Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Η Τρελή Ροδιά

  Καλημέρα και καλή εβδομάδα, εκφραστικοί μου. Παρακολούθησα πρόσφατα τη μουσικο-χορευτική performance «Η τρελή ροδιά» , βασισμένη στο ομώνυμο ποίημα του Οδυσσέα Ελύτη.  Η παράσταση, με τις εξαιρετικές Ελισάβετ Κοκορέλη και Μελισσάνθη Καραμπάτσου, δόθηκε στα πλαίσια του  9ου   Bio-Mechanical festival,  σε  ανοιχτούς χώρους της πόλης και με ενθουσίασε με την αμεσότητα και την ένταση της, αλλά και με τον τρόπο που η τέχνη μπλέχτηκε με το φυσικό περιβάλλον — ζώα που περνούσαν, ο άνεμος που φύσαγε, και το φως που άλλαζε συνεχώς. Αυτό που με άγγιξε βαθιά ήταν η αίσθηση ελευθερίας και ζωντάνιας που αποπνέει το έργο. Κάτι που με έκανε να ονειρευτώ: κάποια στιγμή, να γράψω  ένα παρόμοιο έργο και, μαζί με μια ομάδα δημιουργικών ανθρώπων, να το ενσαρκώσουμε στη σκηνή — όχι σε κλειστούς χώρους, αλλά σε ανοιχτά μέρη που «αναπνέουν» και ζωντανεύουν με τη φυσική ζωή γύρω τους. Παρακάτω μοιράζομαι μαζί σας το ολόκληρο ποίημα του Ελύτη που αποτέλεσε την πηγή έμπνευ...

🦋🩸 Το Σμήνος της Ματωμένης Καρδιάς 🩸🦋

  Στο κέντρο του στήθους της — ένα ρήγμα. Όχι απλό. Όχι τυχαίο. Ένα στόμα ανοιχτό που κάποτε ψιθύριζε «μείνε», μα τώρα βγάζει φτερά και δόντια. Απ’ την πληγή της δεν κυλά αίμα· κυλούν σκιές με φτερά. Πεταλούδες — μα όχι αθώες. Βαμπίρ που ήπιαν το «πάντα» κι έφτυσαν το «ποτέ». Με μαύρα φτερά από μετάξι παλιών εφιαλτών, πετούν γύρω της σαν νυχτερινή προσευχή σε θεούς που δεν απαντούν. Τρέφονται απ’ την ανάμνηση. Γλεντούν με το κάθε γιατί. Ρουφούν το φως και γεννούν σιωπή. Κι εκείνη στέκει — μισή γυναίκα, μισή τάφος. Μα τα μάτια της; Δε θρηνούν. Λάμπουν. Γιατί από τη στάχτη της καρδιάς της, έχτισε θρόνο για τα τέρατά της. Κική Κωνσταντίνου \ #ΣκοτεινήΠοίηση \ #ΒαμπίρΠεταλούδες \ #ΜατωμένηΚαρδιά \ #ΓοτθικήΑισθητική \ #ΠοίησηΠόνου \ #ΣκοτεινήΘηλυκότητα \ #ΗΣιωπήΠουΜιλά \ #ΦτεράΚαιΔόντια \ #ΑιματοβαμμέναΌνειρα \ #ΜαύρηΡομαντικήΨυχή \ #ΗΤέχνηΤουΠόνου \ #ΓυναίκαΣτάχτηΚαιΦως \ #ΠεταλούδεςΤηςΚόλασης \ #ΣκοτεινήΜούσα \ #ΑπόΤαΣπλάχναΜου

Άυλο Ζευγάρι

Δύο ανάσες, χωρίς στόμα. Δύο βλέμματα, χωρίς μάτια. Σμίγουν εκεί που δεν φτάνει το φως, εκεί που δεν αγγίζει η μνήμη. Περπατούν πάνω σε γραμμές αόρατες, σε κύκλους που δεν κλείνουν, σε δρόμους που δεν χαράχτηκαν ποτέ. Αγκαλιάζονται — δίχως χέρια, δίχως βάρος, δίχως αρχή. Ούτε κορμί, ούτε σκιά. Μονάχα η ιδέα της ένωσης. Στα μάτια τους, αν υπήρχαν μάτια, η αντανάκλαση του τίποτα. Στο στόμα τους, αν υπήρχε στόμα, η γεύση του ανέφικτου. Στο χρόνο τους, αν υπήρχε χρόνος, μια στιγμή που διαρκεί αιώνια. Κι όταν χαθούν, κανείς δεν θα το ξέρει — γιατί ποτέ δεν ήταν εδώ. Μόνο ψίθυροι στον αέρα. Μόνο σχήματα στο κενό. Κική Κωνσταντίνου Το ποίημα αυτό το εμπνεύστηκα κοιτώντας την παραπάνω φωτογραφία όπου έβλεπα ένα ζευγάρι άυλο, σχεδόν διάφανο, σαν ιδέα μέσα στο φως. #ποίημα #άυλοζευγάρι #στίχοι #σκέψεις #έμπνευση #στιγμές #αγάπη #ποιητικήγραφή #φαντασία #τέχνη #ποίησηςλόγια #σύγχρονηποίηση #μορφέςστοφως

