Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Ευτέρπη

 


Η Ευτέρπη μπήκε μέσα στον χώρο με την αίσθηση πως κάποιος ή κάτι την παρακολουθούσε. Ποτέ δεν κατάλαβε γιατί της έδωσαν αυτό το όνομα. Μια τυχαία θεία, με χρήματα και την ανάγκη να αφήνει το στίγμα της στους άλλους, φρόντισε -επειδή δεν είχε παιδιά-  να χαρίσει το όνομά της. Η ίδια το έβλεπε σαν μια σιωπηρή ανταλλαγή με τους γονείς της, σαν να τους «πλήρωσε» και εκείνοι της έδωσαν ένα όνομα που δεν θα επέλεγαν ποτέ πραγματικά. Εκείνη το θεωρούσε εξευτελιστικό.

Ντυνόταν απλά, με μια καθημερινή, σχεδόν αδιάφορη λογική που ταίριαζε με την πόλη γύρω της. Φορούσε ένα λευκό t-shirt που είχε χάσει την αθωότητα του χρώματος από τις πλύσεις, ελαφρώς τσαλακωμένο στο τελείωμα. Πάνω από αυτό ένα καφέ κοντό σακάκι, πρακτικό, χωρίς ιδιαίτερη φροντίδα στο κόψιμο. Η μπορντό φούστα της ήταν από απλό καθημερινό ύφασμα, λίγο ξεθωριασμένη, και κινούνταν φυσικά με το περπάτημά της.

Στον λαιμό της είχε ένα λεπτό κολιέ και στο χέρι ένα μικρό βραχιόλι που ακουγόταν ελάχιστα όταν κινούταν.

Τα παπούτσια της ήταν λευκές μπαλαρίνες, φθαρμένες από την καθημερινή χρήση. Κρατούσε μια μεγάλη καφέ τσάντα, λίγο ξεχειλωμένη, γεμάτη με πράγματα που δεν είχαν πάντα τάξη μέσα της. Η τσάντα αυτή έμοιαζε κάπως με ταγάρι βοσκού και ενώ της φαινόταν αστεία, την αγαπούσε και κάπως παράδοξα την ταίριαζε με ό,τι και να φορούσε.

Τα μαλλιά της ήταν πιασμένα πρόχειρα, με τούφες που ξέφευγαν συνεχώς, και ένα φουλάρι με χρώματα και μοτίβα έσπαγε τη μονοτονία της εμφάνισής της.

Μέσα σε αυτή την απλότητα της πόλης, η αίσθηση ότι την παρακολουθούσαν δεν έφευγε.

Το βιβλιοπωλείο ήταν μικρό και παλιό, στριμωγμένο ανάμεσα σε δύο πολυκατοικίες. Η βιτρίνα του ήταν χαμηλή, με θαμπό τζάμι και χαρτάκια κολλημένα στις γωνίες που διαφήμιζαν προσφορές και νέες παραλαβές. Πίσω από το τζάμι φαίνονταν εξώφυλλα βιβλίων τοποθετημένα σε δύο σειρές, σαν να προσπαθούσαν να χωρέσουν περισσότερες ιστορίες απ’ όσες άντεχε ο χώρος. Η πόρτα είχε μια παλιά ξύλινη λαβή που έτριξε ελαφρά όταν την έσπρωξε, και το μικρό καμπανάκι πάνω της χτύπησε καθαρά, σχεδόν απότομα μέσα στην ησυχία.

Μέσα, ο αέρας ήταν διαφορετικός. Μύριζε χαρτί που έχει μείνει καιρό κλεισμένο, κόλλα βιβλιοδεσίας και εκείνη τη χαρακτηριστική μυρωδιά παλιού βιβλίου που δεν φεύγει ποτέ πραγματικά. Ο χώρος ήταν στενός, γεμάτος ξύλινα ράφια που έφταναν σχεδόν μέχρι το ταβάνι. Τα βιβλία δεν ήταν όλα τακτοποιημένα, άλλα έγερναν προς τα έξω κι άλλα ήταν σφηνωμένα οριζόντια επειδή δεν υπήρχε χώρος. Οι διάδρομοι ανάμεσά τους ήταν τόσο στενοί που αναγκαζόσουν να στρίβεις ελαφρά τους ώμους για να περάσεις.

