«Τραγουδούσε πέρα απ’ την ευφυΐα της θάλασσας. Το νερό ποτέ δεν έπαιρνε σχήμα στο μυαλό ή τη φωνή. Σαν ένα ολότελα σωμάτινο σώμα, που ανεμίζει τα άδεια του μανίκια• κι ωστόσο η μιμική του κίνηση αποτελούσε επίμονη κραυγή, προκαλούσε επίμονα μια κραυγή που δεν ήταν δική μας, αν και την εννοούσαμε. Κραυγή εξωανθρώπινη, του αληθινού ωκεανού. Η θάλασσα δεν ήταν μάσκα. Ούτε κι εκείνη. Το νερό και το τραγούδι δεν ήταν σύμφυρμα ήχων ακόμη κι αν ό, τι τραγουδούσε ήταν ό, τι άκουγε μια και ό, τι τραγουδούσε αρθρωνόταν λέξη τη λέξη. Ίσως γιατί σε όλες της τις φράσεις αναδευόταν το λίκνισμα του νερού και το αγκομαχητό του ανέμου. Όμως ακούγαμε εκείνην, όχι τη θάλασσα. Γιατί εκείνη ήταν η δημιουργός του τραγουδιού που τραγουδούσε. Η θάλασσα, πάντα μαντιλοδεμένη, στο φέρσιμό της τραγική ήταν μονάχα ένας τόπος που πλάι του βάδισε για να τραγουδήσει». (απόσπασμα του ποιήματος «Η ιδέα της τάξης στο Κη Γουέστ», του Γουάλας Στίβενς, μεταφρασμένο από την Κατερίνα Σχινά) ...
Όταν το μυαλό σου πάει να εκραγεί, κάνε χώρο. Εκφράσου.