.
Εκείνη κούνησε το κεφάλι.
«Όχι, όχι, αλήθεια. Δεν χρειάζεται».
Το είπε, αλλά το χέρι της είχε ήδη κινηθεί λίγο προς το ταψί, σχεδόν ασυναίσθητα.
Εκείνος πήρε το καλαμάκι προς έκπληξή της. Ήταν ζεστό, λίγο λαδωμένο, τυλιγμένο πρόχειρα σε χαρτί που είχε αρχίσει να διαφανίζει από το λίπος. Το ένιωθε να καίει ελαφρά μέσα από το χαρτί. Για μια στιγμή το κράτησε χωρίς να ξέρει ακριβώς γιατί. Σαν να ζύγιζε κάτι περισσότερο από φαγητό.
Και μετά, χωρίς μεγάλα λόγια, της το έδωσε.
«Πάρ’ το», της είπε απλά. «Έτσι κι αλλιώς, φαίνεται καλύτερο στα χέρια σου».
Εκείνη γέλασε. Ένα αληθινό γέλιο, λίγο ξαφνιασμένο.
«Αυτό δεν το έχω ξανακούσει για καλαμάκι», είπε.
«Για όλα υπάρχει η πρώτη φορά», απάντησε.
Δεν το έφαγε αμέσως. Έσκισε το χαρτί και με λίγη προσπάθεια έσπασε το καλαμάκι στη μέση, άτσαλα. Ένας μικρός ήχος από κρέας που τραβιέται. Μια σταγόνα λίπος έπεσε στο τραπεζάκι. Του έδωσε το μισό.
«Δίκαια», είπε. «Μισό-μισό».
Στάθηκαν εκεί, τρώγοντας όρθιοι. Εκείνος με το ένα χέρι κρατούσε το σουβλάκι, με το άλλο ένα πλαστικό ποτήρι με κόκα κόλα. Εκείνη είχε πάρει πορτοκαλάδα. Τα παγάκια χτυπούσαν στα τοιχώματα του ποτηριού. Το κρέας ήταν καυτό, λίγο καμένο στην άκρη, ζουμερό στη μέση.
Μίλησαν για μικρά, ασήμαντα πράγματα. Για το πόσο κόσμο είχε. Για το αν άξιζε η αναμονή. Για το πώς πάντα λέμε ότι δεν θα φάμε και τελικά τρώμε. Γέλασαν όταν το λίπος έσταξε με περίεργο τρόπο στο χαρτί και χωρίς να το καταλάβουν, δεν ήταν πια δύο άγνωστοι που απλώς περίμεναν στη σειρά. Ήταν δύο άνθρωποι που μοιράστηκαν το τελευταίο σουβλάκι. Και μαζί του, μια μικρή, απρόσμενη αρχή.
Ίσως κάποτε να το θυμούνται έτσι... Όχι σαν μια ξεχωριστή ιστορία αλλά σαν μία μέρα, έξω από ένα σούπερ μάρκετ, με καπνό στον αέρα, αναψυκτικά με πάγο, και ένα καλαμάκι που δεν έφτανε, αλλά τελικά έφτασε για δύο.
~~ Το Σουβλάκι - Κική Κωνσταντίνου
Καλημέρα, εκφραστικοί μου!
Χρόνια Πολλά, Καλές Απόκριες και μια όμορφη Τσικνοπέμπτη για όλους!
Σήμερα, και λόγω ημέρας αλλά και λόγω του Αγίου Βαλεντίνου που πλησιάζει, είπα να κάνω ένα μικρό «πάντρεμα» αυτών των δύο και να μοιραστώ μαζί σας μια σύντομη και ρομαντική με τον τρόπο της, ιστορία. Την ιστορία την έγραψα εχθές για την ακρίβεια και την προγραμμάτισα να δημοσιευθεί σήμερα.
Αντί για λουλούδια… σουβλάκια, ας πούμε. Τέλειο, δεν είναι;
Ή αντί για σουβλάκια… μια έλξη. Γιατί δεν τσικνίζει μόνο το κρέας σήμερα.
Την εικόνα την έφτιαξα εγώ με τη βοήθεια της τεχνητής νοημοσύνης, μιας που όσο κι αν έψαξα, δεν βρήκα κάτι που να μου ταιριάζει. Και η αλήθεια είναι, πως σε αυτό το σημείο, δεν ξέρω αν μπορεί να καλαμάκι να κοπεί στη μέση για να μοιραστεί, δεν ξέρω καν αν γίνεται αυτό δηλαδή, αλλά εφόσον έτσι το σκέφτηκα, είπα να το αφήσω στην ιστορία και κατ' επέκταση στην εικόνα. Άλλωστε εκεί είναι η ουσία της ιστορίας, το μοίρασμα αυτό, που τους έφερε ακόμη πιο κοντά.
Θέλω να σας πω οτι ιστορία μπορεί να είναι φανταστική, αλλά το σκηνικό είναι πέρα για πέρα αληθινό. Σε ένα σούπερ μάρκετ, κοντά στη δουλειά μου, είχαν κάνει κάτι παρόμοιο μια Τσικνοπέμπτη, όταν είχαν πρωτοανοίξει. Είχα πάει (αλίμονο) και ήταν πραγματικά πολύ όμορφα. Οπότε… ήρθε η ώρα να γίνει και λίγη δημιουργία.
Σας φιλώ και σας εύχομαι μια όμορφη, μυρωδάτη και χαμογελαστή μέρα με αγάπη, καπνό στον αέρα και, γιατί όχι, με ένα σουβλάκι που μπορεί να γίνει αφορμή για κάτι περισσότερο.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
ΕΚΦΡΑΣΟΥ ΚΑΙ ΕΣΥ