Στο βάθος υπήρχε ένα μικρό ταμείο, παλιό, με χαρακιές στο ξύλο και ένα φωτιστικό που έριχνε κίτρινο, ζεστό φως πάνω σε στοίβες από βιβλία που δεν είχαν τακτοποιηθεί ακόμα. Από κάπου ακουγόταν ένα ραδιόφωνο χαμηλά, όχι αρκετά δυνατά για να ξεχωρίζεις το τραγούδι που έπαιζε, υπήρχε μόνο μια συνεχόμενη παρουσία ήχου που έκανε τον χώρο να μοιάζει λιγότερο άδειος ή μάλλον λιγότερο ψυχρός μιας και σε έναν τέτοιο χώρο δεν θα έπρεπε να υπήρχε αυτή η μυστηριώδης ψυχρότητα.

Η γυναίκα προχώρησε αργά ανάμεσα στα ράφια. Δεν έψαχνε τίποτα συγκεκριμένο, αλλά και δεν ένιωθε ότι είχε πλήρη έλεγχο του σώματός της. Τα μάτια της περνούσαν από τίτλους χωρίς να τους συγκρατεί. Ονόματα συγγραφέων, λέξεις πάνω σε ράχες βιβλίων, όλα της φαίνονταν σαν ένα ενιαίο σύνολο που δεν την αφορούσε.

Κι όμως, κάπου μέσα της, όλα συνέχιζαν να επιστρέφουν στο ίδιο σημείο.

Το όνομά της.

Ευτέρπη!

Δεν της άρεσε. Ποτέ δεν της είχε αρέσει. Και όσο βρισκόταν ανάμεσα σε βιβλία που κουβαλούσαν ονόματα άλλων ανθρώπων, αυτό δεν ήταν απλώς σκέψη, ήταν μια σταθερή ενόχληση που δυνάμωνε, σαν κάτι που έχει αρχίσει να πιέζει από μέσα.

Δεν υπήρχε λογική εξήγηση. Μόνο η αίσθηση ότι το όνομά της δεν της άνηκε πραγματικά. Ότι είχε τοποθετηθεί πάνω της όπως τοποθετείται ένας τίτλος σε βιβλίο: από κάποιον άλλον, για κάποιον λόγο που εκείνη δεν γνώριζε ποτέ.

Στάθηκε για λίγο ανάμεσα σε δύο ράφια. Ένα βιβλίο είχε γείρει προς τα έξω, σαν να ετοιμαζόταν να πέσει. Το άγγιξε μηχανικά, το έσπρωξε πίσω στη θέση του, αλλά η κίνηση δεν την ηρέμησε.

Αντίθετα, της έφερε μια παράξενη σκέψη, ότι όλα εδώ μέσα είχαν μια ταυτότητα. Ένα όνομα. Μια ιστορία τυπωμένη και ορισμένη.

Όλα εκτός από εκείνη που ένιωθε πως της είχε δοθεί μία χωρίς να ερωτηθεί.

Προχώρησε πιο βαθιά στο βιβλιοπωλείο, και όσο ο χώρος γινόταν πιο στενός και πιο ήσυχος, η σκέψη της γινόταν πιο βαριά, σχεδόν επίμονη.

Και τότε, για μια στιγμή, της πέρασε από το μυαλό πως το βιβλιοπωλείο δεν ήταν απλώς ένα μέρος γεμάτο βιβλία. Ήταν ένας χώρος όπου οι λέξεις αποφάσιζαν ποιος είσαι πριν από εσένα.

