Kαλημέρα εκφραστικοί μου, ελπίζω να σας βρίσκω καλά.
Εγώ τελικά, δεν τη γλίτωσα. Με έριξε η γρίπη και δυστυχώς κολλήσαμε όλοι στο σπίτι και τώρα είμαστε στη φάση της ανάρρωσης.
Δεν σας κρύβω πως με τόσα που ακούω είχα φοβηθεί πολύ, θέλει πολύ ξεκούραση, η εξάντληση που νιώθεις σε συνδυασμό με τους πόνους και την κακουχία, είναι ανυπόφορη. Δεν μιλώ για τα άλλα συμπτώματα, πυρετό, καταρροή, φτέρνισμα κτλ. Καταλαβαίνεται πως είναι μία μίξη όλων αυτών. Όμως Χειμώνας είναι και έχουμε μήνες ακόμα μπροστά μας.
Να προσέχετε, φίλοι μου....
Αυτές τις ημέρες, λοιπόν, που δεν ξεκουράστηκα όσο θα έπρεπε γιατί όφειλα να βρω δυνάμεις για να φροντίσω την οικογένειά μου, ομολογώ οτι σοκαρίστηκα με τα όσα έχουν συμβεί στους συμπολίτες μας. Τόσος θρήνος, τόσα γιατί, τόση αδικία. Είναι αβάσταχτο. Και εγώ, που τα συμπονώ όλα αυτά και δεν τα αντέχω και πολλές φορές δεν τα πλησιάζω λόγω της ενσυναίσθησης που έχω, αυτή τη φορά δεν άντεξα. Σαν οργή, βγήκε από μέσα μου αλλά και σαν θρήνος. Σα να μη μπορούσα να διαχειριστώ τα συναισθήματά μου ή σαν να ήθελα να βγάλω από μέσα μου τη στεναχώρια γιατί πραγματικά πολύ στεναχωρήθηκα. Και φυσικά όχι μόνο εγώ, όλοι μας, όλη η Ελλάδα.
Από τη μια είδα μητέρες να χάνονται, και από την άλλη γιους, παιδιά. Αυτή η αλληλουχία, αυτό το σ΄ύμπλεγμα, αυτός ο κρίκος, η αλυσίδα ζωής που η μία ζωή διαδέχεται την άλλη, που την καθορίζει, που την ανυμνεί και στο τέλος, παύει να τη φωτίζει. Δεν ξέρω πως αλλιώς να μεταφέρω τα όσα ένιωσα, όμως αυτά με οδήγησαν να γράψω το ακόλουθο ποίημα και να το ανεβάσω στα σοσιαλ μου εχθές βράδυ τη στιγμή που γεννήθηκε.
Σήμερα, ήθελα να το μοιραστώ και εδώ μαζί σας, γράφοντας παράλληλα τα όσα νιώθω. Δεν ξέρω αν θα βλέπατε διαφορετικά αυτά που σας είπα, αν δεν σας τα έλεγα δηλαδή, αλλά είναι η αλήθεια μου και είχα ανάγκη να τη μοιραστώ.
Όμως, για να είμαι ειλικρινής, κυρίως απέναντι στον εαυτό μου αλλά και στους αναγνώστες μου, δεν εργάζονται μόνο οι μητέρες τα βράδια, ούτε επιλέγουν νυχτερινή βράδια μόνο όσες θέλουν να είναι κοντά στα παιδιά τους την ημέρα, έτυχε να έχουν όλες παιδάκια, αλλά ομολογώ πως βλέποντας το πόσο έντονα παρουσιάστηκε οτι ήταν μητέρες αισθάνθηκα μια δυσφορία, δεν ξέρω γιατί αλλά αισθάνθηκα. Ίσως γιατί ξέρω οτι νυχτερινά δουλεύουν και άνθρωποι που έχουν ανάγκη ή θέλουν περισσότερα χρήματα αλλά και ανύπαντροι και γυναίκες χωρίς παιδιά. Το λέω αυτό γιατί νιώθω πως ο τρόπος που παρουσιάστηκε το γεγονός με έκανε να αισθανθώ ότι, αν μία από τις κοπέλες που χάθηκαν τόσο άδικα δεν είχε παιδιά, η απώλειά της ίσως να φάνταζε λιγότερο «σημαντική» ή λιγότερο άξια συγκίνησης. Κι αυτό με προβληματίζει, γιατί η αξία μιας ζωής δεν θα έπρεπε να μετριέται από το αν κάποιος είναι γονιός ή όχι, αλλά από το ίδιο το γεγονός ότι ήταν άνθρωπος.
