Έφυγες,
σαν φως που σβήνει απαλά,
χωρίς φωνή, χωρίς θόρυβο,
μόνη η απουσία σου
που βάθυνε μέσα μου τη σιωπή.
Ήμουν κόρη,
πληγωμένη, μικρή,
ορφανή απ’ την αγκαλιά σου,
γεμάτη ερωτήματα
που ποτέ δεν πρόλαβαν να ακουστούν.
Κι όμως, μέσα στον πόνο,
γεννήθηκε μια καινούρια ζωή-
ο δικός μου κόσμος.
Γέννησα.
Σώμα που λύγιζε,
ψυχή που ούρλιαζε αθόρυβα.
Κι εσύ,
δεν ήσουν εκεί με τα χέρια σου,
μα ήσουν παντού,
στις ρίζες που άφησες,
στα βήματα που έγινα,
γιατί πάντα ήμουν δική σου.
Έγινα μάνα,
μόνη,
μα ποτέ χωρίς εσένα.
Σε ένιωσα,
στην πρώτη συστολή,
στο δάκρυ που κύλησε αθόρυβα,
στο βλέμμα που ψάχνει ακόμα το δικό σου.
Έφυγες,
μα κράτησες το χέρι μου
μέσα απ’ το παιδί που ήρθε,
σε μένα που ξαναγεννήθηκα.
Δεν είμαι πια η ίδια,
είμαι η κόρη σου,
η μάνα του,
εσύ που ζεις μέσα μου.
Έγινα το σώμα σου,
όταν το δικό σου λύγισε,
η αγκαλιά σου
στο δικό μου παιδί,
η φωνή σου
στο νανούρισμά του.
Κι ήρθε εκείνος,
με μάτια που ανοίγουν αργά,
με ανάσα δική μου,
μα με φως δικό σου.
Δεν είμαστε πια μόνοι,
είμαστε τρεις-
γιαγιά, μάνα, γιος,
ένα νήμα που δένει
το χθες με το αύριο.
Μάνα,
μου έμαθες να αντέχω,
να αγαπώ,
να φεύγω
χωρίς να χάνω.
Γέννησα
και ξαναγεννήθηκα.
Κι όταν με ρωτήσει:
«Ποια ήταν η γιαγιά μου;»
θα πω:
«Η αρχή,
η ρίζα,
η γυναίκα που έφυγε
για να γίνω εγώ,
για να έρθεις εσύ.»
Κι όταν με κοιτάζει,
ξέρω πως βλέπει εσένα.
σαν φως που σβήνει απαλά,
χωρίς φωνή, χωρίς θόρυβο,
μόνη η απουσία σου
που βάθυνε μέσα μου τη σιωπή.
Ήμουν κόρη,
πληγωμένη, μικρή,
ορφανή απ’ την αγκαλιά σου,
γεμάτη ερωτήματα
που ποτέ δεν πρόλαβαν να ακουστούν.
Κι όμως, μέσα στον πόνο,
γεννήθηκε μια καινούρια ζωή-
ο δικός μου κόσμος.
Γέννησα.
Σώμα που λύγιζε,
ψυχή που ούρλιαζε αθόρυβα.
Κι εσύ,
δεν ήσουν εκεί με τα χέρια σου,
μα ήσουν παντού,
στις ρίζες που άφησες,
στα βήματα που έγινα,
γιατί πάντα ήμουν δική σου.
Έγινα μάνα,
μόνη,
μα ποτέ χωρίς εσένα.
Σε ένιωσα,
στην πρώτη συστολή,
στο δάκρυ που κύλησε αθόρυβα,
στο βλέμμα που ψάχνει ακόμα το δικό σου.
Έφυγες,
μα κράτησες το χέρι μου
μέσα απ’ το παιδί που ήρθε,
σε μένα που ξαναγεννήθηκα.
Δεν είμαι πια η ίδια,
είμαι η κόρη σου,
η μάνα του,
εσύ που ζεις μέσα μου.
Έγινα το σώμα σου,
όταν το δικό σου λύγισε,
η αγκαλιά σου
στο δικό μου παιδί,
η φωνή σου
στο νανούρισμά του.
Κι ήρθε εκείνος,
με μάτια που ανοίγουν αργά,
με ανάσα δική μου,
μα με φως δικό σου.
Δεν είμαστε πια μόνοι,
είμαστε τρεις-
γιαγιά, μάνα, γιος,
ένα νήμα που δένει
το χθες με το αύριο.
Μάνα,
μου έμαθες να αντέχω,
να αγαπώ,
να φεύγω
χωρίς να χάνω.
Γέννησα
και ξαναγεννήθηκα.
Κι όταν με ρωτήσει:
«Ποια ήταν η γιαγιά μου;»
θα πω:
«Η αρχή,
η ρίζα,
η γυναίκα που έφυγε
για να γίνω εγώ,
για να έρθεις εσύ.»
Κι όταν με κοιτάζει,
ξέρω πως βλέπει εσένα.
Καλημέρα, εκφραστικοί μου.
Στη ζωή όλα είναι νήματα. Άλλα μας δένουν, άλλα μας λύνουν, κι άλλα μας υφαίνουν ξανά από την αρχή.
Κάποια τα κρατάμε σφιχτά, κάποια τα αφήνουμε να φύγουν, κι όμως όλα μαζί πλέκουν το ύφασμα του ποιοι είμαστε.
Γιατί τελικά, η ζωή δεν είναι έτοιμο ρούχο, είναι αργαλειός.
Κι εμείς, ταυτόχρονα, και το νήμα και ο υφαντής!

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
ΕΚΦΡΑΣΟΥ ΚΑΙ ΕΣΥ