Και το δικό της όνομα… ίσως να ήταν απλώς ένα από αυτά που είχαν ειπωθεί από άλλους, χωρίς ποτέ να ρωτήσουν αν έπρεπε.

Δεν χρειάστηκε να καταλάβει πότε ακριβώς άλλαξε η ατμόσφαιρα στο βιβλιοπωλείο, ήταν σαν ο χώρος να είχε ήδη αποφασίσει κάτι χωρίς να τη ρωτήσει.

Άκουσε έναν ήχο που φανέρωνε πως κάποιος κολλούσε κάτι στην είσοδο της. Στην αρχή νόμισε πως ήταν ένα ακόμη φυλλάδιο προσφορών στη βιτρίνα, κάτι συνηθισμένο, ξεχασμένο πάνω σε ράφι. Αλλά όταν το είδε καλύτερα, καταλάβαινε ότι δεν ήταν διαφήμιση. Ήταν σημείωμα. Κολλημένο βιαστικά, σαν να είχε τοποθετηθεί εκεί όχι για να διαβαστεί, αλλά για να ειπωθεί κάτι δύσκολο και να τελειώνει γρήγορα.

«Το κατάστημα οφείλει να εκκενωθεί εντός σύντομου χρονικού διαστήματος. Λόγω χρεών και διαδικασίας εκποίησης, το ακίνητο θα αλλάξει χρήση.»

Οι λέξεις δεν είχαν καμία προσπάθεια ευγένειας. Ήταν καθαρές, διοικητικές, σχεδόν αδιάφορες. Και ίσως αυτό να τις έκανε χειρότερες.

Έμεινε ακίνητη ανάμεσα στα ράφια. Το χαρτί έτρεμε ελαφρά από το ρεύμα του αέρα που έμπαινε από την πόρτα που μόλις είχε κλείσει πίσω της. Για μια στιγμή σκέφτηκε πως κάποιος αστειευόταν. Πως θα εμφανιζόταν ο ιδιοκτήτης, θα γελούσε αμήχανα, θα έλεγε ότι έγινε λάθος.

Αλλά ο χώρος δεν αντέδρασε. Το ραδιόφωνο συνέχιζε χαμηλά, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. Και τότε το είδε δεύτερο χαρτί, λίγο πιο κάτω, πιο μικρό, κολλημένο στραβά.

«Προς ενημέρωση: το βιβλιοπωλείο έχει ήδη πωληθεί σε πολυεθνική εταιρεία εκτυπώσεων. Μελλοντική μετατροπή σε τυπογραφικό κατάστημα - logistics εκδόσεων.»

Η λέξη «πολυεθνική» έμεινε στο μυαλό της περισσότερο από τις άλλες, σαν κάτι που δεν ειπώθηκε απλώς αλλά τοποθετήθηκε μέσα της, βαριά και οριστικά.

Έκανε ένα βήμα πίσω σχεδόν μηχανικά, και το χέρι της βρήκε τη ράχη ενός βιβλίου για να κρατηθεί, αλλά δεν την κράτησε πραγματικά. Ένιωσε έναν κόμπο στο λαιμό, μια απότομη, παράλογη τάση λιποθυμίας, σαν το σώμα της να είχε φτάσει πρώτο σε μια απόφαση που το μυαλό δεν είχε προλάβει να καταλάβει.

«Τυπογραφείο…» ψιθύρισε χωρίς να το θέλει.

Η λέξη αντήχησε μέσα στον στενό χώρο αλλιώς απ’ ό,τι θα έπρεπε. Όχι σαν πληροφορία, αλλά σαν κάτι που υπήρχε ήδη εκεί πριν εκείνη μπει, σαν να είχε προηγηθεί του ίδιου του βιβλιοπωλείου.

Και τότε, χωρίς να ξέρει το γιατί, το βλέμμα της γύρισε στο μόνο σημείο που ποτέ δεν ήταν γραμμένο και όμως ήταν παντού.