Και τώρα θα μου πεις: «μα βρε Κική, κι εσύ στο ποίημα μητέρα και παιδί έβαλες ως κεντρικό κλειδί». Ναι, είναι αλήθεια. Όμως αυτό συνέβη γιατί έγραψα το ποίημα για αυτά τα δύο συγκεκριμένα συμβάντα. Αν οι συνθήκες ήταν διαφορετικές, αν οι ιστορίες των ανθρώπων που χάθηκαν ήταν άλλες, θα είχα γράψει αλλιώς. Γιατί το ποίημα δεν ήθελε να υψώσει τη μητρότητα πάνω από την ανθρώπινη ζωή, αλλά να αφουγκραστεί τη συγκεκριμένη απώλεια, όπως ακριβώς μου παρουσιάστηκε. Μέσα μου, εννοώ.
Το ασθενές φως της απουσίας
Η απουσία
δεν είναι απόδειξη
ότι κανείς δεν έφυγε απότομα.
Ούτε
ότι κάτι έπαψε να απαντά.
Η απουσία
είναι αυτό που μένει
όταν όλα έγιναν
σιωπηλά.
Όπως μια καρδιά,
ας πούμε,
που συνεχίζει να ποθεί
ακόμα κι όταν
έπαψε να αναπνέει.
Φλεγόμενη.
Μέσα στο σκοτάδι.
Οι αγκαλιές άνοιξαν
και δεν θυμούνται πια
πώς κλείνουν.
Φυλάκισαν τον Παράδεισο
χωρίς να το ξέρουν.
Έμαθαν ένα σώμα
κουρασμένο,
ήσυχο,
ανθρώπινο
κι έμειναν έτσι-
να κρατούν αέρα
σαν να είναι αρκετός.
Δεν ήταν.
Μια μάνα,
μια μάνα
κουβαλάει ακόμη το βάρος
ενός παιδιού
που δεν ακουμπά πια πάνω της.
Το βάρος δεν έφυγε.
Απλώς
δεν έχει πού να ξαποστάσει.
Κι ένα παιδί
κρατάει τη μάνα του
μέσα του.
Όχι σαν ανάμνηση-
αλλά σαν ανάγκη.
Σαν κάτι που αν χαθεί,
θα χαθεί μαζί του.
Υπάρχουν στιγμές
που δεν ξέρεις
ποιος λείπει από ποιον.
Η μάνα σωπαίνει.
Το παιδί μεγαλώνει.
Όχι σιγά.
Απότομα.
Πολλές φορές
χωρίς να αντέχει το αύριο.
Ο θάνατος
δεν ζητάει χώρο.
Έρχεται
όταν όλα κοιμούνται.
Σε βρίσκει
χωρίς φωνή.
Αφήνει ίχνη:
ένα όνομα που δεν απαντά,
μια φράση που έμεινε μισή,
ένα βλέμμα
που συνεχίζει μόνο του.
Κι ένα αύριο
που κοιτάζεται
μέσα από πληγωμένα μάτια.
Και μια καρδιά
που αιμορραγεί σιωπηλά
και πάντα θα ζητάει αγάπη.
Αγάπη
να δώσει,
να λάβει,
να αντέξει.
Και τότε
μαθαίνουμε κάτι παράξενο:
να αγαπάμε
χωρίς ανταπόδοση,
να αγκαλιάζουμε
χωρίς σώμα,
να στεκόμαστε
μέσα σε ένα φως
ασθενές,
που δεν φωτίζει-
απλώς
δεν αφήνει το σκοτάδι
να κλείσει τελείως.
Και τότε κοιμάσαι.
Και ο ύπνος
δεν θεραπεύει.
Γιατί η απώλεια
δεν είναι στιγμή.
Είναι παρουσία
που δεν φεύγει.
Κική Κωνσταντίνου
Ουφ, αυτά από εμένα, εκφραστικοί μου.
Σας αφήνω τώρα, γιατί όλο αυτό είναι πολύ «βαρύ» για μένα.
Σας φιλώ, σας σκέφτομαι και σας λέω να προσέχετε, να περνάτε όμορφα κάθε στιγμή, γιατί ο χρόνος δεν γυρίζει πίσω.
Όπως και οι άνθρωποι, δηλαδή.
Μένουν όμως αθάνατοι στη μνήμη και στην καρδιά μας- κι αυτό κάποιες φορές... αρκεί.

Είναι τραγικό όλο αυτό που συμβαίνει το νέο χρόνο. Πόσοι άνθρωποι χαμένοι ξαφνικά. Και παιδιά μόνα θα μεγαλώνουν. Μπορεί να έχουν πατεράδες αλλά τη μάνα δεν την αντικαθιστά κανείς.
ΑπάντησηΔιαγραφήΤο ποίημά σου υπέροχο. Πιάνει χορδές ευαισθησίας και τις ταρακουνά
Να στε καλά Κική μου
Περαστικά και προσοχή
Φιλάκια