Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΗΣ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΘΑΥΜΑΣΤΙΚΟ

«Τραγουδούσε πέρα απ’ την ευφυΐα της θάλασσας. Το νερό ποτέ δεν έπαιρνε σχήμα στο μυαλό ή τη φωνή. Σαν ένα ολότελα σωμάτινο σώμα, που ανεμίζει τα άδεια του μανίκια• κι ωστόσο η μιμική του κίνηση αποτελούσε επίμονη κραυγή, προκαλούσε επίμονα μια κραυγή που δεν ήταν δική μας, αν και την εννοούσαμε. Κραυγή εξωανθρώπινη, του αληθινού ωκεανού. Η θάλασσα δεν ήταν μάσκα. Ούτε κι εκείνη. Το νερό και το τραγούδι δεν ήταν σύμφυρμα ήχων ακόμη κι αν ό, τι τραγουδούσε ήταν ό, τι άκουγε μια και ό, τι τραγουδούσε αρθρωνόταν λέξη τη λέξη. Ίσως γιατί σε όλες της τις φράσεις αναδευόταν το λίκνισμα του νερού και το αγκομαχητό του ανέμου. Όμως ακούγαμε εκείνην, όχι τη θάλασσα. Γιατί εκείνη ήταν η δημιουργός του τραγουδιού που τραγουδούσε. Η θάλασσα, πάντα μαντιλοδεμένη, στο φέρσιμό της τραγική ήταν μονάχα ένας τόπος που πλάι του βάδισε για να τραγουδήσει». (απόσπασμα του ποιήματος «Η ιδέα της τάξης στο Κη Γουέστ», του Γουάλας Στίβενς, μεταφρασμένο από την Κατερίνα Σχινά) ...

ΜΑΚΡΙΑ ΑΠΟ ΑΥΤΟ ΤΟ ΑΤΙΜΟ ΣΤΟΙΧΕΙό

Ο πατέρας μου – μύρο το κύμα που τον τύλιξε – δεν είχε σκοπό να με κάμει ναυτικό. – Μακριά, έλεγε, μακριά, παιδί μου, απ’ τ’ άτιμο στοιχειό! Δεν έχει πίστη, δεν έχει έλεος. Λάτρεψέ την όσο θες, δόξασε την· εκείνη το σκοπό της. Μην κοιτάς που χαμογελά, που σου τάζει θησαυρούς. Αργά γρήγορα θα σου σκάψει το λάκκο ή θα σε ρίξει πετσί και κόκαλο, άχρηστο στον κόσμο. Είπες θάλασσα, είπες γυναίκα, το ίδιο κάνει. Και τα έλεγε αυτά άνθρωπος που έφαγε τη ζωή του στο καράβι, που ο πατέρας, ο πάππος, ο πρόπαππος, όλοι ως τη ρίζα της γενιάς ξεψύχησαν στο παλαμάρι. Μα δεν τα έλεγε μόνον αυτός, αλλά κι οι άλλοι γέροντες του νησιού, οι απόμαχοι των αρμένων τώρα, και οι νιότεροι, που είχαν ακόμη τους κάλλους στα χέρια, όταν κάθιζαν στον καφενέ να ρουφήξουν τον ναργιλέ, κουνούσαν το κεφάλι και στενάζοντας έλεγαν: – Η θάλασσα δεν έχει πια ψωμί. Ας είχα ένα κλήμα στη στεριά και μαύρη πέτρα να ρίξω πίσω μου. Η αλήθεια είναι πως πολλοί τους όχι κλήμα, άλλα νησί ολάκερο μ...

ΣΥΝΝΕΦΟ ΕΙΝΑΙ Η ΑΓΑΠΗ

Μεριάστε να διαβώ έτσι όπως έρχομαι με τα εικοσιτέσσερα μου χρόνια δεν είμαι άντρας εγώ είμαι ένα σύννεφο με παντελόνια. Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκυ, 1893-1930, Ρώσος ποιητής _________ Στα Ζαγοροχώρια, από την αγαπημένη μου, Ioanna Constans Papangeli Eυχαριστώ πολύ!!!

