I. Η Είσοδος
Άνοιξες την πόρτα
με τον ήχο που κάνει ένα βλέμμα όταν σπάει.
Σου έδειξα το τραπέζι:
Σκεπασμένο με λευκά γράμματα,
πλεγμένα σε ύφασμα
που δεν είπα ποτέ δυνατά.
Σου έβαλα κρασί,
από τα σταφύλια που πάτησε ο φόβος μου.
Σου έδωσα ψωμί,
ψημένο σε στάχτη από γράμματα
που δεν έγραψα ποτέ.
Δεν έφαγες.
II. Ο Ίσκιος
Η καρέκλα σου καθόταν καλύτερα από εσένα.
Το σώμα σου έμοιαζε ξένο
ή ίσως πολύ οικείο.
Μίλησες,
μα η φωνή σου ήταν ήχος απ’ το αύριο.
Μια μέρα που δεν ήρθε,
και όμως, σε μιμήθηκε τέλεια.
Έβγαλα τα κεριά.
Όχι για να σε φωτίσω.
Αλλά για να θυμηθείς
πως κάποτε έλιωσες.
III. Η Μουσική
Έπαιζε μια μελωδία από τρανζίστορ,
σπασμένο σε τέσσερις ρυθμούς:
– ο πρώτος ήταν ανάσα
– ο δεύτερος βήμα
– ο τρίτος σιωπή
– ο τέταρτος...
(ο τέταρτος δεν ακούγεται)
(ήταν για σένα μονάχα)
Κάθε παύση μια συμφωνία.
Κάθε σιωπή, υπόσχεση.
Κάθε ψίθυρος, ένα "αν".
Κι εγώ,
άκουγα το "ποτέ" να χτυπάει
στις χορδές της κιθάρας μου.
Εκείνης, με το φύλλο.
Το φθινοπωρινό.
IV. Η Έξοδος
Δεν σηκώθηκες ποτέ.
Αλλά έλειπες ήδη.
Έσυρα τις κουρτίνες
χωρίς σκηνή, χωρίς κοινό.
Μάζεψα τα πιάτα,
σαν να μην είχες φάει τίποτα.
Μα τα δαχτυλικά σου αποτυπώματα
είχαν ήδη μουλιάσει στο νερό.
Έκλεισα το φως.
Δεν το χρειάζεσαι πια.
Κι αν κάποτε γυρίσεις,
θα βρεις τα πάντα στη θέση τους
εκτός από εμένα.
Κική Κωνσταντίνου
Καλησπέρα εκφραστικοί μου, με μελαγχολική και λίγο σκοτεινή θα έλεγα διάθεση, σήμερα.
Το παραπάνω ποίημα είναι σαν μια συρραφή διάφορων παλαιών μου έργων, ως προς το νόημα και την αίσθηση τους εννοώ.
Δείπνο, Ο Συνδαιτυμόνας μου, Φθινόπωρο.
Όπως θα δείτε η φωτογραφία είναι η ίδια από τον συνδαιτυμόνα.
Όλα άλλαξαν και όλα μένουν ίδια...
Σας φιλώ, σας σκέφτομαι και σας εύχομαι καλό ΣΚ.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
ΕΚΦΡΑΣΟΥ ΚΑΙ ΕΣΥ