Ντύθηκε Γυναίκα

  η εικόνα δημιουργήθηκε με τεχνητή νοημοσύνη   Σήμερα, η θάλασσα δεν αρκέστηκε στα κύματα — ανασηκώθηκε απ’ τον βυθό και ντύθηκε γυναίκα. Τα μαλλιά της — μακριές λωρίδες νερού, σκούρα σαν νύχτα βαθιά, με ανταύγειες φεγγαριού και φύκια πλεγμένα σαν ξόρκια του χρόνου. Το σώμα της λαξεμένο απ’ την υπομονή των αιώνων: στήθος σαν φουσκωμένο κύμα, μέση που λυγίζει με τον άνεμο, γοφοί πλασμένοι από κοράλλια, σφιχτοί, γεμάτοι βάθος. Το δέρμα της — δροσερό, διαφανές, με ραφές από αλάτι και αφρό. Στα χέρια της κρατούσε κοχύλια για βραχιόλια, και στα νύχια της αντικατοπτρίζονταν καταιγίδες. Τα μάτια της — λιμάνια εγκατάλειψης, γεμάτα βάρκες σπασμένες και βλέμματα ναυτικών που χάθηκαν. Περπατούσε ξυπόλυτη στην ακτή, κι όπου πατούσε έσβηνε το παρελθόν. Το άρωμά της — θαλασσόνερο και μελάνι σουπιάς, ανάμνηση από όνειρο και φόβο μαζί. Μίλησε στον άνεμο με φωνή ραγισμένη και παλιά: «Με θυμάσαι;» τον ρώτησε και του χάρισε ένα φιλί γεμάτο σιωπή και δύναμη. ...

Στο Μεταίχμιο των Καιρών

  η εικόνα δημιουργήθηκε με τεχνητή νοημοσύνη I. Νοσταλγία Θυμάμαι τις αυλές με γιασεμιά και γέλια που χωρούσαν τον ουρανό, παιδικές σκιές στο απομεσήμερο να κυνηγούν τον ήλιο ως το βραδινό. Ένα ραδιόφωνο παλιό να τραγουδά κι η μάνα με φωνή λικνιστική να διώχνει τα σκοτάδια της ψυχής μ’ ένα τραγούδι κι ένα "σ’ αγαπώ" αυθεντικό. II. Έρωτας Ήρθες εσύ, κι αλλάξαν οι γραμμές — οι λέξεις πήραν σχήμα από κορμί, μια ματιά σου και χάνονταν οι μέρες σαν αέρας που χορεύει στη σιγή. Στο άγγιγμά σου άνοιξαν πληγές που ήθελα καιρό να θυμηθώ. Δεν ήταν πόνος — ήταν επιστροφή σε κάτι που ποτέ δεν έπαψα να ζω. III. Ελπίδα Και τώρα, μες στο θόρυβο του κόσμου, ψάχνω ακόμη δρόμο καθαρό. Μα κάθε πρωινό που με ξυπνά είναι σημάδι πως υπάρχω ακόμα εδώ. Η ελπίδα δεν κραυγάζει, δεν σκορπά — είναι ψίθυρος γλυκός σε καταιγίδα. Και όσο ανασαίνω, όσο αγαπώ, θα γράφω την ψυχή μου στην παλίρροια.   Κική Κωνσταντίνου       Εκφραστικοί μου, καλημέρα. Αυτό το ποίημ...

