Μου είπαν να κρατήσω το φως.
Να μην το αφήσω να σβήσει.
Να το σφίξω με τα δυο μου χέρια,
σαν μετάνοια,
σαν όρκο,
σαν την τελευταία ανάσα κάποιου που δεν πρόλαβα να αποχαιρετήσω.
Και το κράτησα.
Όχι γιατί πίστεψα.
Αλλά γιατί κάποτε μου έμαθαν πως ό,τι καίει, είναι ιερό.
Και σαν γυναίκα που κουράστηκε να αμφισβητεί,
του έδωσα σχήμα προσευχής.
Έγειρα το πρόσωπό μου επάνω του όχι από πίστη,
αλλά από βάρος,
από μια κόπωση που έρχεται όταν δεν έχεις πια λόγια να πεις στον Θεό.
Γιατί τι να πεις σε Αυτόν που χρόνια σιωπά;
Τι να του ζητήσεις όταν σου πήρε τα πάντα
εκτός απ’ το κερί;
Το φως με έκαιγε κάθε νύχτα σαν ερώτηση που δεν απαντήθηκε,
και κάθε μέρα μ’ έβρισκε λιγότερη.
Σαν κερί κι εγώ, λιωμένη! Μέχρι το κόκκαλο.
Δεν ήξερα αν ήταν ευλογία ή τιμωρία που ακόμη άντεχα.
Μα δεν τόλμησα να ρωτήσω.
Όχι γιατί φοβόμουν την απάντηση,
αλλά γιατί ήξερα πως ίσως να μην υπήρχε καμία.
Μου είπαν: «Το φως θα σε σώσει».
Μα εγώ δεν ήθελα σωτηρία.
Ήθελα λήθη.
Ήθελα να σβήσω μαλακά, χωρίς κραυγή,
σαν φλόγα που την ξέχασε ο άνεμος.
Ήθελα κάποιος να μου πει
ότι επιτρέπεται να σταματήσεις χωρίς να θεωρηθείς δειλή,
ότι το να κουράζεσαι είναι μορφή πίστης κι αυτό,
πίστης που ίσως… δεν χρειάζεται πια να κρατάς.
Κι εγώ, σαν υπάκουο παιδί της ανάγκης,
έσφιξα τα δάχτυλα γύρω απ’ το κερί,
και δεν ρώτησα.
Δεν ρώτησα για ποιον.
Δεν ρώτησα γιατί.
Δεν ρώτησα
πόσο καίει ένα φως
που δεν είναι δικό σου.
Μέρες.
Νύχτες.
Σιωπές γεμάτες φλόγα.
Και πόνο που δεν ξεστόμισα ποτέ.
Γιατί αν μιλούσα,
θα έσπαγε η φλόγα.
Κι εγώ δεν ήθελα να φταίω.
Όχι άλλη μία φορά.
Το φως…
δεν με λυπήθηκε.
Με φώτισε, ναι.
Με έκαιγε κάθε νύχτα που δεν έκλαιγα.
Και κάθε πρωί που ξυπνούσα χωρίς σκοπό.
Με τιμωρούσε.
Με νουθετούσε.
Με κρατούσε ξύπνια
κι αυτό ήταν το χειρότερο.
Γιατί εγώ δεν ήθελα να σωθώ.
Ήθελα να ξεχαστώ.
Να σβήσω με το κερί
σαν τίποτα.
Σαν φλόγα που την ξέχασε ο αέρας.
Κι όμως-
ακόμη το κρατώ.
Μουδιάζουν τα δάχτυλά μου
και μυρίζει στάχτη το στόμα μου.
Μα το φως
είναι ακόμη εδώ.
Κι εγώ,
μια γυναίκα που κουράστηκε να ζητάει άφεση,
το κρατώ.
Το κρατώ.
Το κρατώ.
Μέχρι να καώ ολόκληρη
και να ησυχάσει το φως.
~~ Κική Κωνσταντίνου
Καλημέρα εκφραστικοί μου, ελπίζω να σας βρίσκω καλά.
Σήμερα μοιράζομαι μαζί σας ένα από τα πιο αγαπημένα μου ποιήματα. Όχι γιατί είναι το πιο «σωστό» τεχνικά, ούτε γιατί γράφτηκε σε κάποια ιδιαίτερη στιγμή που θα έπρεπε να θυμάμαι με ακρίβεια. Δεν το έγραψα τώρα. Έχει περάσει καιρός από τότε... Κι όμως, το αγαπώ όσο λίγα.
Υπάρχουν κείμενα που τα γράφεις και τα αφήνεις. Και υπάρχουν κι εκείνα που δεν σε αφήνουν ποτέ. Που επιστρέφουν σε σένα ξανά και ξανά, όχι σαν ανάμνηση, αλλά σαν ανάγκη. Σαν κάτι που σου θυμίζει ποια ήσουν όταν τα έγραφες. Ποια κατάφερες να γίνεις. Και ποια, ίσως, ακόμα προσπαθείς να καταλάβεις.
Δεν κάνω διαχωρισμούς ανάμεσα στα ποιήματά μου ή στα έργα μου αν θέλετε, μιας και όλα είναι κομμάτια της ίδιας διαδρομής. Απλώς κάποια μένουν μέσα μου πιο βαθιά γιατί κουβαλούν μια αλήθεια που δεν ξεθώριασε με τον χρόνο. Μια αλήθεια που με συνοδεύει, με βαραίνει, με στηρίζει.
Αυτό το ποίημα είναι για μένα μια υπενθύμιση ότι η αντοχή δεν μοιάζει πάντα με δύναμη, ότι το φως δεν έρχεται μόνο για να παρηγορήσει και ότι καμιά φορά κρατάμε κάτι όχι από πίστη, αλλά επειδή δεν μάθαμε ποτέ πώς να το αφήνουμε. Κάπου εκεί, ανάμεσα στο «κρατώ» και στο «καίγομαι», γεννιέται η πιο αληθινή μας πλευρά.
Το κρατώ μέσα μου σαν ανάγκη, σαν εσωτερικό καθρέφτη, σαν μια σιωπηλή συνομιλία με εκείνη τη γυναίκα που το έγραψε και που, με κάποιον τρόπο, υπάρχω ακόμη εγώ.
Σας το αφήνω, λοιπόν, με τρυφερότητα... σαν μια αναπνοή, σαν μια εξομολόγηση, σαν ένα φως.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
ΕΚΦΡΑΣΟΥ ΚΑΙ ΕΣΥ