Το όνομά της.

Ευτέρπη!

Η σκέψη δεν ήρθε ήρεμα. Ήρθε απότομα, σχεδόν βίαια, σαν κάτι που είχε συσσωρευτεί και τώρα έσπαγε το λεπτό του περίβλημα.

Αν μπορούσε να αλλάξει το όνομα του βιβλιοπωλείου, αν μπορούσαν να το πάρουν, να το ξαναγράψουν, να το ξαναβαφτίσουν από την αρχή… τότε γιατί όχι και εκείνη;

Το όνομα, αυτό έφταιγε!

Το έβλεπε πια καθαρά, και το μυαλό της δεν της άφηνε χώρο για καμία αντίρρηση. Δεν ταίριαζε. Από την αρχή δεν ταίριαζε.

Τι σχέση είχε το «Ευτέρπη» με τα βιβλία; Με τις ιστορίες που θα έπρεπε να έχουν μυστήριο, κύρος, αναγνώριση; Ποια ηρωίδα σε ένα σοβαρό βιβλίο θα λεγόταν, Ευτέρπη; Ποιος αναγνώστης θα το έπαιρνε στα σοβαρά;

Πώς θα μπορούσε να σταθεί σε μια ιστορία αγάπης ένα τέτοιο όνομα; Να το προφέρει ένας ήρωας με πάθος στην αγαπημένη του; Ποιος σοβαρός ήρωας θα ερωτευόταν ποτέ μια γυναίκα που τη λένε, Ευτέρπη; Η βεβαιότητα αυτή της ερχόταν όχι από μια στιγμή θυμού, αλλά από όλα τα βιβλία που είχε διαβάσει, από όλες τις ιστορίες που είχε συναντήσει και ποτέ δεν είχε δει το όνομα της γραμμένο σε κάποιο βιβλίο. 

Ήταν σαν να μην είχε γραφτεί αυτό το όνομα ούτε καν για αφήγηση. Ούτε για μύθο. Ούτε για παραμύθι. Ούτε για κάτι που αξίζει να θυμάσαι.

Και όσο το σκεφτόταν, τόσο της φαινόταν ότι το όνομα αυτό δεν ήταν απλώς ξένο. Ήταν περιττό!

Και τότε, μέσα σε αυτή τη σκέψη που έτρεχε πια χωρίς φρένο, της ήρθε η πιο παράλογη, σχεδόν πικρή εικόνα: ότι το μόνο μέρος όπου το όνομα «Ευτέρπη» θα μπορούσε να σταθεί χωρίς να προκαλεί απορία, θα ήταν κάπου απλό, καθημερινό, σχεδόν ταπεινό. Σε ένα καπηλειό ή σε ένα οικογενειακό μαγειρείο ή  ή ένα μικρό παντοπωλείο με φρούτα και λαχανικά στην είσοδο, όπου τα ονόματα δεν χρειάζεται να εμπνέουν και να δημιουργούν ιστορίες.

Κι όμως, ακόμα κι εκεί, πάλι της φαινόταν λάθος. 

Και τότε, μέσα σε αυτή τη ρωγμή της σκέψης, ήρθε η μνήμη.

«Άνοιξέ το», της είχε πει. «Κάνε κάτι δικό σου.»

Και εκείνη το ΄έκανε! Αλλά υπήρχε πάντα κάτι που δεν ειπώθηκε καθαρά. Ένας όρος χωρίς χαρτί. Μια προϋπόθεση που κρεμόταν στον αέρα σαν κάτι αυτονόητο.

Το όνομα.

Έπρεπε να μείνει.

«Ευτέρπη!»

Και το δέχτηκε. Όπως το δέχτηκαν οι γονείς της. Όπως το δέχτηκαν οι άνθρωποι όταν τους προσφέρεται ένα "δώρο" που μοιάζει με ευκαιρία και χάνεται μέσα του η λεπτομέρεια της υποχρέωσης.