Η γυναίκα που έφαγε το φεγγάρι

  Στην αρχή κανείς δεν κατάλαβε. Η γυναίκα ανέβαινε τη νύχτα ξυπόλυτη, οι φτέρνες της κομμένες από το σκοτάδι, τα χέρια της μυρίζανε άνεμο. Την έβλεπα. Να απλώνει τα δάχτυλα, να τραβάει το φεγγάρι χαμηλά, σαν άρτο παγωμένο. Το έφερε στο στόμα της. Το έφαγε. Κομμάτι κομμάτι. Χωρίς βιασύνη. Όπως τρώνε οι πεινασμένοι τη μνήμη τους. * (Το φεγγάρι έσταζε στα χείλη της).   Το κατάπινε. Σαν να ήθελε να ξεχάσει. Σαν να ήθελε να γεμίσει την τρύπα που αφήνει η απουσία. Μέσα της η νύχτα. Μέσα της το φως. Μέσα της το τίποτα. * Οι άνθρωποι κοιμόντουσαν. Μόνο οι γάτες την άκουγαν. Μόνο το χώμα. Μόνο οι πέτρες που θυμούνται τις σκιές. * Και το πρωί — το πρωί η γυναίκα κατέβηκε στο χωράφι. Έψαξε στις τσέπες της. Έβγαλε ψίχουλα από φεγγάρι. Τα έδωσε στα πουλιά. «Πάρτε», τους είπε. «Πάρτε να με ξεχάσετε». * Το βράδυ ο ουρανός ήταν άδειος. Η νύχτα — μια μαύρη σελίδα δίχως τίτλο. * (Κι εκείνη περίμενε το επόμενο φεγγάρι. Γιατί η πείνα δεν τελειώνει ποτέ). * Κάποτε είπε: «Δεν πεινούσα για φως. Πει...

Το mail που δεν θα έστελνα ποτέ

Η Μαρκέλλα ήταν δεκαέξι. Και κάπου μεταξύ των 16 και της υπόλοιπης ζωής της, ένιωθε χαμένη. Δεν είχε κάτι «τραγικό». Οι άλλοι έλεγαν πως ήταν ήσυχη, «καλό παιδί», συνεπής. Δεν έμπλεκε. Δεν φώναζε. Δεν ζητούσε τίποτα. Αλλά μέσα της υπήρχε μια φασαρία που δεν ακουγόταν απ’ έξω. Ένα απόγευμα στο δωμάτιό της, ενώ έψαχνε να ξεχαστεί από όλα – τα διαγωνίσματα, τους γονείς που δεν καταλάβαιναν, τους φίλους που έμοιαζαν πάντα λίγο αλλού – έπεσε πάνω σ’ ένα μπλογκ. Το είχε μια κοπέλα που έγραφε με το όνομα Αντιγόνη. Δεν ήταν τίποτα εντυπωσιακό. Μαύρα γράμματα σε άσπρο φόντο. Κείμενα μικρά, με τίτλους όπως «Αν δεν μιλήσεις, σε τρώνε», «Δεν είμαι αντικοινωνική. Απλώς δεν αντέχω τους ανθρώπους που δεν ακούν» ή «Η κοπέλα που κρύβει τα δάκρυά της στο σχολικό». Η Μαρκέλλα διάβασε ένα. Μετά κι άλλο. Μετά σταμάτησε. Έκανε scroll στην αρχή. Ξαναδιάβασε το ίδιο. Ένιωθε περίεργα. Όχι ακριβώς καλύτερα. Αλλά ούτε όπως πριν. Σαν κάποιος να είχε ανοίξει την πόρτα ενός δωματίου μέσα της που νόμιζε π...

φόρεσε τη θλίψη της

φόρεσε τη θλίψη της όπως άλλες φοράνε μετάξι — προσεκτικά, με μια αίσθηση τελετής. την έδεσε σφιχτά στους ώμους να μην πέσει. είναι το μόνο που της ανήκει χωρίς αμφιβολία. οι άλλοι βλέπουν απλώς ένα βαρύ παλτό. δεν νιώθουν το βάρος που κόβει το δέρμα της από μέσα. δεν μιλάει πολύ. οι λέξεις της είναι υγρές, στάζουν. ποτίζουν το πάτωμα και κανείς δεν ρωτά για τη διαρροή. τα βράδια τη βρίσκει να κοιμάται με τα μάτια ανοιχτά — μην της φύγει η θλίψη στον ύπνο. έγινε το δικό της ένδυμα. η πανοπλία και η πληγή. κάποτε προσπάθησε να τη βγάλει. την άφησε δίπλα στην πόρτα για λίγο φως. αλλά γύρισε πίσω γυμνή. και την ξαναφόρεσε όχι πια απλώς για να ζήσει αλλά για να μη χαθεί. Κική Κωνσταντίνου