Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Γιατί επέλεξα το ποίημα «Η πολύτιμη συλλαβή μιας αμέριμνης πεταλούδας» για την ποιητική ανθολογία των Εκδόσεων Όμηρος.

Ποιες λέξεις αξίζουν να μοιραστούν με άλλες; Ποια ποιήματα αντέχουν να σταθούν πλάι σε διαφορετικές φωνές, μέσα σε έναν κοινό τόμο που φιλοδοξεί να λειτουργήσει ως καθρέφτης της ανθρώπινης ψυχής; Αυτές τις ερωτήσεις κουβαλούσα μαζί μου όταν αποφάσισα να συμμετάσχω στην πρόσφατη ποιητική ανθολογία των Εκδόσεων Όμηρος , ανάμεσα σε αξιόλογους δημιουργούς. Κι ανάμεσα στα κείμενα που έχω γράψει, διάλεξα ένα που γεννήθηκε από βαθιά σιωπή, ευαλωτότητα και τρυφερότητα:     ✍️ Η πολύτιμη συλλαβή μιας αμέριμνης πεταλούδας Γεννήθηκες μέσα μου, σαν μια πολύτιμη συλλαβή. Μια ανάσα ο χτύπος της καρδιάς σου και εγώ, μια πεταλούδα αμέριμνη. Σαν φυσάει βοριάς, οι σκεπές των σπιτιών σχηματίζουν το γράμμα ωμέγα και σαν χαράζει το δειλινό της αστροφεγγιάς μυρίζει η πλάση ανθόνερο γιατί ραντίστηκε με χάρη το πέπλο της αγάπης που ως δια μαγείας πριν δημιουργηθεί ο νέος κόσμος, εξαφανίστηκε. Μην μου μιλάς με λέξεις, κατέχω τα κλειστά μάτια και τις ανοιχτές αγκαλιές. Μην με καλωσορ...

Σαββατοκύριακο με λένε

  Ξέρεις… Κάποιες φορές έρχεται το Σαββατοκύριακο και αντί να φέρει ανάσα, φέρνει μόνο ένα ακόμα βάρος . Σαν μια μικρή συνέχεια των υποχρεώσεων που δεν πρόλαβες μέσα στην εβδομάδα. Το νιώθεις κι εσύ; Εκείνος ο καφές που πίνεις βιαστικά. Το μήνυμα που λες "θα απαντήσω μετά" και δεν απαντάς ποτέ. Οι βόλτες που ακυρώνονται. Τα όνειρα που μεταφέρονται για "όταν ηρεμήσω". Κάπως έτσι γράφτηκε αυτό το ποίημα. Για εκείνα τα Σαββατοκύριακα που δεν ξεκουράζουν. Και για την υπενθύμιση ότι αξίζεις κάτι πιο αληθινό. Αξίζεις να σταθείς. Να αφεθείς. Να θυμηθείς λίγο εσένα.   Σαββατοκύριακο με λένε Με λένε ανάσα που έμεινε στη μέση. Με λένε καφέ που ήπιες βιαστικά. Με λένε μήνυμα που δεν έστειλες. Με λένε βόλτα που ακυρώθηκε, όνειρο που μεταφέρθηκε «για Δευτέρα». Με λένε άνθρωπο που κουράστηκε να περιμένει την ξεκούραση. Σαββατοκύριακο με λένε, μα εσύ με έμαθες να μοιάζω με παράταση υποχρεώσεων. Όμως εγώ ήρθα για να σου θυμίσω ποιος είσαι χωρίς πρόγραμμα. Χ...