Γιατί έτσι λειτουργούν οι ελπίδες όταν έρχονται μεταμφιεσμένες σε βοήθεια... Δεν σου ανήκουν ολοκληρωτικά, αλλά τις κρατάς σαν να σου ανήκουν.

Και τώρα, μέσα στο άδειο βιβλιοπωλείο που ετοιμαζόταν να γίνει κάτι άλλο, η Ευτέρπη ένιωσε για πρώτη φορά ότι δεν ήταν το όνομα που την κατέστρεφε. 

Χωρίς να το καταλάβει, λες και ο αέρας την πήγε εκεί, βρέθηκε στο νεκροταφείο, μπροστά σε μια κρύα ταφόπλακα. Δεν θυμόταν τη διαδρομή. Ούτε πότε άφησε πίσω της τον δρόμο, ούτε πότε το σώμα της σταμάτησε να αντιστέκεται σε αυτό που απλώς συνέβαινε. Σαν να την είχε φέρει κάτι πιο παλιό από τη σκέψη, κάτι που δεν ρωτάει και απλώς σε προτρέπει.

Στάθηκε από πάνω της. Η πέτρα έμοιαζε απλή, βαριά και παράξενα ήσυχη.

Και πάνω της χαραγμένο το όνομα: ΕΥΤΕΡΠΗ.

Για μια στιγμή περίμενε αυτό το γνώριμο σφίξιμο, εκείνη τη μικρή, σχεδόν αντανακλαστική απόρριψη.

Αλλά δεν ήρθε, και αυτό την ξάφνιασε περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο είχε συμβεί μέχρι τώρα.

Έμεινε ακίνητη. Και για πρώτη φορά δεν ήταν το όνομα που την κοίταζε εχθρικά, αλλά εκείνη που το κοίταζε σαν να μην την αφορά πια με τον ίδιο τρόπο.

Και τότε ένιωσε κάτι παράξενο. Όχι ανακούφιση. Ούτε λύπη. Κάτι πιο ασταθές. Σαν να έπεσε από πάνω της ένα βάρος που δεν είχε συνειδητοποιήσει ότι κουβαλούσε.

Το όνομα δεν άλλαξε. Δεν έγινε πιο όμορφο. Δεν έγινε πιο σωστό.

Απλώς σταμάτησε να τη "χτυπάει" μέσα της.

Ίσως δεν χρειάζεται να σημαίνει τίποτα, σκέφτηκε. Ούτε να ταιριάζει. Ούτε να εξηγείται. Μόνο να υπάρχει, όπως υπάρχουν τα πράγματα που δεν ρωτούν αν σε βολεύουν.

Έκανε λίγα βήματα πίσω. Και χωρίς να ξέρει γιατί, γύρισε το κεφάλι της μια τελευταία φορά.

Το όνομα έμεινε εκεί, στην πέτρα.

Και εκείνη έφυγε χωρίς να προσπαθεί πια να το ξεφορτωθεί, ούτε όμως και να το κρατήσει!

 

~~ Ευτέρπη - Κική Κωνσταντίνου 

 

Καλημέρα, εκφραστικοί μου!

Ελπίζω να σας βρίσκω όλους καλά.

Έχω καιρό να μπω στο blog μου και να σας επισκεφτώ, αλλά σήμερα ένιωσα πολύ έντονα αυτή την ανάγκη. Είπα, λοιπόν, να ακούσω το μέσα μου και να έρθω εδώ, να αφήσω ένα διήγημα που έγραψα πριν από λίγο καιρό και να το μοιραστώ μαζί σας με αγάπη.

Αυτό το διήγημα το έγραψα πριν από περίπου έναν μήνα, μέσα σε δύο μέρες. Στην αρχή το κράτησα για μια συλλογή που ετοιμάζω, αλλά τελικά ήθελε πολύ να πάρει τη θέση του εδώ και είπα να το υπακούσω.