Ο ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΤΡΙΓΛΙΔΗΣ ΜΑΣ ΜΙΛΑ ΓΙΑ ΞΕΧΑΣΜΕΝΑ ΌΝΕΙΡΑ ΚΑΙ ΣΥΛΛΕΚΤΙΚΕΣ ΕΝΤΥΠΩΣΕΙΣ.

Εκφραστικοί μου, καλησπέρα.. Ελπίζω να σας βρίσκω καλά. Σήμερα, φιλοξενούμε σε τούτη την εκφραστική γωνιά, έναν νέο και ανερχόμενο συγγραφέα από την όμορφη Θεσσαλονίκη. Μας θύμησε τα ξεχασμένα όνειρα, και πρόσφατα, μοιράστηκε μαζί μας, τις συλλεκτικές του εντυπώσεις. Εξάλλου, είναι συλλεκτικά τα όνειρα, φίλοι. " Πριν μερικά χρόνια είχα μια ατυχία στη ζωή μου. Έμεινα τετραπληγικός μέσα σε τέσσερις (4) ημέρες. Οι γιατροί διέγνωσαν μια αυτοάνοση ασθένεια. Μέσα σε μερικά χρόνια το βελτίωσα σε τετραπάρεση. Οι γιατροί μου δεν πίστευαν ότι θα σηκωθώ από το κρεβάτι, το θεώρησαν θαύμα. Δεν θα ξεχάσω που με τοποθέτησαν σε ένα μηχάνημα και ψάχνανε να δουν μέχρι που είναι τα ζωντανά νεύρα και δεν έβρισκαν τίποτα. Το θεώρησα πολύ σημαντικό να προβληθώ με κάποιο τρόπο γιατί έχω την αίσθηση ότι δεν πιστεύουμε σε κάτι που μπορεί να μας δώσει ελπίδα, πρέπει να θυμηθούμε πως και στις μέρες μας γίνονται θαύματα. Από την άλλη, σαν άνθρωπος μου αρέσουν οι προκλήσεις, κι...

Η ΒΕΡΑ - ΚΙΚΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Μια βέρα Μια ξεχασμένη βέρα που αναζητά επισήμανση Αληθινές υποσχέσεις Ρεαλιστικές στιγμές Ανιδιοτελή αγάπη Μαζί• Η επισημοποίηση ανήκει σε έναν ύφαλο Εκεί Μόνον εκεί Για πάντα μαζί εις τα κρυμμένα όνειρα Όρκος, για τα βαθιά μυστικά Γέφυρα γίνομαι Ενώνω κορυφή και μαύρο βάθος Κύκλος γίνομαι Με δύο νεκρά χέρια, σχηματίζω το άπειρο - Η Βέρα - Κική Κωνσταντίνου #Εκφράσου #Κική_Κωνσταντίνου #Ποιήματα #Δημιουργώ #Ονειρεύομαι

Η ΛΗΨΗ - ΚΙΚΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Θα βάλω ένα τέλος σε αυτό το αδιέξοδο Σε αυτό το μεγάλο, απλανές αδιέξοδο Θα μεσολαβήσει η ανάγκη για εξίσωση Θα βρεθεί απαρηγόρητος ο μικρός σε μία εγκόσμια φυλακή Θα αναχαιτίσω τη χαμένη μου δύναμη Θα πυροδοτήσω σπιθαμή προς σπιθαμή κάθε υπεκφυγές βλέμμα Θα γίνω αδιόρατη πίσω από τα δόρατα των ανθρώπων Κι όλα μέσα από μια λήψη Τη δική σου - Η Λήψη - Κική Κωνσταντίνου #Εκφράσου #Κική_Κωνσταντίνου #Ποιήματα #Δημιουργώ #Ονειρεύομαι

