Στο απέραντο ασημένιο πεδίο της Σελήνης
μια γυναίκα περπατάει χωρίς σκιά,
με τα μαλλιά της να κυματίζουν σαν ομίχλη φωτεινή,
και τα μάτια της γεμάτα ουρανούς που κανείς δεν έχει δει.
Η Σελήνη είναι βασίλειο αθόρυβο,
γεμάτο κρατήρες που φυλάνε μυστικά αιώνων,
ποταμούς από αστρική σκόνη,
και δάση από κρυστάλλινα φεγγάρια.
Κι όμως, η καρδιά της βαραίνει
με μια επιθυμία που το φως δεν μπορεί να χορτάσει την Γη.
Η Γη είναι ένα μακρινό όνειρο,
ένα σμαραγδένιο πλοίο που περιστρέφεται ανάμεσα στα άστρα,
γεμάτη θάλασσες που γελούν και βουνά που αγκαλιάζουν τον ουρανό.
Κάθε βράδυ, η γυναίκα στέκεται στην άκρη ενός ασημένιου γκρεμού
και κοιτάζει κάτω,
σαν παιδί που ποθεί ένα δώρο που δεν μπορεί να λάβει.
Μια νύχτα, τα αστέρια αποφασίζουν να μιλήσουν,
σαν αρχαίοι σοφοί που ξύπνησαν από λήθαργο.
«Γιατί είσαι θλιμμένη;» ρωτούν με φωνές που μοιάζουν με ψιθύρους ανέμου.
Και η γυναίκα απαντάει «Θέλω να αγγίξω τη Γη,
να νιώσω τη ζεστασιά της, να μυρίσω τα δέντρα, να ακούσω τα ποτάμια».
Τα αστέρια τη συμπονούν για μια στιγμή,
και τότε μια γέφυρα από φως αναδύεται αργά,
σαν ποτάμι από διαμάντια που οδηγεί στα βάθη του ουρανού.
Η γυναίκα νιώθει τα πόδια της να αιωρούνται,
να περπατάει πάνω σε μια σκάλα που δεν έχει σκαλιά,
και τα αστέρια να τραγουδούν μαζί της,
να κάνουν τον ουρανό λιγότερο άδειο,
και τη ψυχή της να γεμίζει θάρρος.
Καθώς κατεβαίνει, συναντάει πλάσματα που δεν έχουν όνομα,
γαλανές σκιάσεις που χορεύουν στον άνεμο,
φτερωτά άλογα από φως που τρέχουν χωρίς να ακουμπούν τη γη, και δέντρα που ψιθυρίζουν τα μυστικά των γαλαξιών.
Όλα της προσφέρουν κομμάτια από τη σοφία τους,
και της μαθαίνουν πως η Γη είναι κοντά,
όσο μπορεί να τη νιώσει με την καρδιά της.
Τελικά φτάνει σε μια θάλασσα φεγγαρόφωτη,
που αντανακλά την εικόνα της Γης σαν καθρέφτης μαγικός.
Βουτάει τα δάχτυλά της στο νερό,
και για μια στιγμή, νιώθει τη Γη να την αγκαλιάζει,
το χώμα να μιλάει,
και το αεράκι να ψιθυρίζει το όνομά της.
Αλλά η Γη είναι ακόμα μακριά,
κι η γυναίκα ξέρει πως δεν μπορεί να την φτάσει με το σώμα της.
Κι όμως, κάθε βράδυ, όταν η νύχτα πέφτει,
η καρδιά της πετάει πάνω από τους ωκεανούς,
πάνω από τα δάση, πάνω από τα βουνά,
και αγκαλιάζει ό,τι αγαπά.
Τώρα, κάθε αστέρι τη γνωρίζει,
και κάθε κρατήρας της Σελήνης τη φυλάει σαν θησαυρό.
Κι εκείνη περπατάει ξανά στους ασημένιους δρόμους,
με τα μάτια γεμάτα Γη,
κι η ψυχή της γεμάτη φως,
και κάθε βήμα της μοιάζει με παραμύθι,
που λέει "Μπορεί να μην αγγίζω πάντα ό,τι αγαπώ,
αλλά η αγάπη με φτάνει πιο κοντά στο αύριο".
Κική Κωνσταντίνου
Kαλημέρα και καλή εβδομάδα, με υγεία και κάθε καλό!

Ρομαντική σήμερα, ονειροπόλα, εκφραστική.
ΑπάντησηΔιαγραφήΠολύ όμορφο, Κική μου. Μένω εντυπωσιασμένος από τον πλούτο της έμπνευσής σου, καλή μου φίλη. Τι να πω, μπράβο.
Σε ευχαριστώ πολύ, Γιάννη μου.
ΔιαγραφήΕίναι παλιό το ποίημα, το είχα ανεβάσει στη σελίδα μου στο φεισμπουκ απλώς δεν το είχα ανεβάσει εδώ.
Καλό βράδυ να έχεις! Σε φιλώ