Η Ευτέρπη, λοιπόν, είναι μια ηρωίδα με ένα όνομα που, για εμένα τουλάχιστον, ακούγεται κάπως... αντιηρωικό! Χαχα! Περίεργο, έτσι;

Πάντα πίστευα πως στα βιβλία και στις ιστορίες μας προσπαθούμε να βρούμε ένα όμορφο και ιδιαίτερο όνομα για τους ήρωές μας, κυρίως για τις ηρωίδες. Να είναι όμορφο, εύηχο, να τους ταιριάζει, να είναι ξεχωριστό, να σου μένει στο μυαλό και να μην το ξεχνάς εύκολα, να έχει μια ωραία αύρα, ίσως και μια ιστορία πίσω του.

Οπότε το «Ευτέρπη», για εμένα, δεν ήταν αυτό που θα έλεγα ηρωικό όνομα. Κι όμως, όταν εμφανίστηκε στο μυαλό μου, ένιωσα πως έπρεπε να γράψω γι' αυτό το όνομα, γι' αυτή την ηρωίδα. Και το έκανα.

Μια ηρωίδα με ένα όνομα όχι ιδιαίτερα όμορφο (για τα δικά μου γούστα πάντα). Ένα όνομα που, όταν το άκουγα, ίσως να με παρέπεμπε περισσότερο σε μια χιουμοριστική ιστορία ή σε μια κωμωδία, παρά σε μια λογοτεχνική ηρωίδα. Ταυτόχρονα, όμως, μου έφερνε στο μυαλό κι ένα βιβλιοπωλείο. Ίσως επειδή τα βιβλιοπωλεία –που δυστυχώς κλείνουν το ένα μετά το άλλο, και πραγματικά με λυπεί αυτό– είναι για μένα συνυφασμένα με τις ιστορίες, τα βιβλία, τους ήρωες και τους κόσμους που κρύβουν μέσα τους.

Κι όμως, ενώ έχω διαβάσει τόσα βιβλία με τόσους διαφορετικούς ήρωες και ηρωίδες, μια Ευτέρπη δεν θυμάμαι να έχω συναντήσει ποτέ. Κάπως έτσι, λοιπόν, γεννήθηκε η δική μου Ευτέρπη.

Εμφανισιακά μοιάζει με μια κυρία που συναντώ συχνά στις βόλτες μου στην Αβάντων στη Χαλκίδα. Έχει ένα ιδιαίτερο ντύσιμο και μια ξεχωριστή παρουσία, κι έτσι μου φάνηκε ιδανική για την Ευτέρπη.

Όσο για το βιβλιοπωλείο, σε αντίθεση με όσα κλείνουν, πριν από λίγο καιρό άνοιξε ένα νέο στην πόλη μου. Είναι ιδιαίτερο, με μια παλιά, νοσταλγική αισθητική. Το ανακάλυψα τυχαία μέσα σε ένα μικρό παραδρομάκι, το πρόσεξα λεπτομερώς η αλήθεια είναι και το λάτρεψα αμέσως. Έχει κυρίως παιδικά βιβλία και παραμύθια, όμως αυτό που με κέρδισε εξαρχής ήταν το ύφος και η ατμόσφαιρά του.

Κάπως έτσι, λοιπόν, όλες αυτές οι μικρές εμπειρίες ενώθηκαν. Έβαλα και τη φαντασία μου και θεωρώ πως δημιούργησα ένα διήγημα όπου μια Ευτέρπη ίσως μπορέσει να νιώσει όμορφα διαβάζοντάς το. Να δει το όνομά της να γίνεται ηρωίδα ενός βιβλίου, μιας ιστορίας, να γίνει, έστω και για λίγο, κάτι δικό της.