ΝΟΙΚΟΚΥΡΕΜΕΝΟΙ ΔΟΛΟΦΟΝΟΙ - ΚΙΚΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Σε κερνάει ο εαυτός σου, αντιθέσεις. Μικρές, καλοδουλεμένες, ασπρόμαυρες και ενίοτε έγχρωμες, αντιθέσεις. Σαν σερβιτόρος σε στοά, δράτω την ευκαιρία να σου αποδείξω, την διαφαινόμενη ανάκαμψη της περιουσιακής κατάστασης του θησαυρού, μιας κουρδιστής μπαλαρίνας, που στην παλάμη μου κρατάω. Ένα ενθύμιο τόσο μα τόσο σημαντικό Βγαλμένο από τα ονειρικά τα χρόνια Σαν μια μουσική που ταξιδεύει μέρα νύχτα την καρδιά μας και η θέση πλάι, είναι πάντα αδειανή. Κι ούτε θυμάμαι που πήγε το αντικείμενο Κάπου το βόλεψα Κάπου υπάρχει Ίσως, να ραντίζει το χώμα σε ένα σκουπιδότοπο. Είναι ατελείωτη η σειρά των νοικοκυρεμένων δολοφόνων Νοικοκυρεμένοι Δολοφόνοι - Κική Κωνσταντίνου #Εκφράσου #Κική_Κωνσταντίνου #Ποιήματα #Δημιουργώ #Ονειρεύομαι

Η ΟΜΠΡΕΛΑ - ΚΙΚΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Όλοι μιλάνε για τον εαυτό τους Βαρέθηκα να τους ακούω να μιλάνε για τον εαυτό τους Μα δεν έχουν τίποτα να πουν Τίποτα το ουσιαστικό και πολύτιμο Φανφάρες Φανφάρες Υπερβολικές και αντίξοες Οι φωνές, έγιναν ηχεία Και τα στόματα, σάλπιγγες Χωρίς δόντια, τους βλέπω όλους να κατακρεουργούν τα συναισθήματα Ροκανίζουν σαν ποντίκια, το ξύλο που πατάνε οι συνάνθρωποι Σαν νυχτερίδες, σε ένα απόμερο σκοτάδι καραδοκούν Παραμορφωμένοι, να εστιάζουν σε ένα έγκυρο Εγώ που αόριστα, σε κάποιον χάρτη, κρέμεται Σε μια φευγαλέα στιγμή πλάστηκε ο κόσμος Ένας αδιαμφισβήτητα μικρός τόπος για τους τόσο μεγάλους - σε κενότητα - ανθρώπους Συγνώμη, μα είναι που παρατηρώ Με τρομάζει η ματαιοδοξία και σήμερα Κάτω από μια ομπρέλα θα κρυφτώ - Η Ομπρέλα - Κική Κωνσταντίνου #Εκφράσου #Κική_Κωνσταντίνου #Ποιήματα #Δημιουργώ #Ονειρεύομαι

ΆΣΜΑ(ΤΑ) ΤΩΝ ΩΡΩΝ

Δεν μετρώ τις ώρες εκτός αν έχουν ήλιο. Επιγραφή σε ηλιακό ρολόι. _________ Στα Ζαγοροχώρια, από την αγαπημένη μου, Ioanna Constans Papangeli Eυχαριστώ πολύ!!! -Roque Dalton, «Ώρα της Στάχτης»  «Τελειώνει ο Σεπτέμβρης. Είναι ώρα να σου πω πόσο δύσκολο ήταν να μην πεθάνω. Για παράδειγμα, απόψε, έχω στα χέρια γκρίζα βιβλία όμορφα που δεν καταλαβαίνω, δεν θα μπορούσα να τραγουδήσω αν και έχει σταματήσει πια η βροχή και μου έρχεται χωρίς λόγο η θύμηση του πρώτου σκύλου που αγάπησα παιδί. Από χτες που έφυγες υπάρχει υγρασία και κρύο μέχρι και στη μουσική. Όταν θα πεθάνω, μονάχα θα θυμούνται την πρωινή και φανερή μου αγαλλίαση, τη σημαία μου χωρίς δικαίωμα να κουραστεί, τη συγκεκριμένη αλήθεια που μοίρασα από τη φωτιά, τη γροθιά που έκανα ομόφωνη με την κραυγή από πέτρα που απαίτησε η ελπίδα. Κάνει κρύο χωρίς εσένα. Όταν θα πεθάνω, όταν θα πεθάνω θα πουν με καλή πρόθεση πως δεν ήξερα να κλαίω. Τώρα βρέχει πάλι. Ποτέ δεν ήταν τόσο βράδυ στις ...