Εντωμεταξύ, δεν ξέρω αν το προσέξατε - αν και μάλλον θα το καταλάβατε ήδη. Μέσα στο διήγημα το βιβλιοπωλείο δεν έκλεινε απλώς. Στη θέση του θα γινόταν ένα τυπογραφείο.

Ίσως κάποιος να σκεφτεί πως δεν αλλάζει και κάτι σπουδαίο. Άλλωστε και τα δύο έχουν σχέση με τα βιβλία. Κι όμως, για εμένα έχουν έναν εντελώς διαφορετικό ρόλο.

Το τυπογραφείο είναι η αρχή της διαδρομής ενός βιβλίου. Εκεί τυπώνεται, παίρνει μορφή και ετοιμάζεται να βγει στον κόσμο. Το βιβλιοπωλείο, όμως, είναι το τέλος αυτής της διαδρομής και ταυτόχρονα η αρχή μιας άλλης. Είναι το μέρος όπου το βιβλίο συναντά τον αναγνώστη του, όπου κάποιος θα σταθεί μπροστά σε ένα ράφι, θα το πάρει στα χέρια του, θα ξεφυλλίσει λίγες σελίδες και ίσως ανακαλύψει μια ιστορία που εκείνη τη στιγμή είχε ανάγκη.

Με άλλα λόγια, το τυπογραφείο καλύπτει την ανάγκη της παραγωγής. Το βιβλιοπωλείο καλύπτει την ανάγκη της ψυχής. Εκεί δεν αγοράζεις απλώς ένα βιβλίο... πολλές φορές βρίσκεις μια ιστορία που σε συντροφεύει, σε παρηγορεί, σε ταξιδεύει ή σε αλλάζει.

Γι' αυτό και ήθελα να υπάρχει αυτή η αλλαγή μέσα στο διήγημα. Δεν ήταν μια τυχαία επιλογή. Ήταν ένας μικρός συμβολισμός για τη διαφορά ανάμεσα στο να δημιουργείται ένα βιβλίο και στο να βρίσκει τελικά τον άνθρωπο που το έχει ανάγκη.

Αυτά από εμένα.

Ελπίζω να σας άρεσε, να σας ταξίδεψε και, μέσα από τα δικά μου μάτια και τη δική μου φαντασία, να καταφέρατε να δείτε όλα όσα ήθελα να σας δείξω.

Σας φιλώ και σας εύχομαι να περνάτε όμορφα αυτές τις ζεστές καλοκαιρινές ημέρες!


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΓΙΑ ΤΗΝ ΞΑΔΕΡΦΑΡΑ ΜΟΥ ΜΕ ΑΓΑΠΗ!

Εκφραστικοί μου φίλοι, καλημέρα! Τί μου κάνετε, είστε όλοι καλά; Εγω μια χαρά. Καταιγισμός γενεθλίων το τελευταίο διάστημα βρε παιδιά! Πολύ με χαροποιεί αυτό! Ευχές, ευχές, ευχές! Μ' αρέσουν οι ευχές! Σήμερα λοιπόν θέλω και εγώ να δώσω τις ευχές μου σε ένα αγαπημένο μου πρόσωπο, με ένα ιδιαίτερο θα έλεγα τρόπο! (Είμαι σίγουρη πως όταν η ξαδέρφη μου δει αυτή την ανάρτηση θα γουρλώσει το μάτι πίσω από τα γυαλιά, θα βγάλει τη γλώσσα έξω απο αμηχανία, θα βγάλει μια κραυγή απόγνωσης και θα κρυφτεί όπου βρει πρόχειρα εκεί τριγύρω χαχαχαχα) (Ιωάννα σα να είμαι εκεί και να σε βλέπω νοιώθω - πολύ το διασκεδάζω! :P) Σκορπίνα λοιπόν η ξαδερφάρα μου! Δυναμική προσωπικότητα, όσο κι αν δε το δείχνει με τη πρώτη ματιά!  Σήμερα λοιπόν, το κορίτσι μου έχει γενέθλια και εγώ δε θα μπορούσα να μη κάνω ανάρτηση μοναχά για πάρτη της! Τόσα έχει κάνει εκείνη για μένα, ας κάνω και εγώ κάτι μικρό αυτή τη φορά! ;) Χρόνια πολλά λοιπόν σε σένα που όταν ήμουνα μικρή με έβαζες να ...

ΔΙΑΦΟΡΑ ΝΕΑ ΤΗΣ ΜΠΛΟΚΟΓΕΙΤΟΝΙΑΣ ΜΑΣ

Κρατώ στα χέρια μου το Λογοτεχνικό Ημερολόγιο 2020 απο το Λογοτεχνικό Περιοδικό της Κεφαλλονιάς "Κέφαλος" , όπου συμμετέχω με τρία έργα μου. Ξεφυλλίζοντας το, ανάμεσα σε τόσους δημιουργούς και έργα, νιώθω υπερήφανη και ευγνώμων. Τα συγχαρητήρια μου, σε όλους! Eπίσης, ΕΔΩ, μπορειτε να διαβασετε μια υπέροχη συνέντευξη του δικού μας "Σκρουτζάκου"  Giannis Koutris !! Συγχαρητήρια αγαπημένε μου φίλε! Ακόμη, σας έχω δύο εξαιρετικές προτάσεις, δικών μας πάλι, αγαπημένων προσώπων! "Στα παπούτσια των άλλων¨" το νέο βιβλίο της Μαρίας Κανελλάκη, εκδ. 24γραμματα Ανατομικές ιστορίες παντός καιρού και εδάφους, σε ποικιλία δερμάτων και χρωμάτων, για όλες τις (χ)ώρες και για όλα τα πέλματα. Η νέα τάξη υποδημάτων θέλει έντονες αντιθέσεις και άτολμους βηματισμούς. Σ’ αυτό το καλαπόδι κατασκευάστηκαν και οι ιστορίες του βιβλίου. Ψηλοτάκουνες γόβες για «φλατ» ήρωες και παπούτσια γδαρμένα για ανθρώπους-λουστρίνια. Ολοκαίνουργια...

ΧΟΡΟΙ ΤΗΣ ΕΥΒΟΙΑΣ

    Παραδοσιακοί χοροί Εύβοιας Εύβοια   Στο όμορφο νησί της Εύβοιας ο κορυφαίος χορός είναι ο καβοντορίτικος ή καλλιανιώτικος που χαρακτηρίζεται από ένα ιδιαίτερο χορευτικό και μουσικό στυλ. Άλλοι χοροί του νησιού είναι ο συρτός και ο µηλωνιάτικος, παραλλαγή του συρτού χορού. Στην περιοχή χορεύεται ακόµα ο λεγόµενος όρθιος μπάλος (διαφοροποιείται από τον κυκλαδίτικο µπάλο) από ένα ή δύο ζευγάρια. Βόρειο Εύβοια   Στη Β. Εύβοια συναντάµε περισσότερο τους λεγόµενους στεριανούς χορούς όπως τσάµικα, καγκέλια, πατινάδες και συρτούς. Από τους πιο διαδεδοµένους χορούς ήταν ο Χειµαριώτικος, οργανική αργή µελωδία που παιζόταν και µε φύλλο από κοτσύκι ή άλλο δέντρο. Ακολουθούσε ο Συρτός, ο Τσάµικος και κάποιες φορές χορευόταν και το ηπειρώτικο Στα Τρία. Όσον αφορά το Συρτό, όταν παρατηρήθηκε (µε βάση τις καταγραφές) ότι οι µεγάλης ηλικίας άνθρωποι δεν κάνουν δύο διαδοχικά σταυρώµατα αλλά πάτηµα και άρση, ειπώθηκε ότι τα σταυρώµατα "τα κάναν οι δασκά...