Ψίθυροι

  Χάρτινα λόγια, καράβια αδέσποτα σε ωκεανό που ποτέ δεν υπήρξε σε χάρτη. Σκισμένα πανιά — όνειρα που δεν πρόλαβαν άνεμο. Πουλιά με φτερά φθαρμένα κυκλώνουν την απύθμενη Δύση, σαν καταδίκη που ντύθηκε προορισμός. Δεν πετούν — επιμένουν. Όπως οι λέξεις που δε λέγονται. Μέσα μου συντρίβονται οι σκέψεις, μία-μία, σαν κορίτσια ερωτευμένα που προσποιούνται τη χαρά, ελπίζοντας σ’ έναν αέρα-κόλακα να τις πάρει μακριά — εκεί που είσαι εσύ. Εσύ, ο εξόριστος κατακτητής. Ο μόνος που νίκησε χωρίς ποτέ να έρθει. Η καρδιά μου, ένα μολύβι που δε σβήνει, σκαλίζει τη σάρκα του εαυτού και γράφει αντίσταση με το μελάνι των αντιφάσεών μου. Κι όμως, σώπασα. Ακούς; — Άκου. — Απόψε σώπασαν οι ψίθυροι. Όχι γιατί δεν υπήρξαν. Αλλά γιατί έγιναν κραυγή μέσα στη σιωπή. Οι δυνάστες του τότε γίναν οι σκιές του τώρα. Μα δεν φοβάμαι. Φεύγουν... Και πριν χαθούν, σε φωνάζουν. Σε επιστρέφουν. Έρχονται σε σένα. Πάντα σε σένα. Εκεί που όλα ξεκίνησαν. Εκεί που τίποτα δεν τελείωσε. Κική Κωνσταντίνου

παράθυρο στο πέλαγο

    απέναντι βράχοι ξεχασμένοι λευκοί σαν τα λόγια που δεν είπαμε θάμνοι άγριοι κρατούν το χώμα μη φύγει στον άνεμο στο μονοπάτι γιασεμί και σκουριασμένες άγκυρες μισοθαμμένες η θάλασσα σπαράζει ήσυχα σβήνει τα βήματα στην άμμο εκεί που καθίσαμε μαζί μακριά ψαρόβαρκες σκιές σε μπλε ατέλειωτο ο ήλιος τις λιώνει κάθε απόγευμα το ίδιο φως χρυσώνει το παράθυρο που άφησες ανοιχτό και μυρίζει αρμύρα και γιασεμί κι ένα φιλί που ακόμα ταξιδεύει Κική Κωνσταντίνου

Χιλιόμετρα

Δεν ξέρω πού τελειώνεις εσύ και πού αρχίζει η απόσταση. Σ' αγγίζω με γράμματα. Χέρια ανήμπορα, πλήκτρα, οθόνες. Ούτε καν η φωνή μου δεν θυμίζει πια δική μου. Η πόρτα κλειστή. Το παράθυρο ένας ορθάνοιχτος χάρτης που μου δείχνει μόνο δρόμους μακρινούς. Σου γράφω για να σε φέρω πιο κοντά. Κάθε λέξη — ένα βήμα. Κάθε σιωπή — δύο βήματα πίσω. Το βράδυ ο χρόνος κάθεται δίπλα μου και μου λέει πόσο λίγο μοιάζω πια σ' αυτό που θυμάσαι. Έχω γίνει η σκιά που σε περιμένει κάτω από φώτα που τρεμοσβήνουν σε σταθμούς χωρίς τρένα. Κι εσύ, ένα «έρχομαι» που χάνεται στο βάθος του σήματος. Κική Κωνσταντίνου

**νύφη**

  βήμα πίσω όχι βήμα όχι πίσω όχι βήμα (αέρας) * το ύφασμα πέφτει όχι πέφτει λυώνεται μόνο στο πλάι στο χώμα στο τίποτα * κουμπιά — σαν δάκρυα όχι δάκρυα στρογγυλά μικρά ψέματα κυλούν σιωπή δεν ακούγονται * λευκό — ήτανε; μαύρο — έγινε; χρώμα κανένα δέρμα μόνο γυμνό όχι για μάτια όχι για χέρια γυμνό για το κενό * κανείς κανείς να τη δει κανείς να τη ντύσει κανείς να τη σώσει (ούτε αυτή) * ο δρόμος — διαλύεται η εκκλησία — δεν υπήρξε η υπόσχεση — μισή το πέπλο — στάχτη η νύφη — χωρίς * μένει εκεί στο ανάμεσα στο τίποτα στο χωρίς στο πριν στο ποτέ Κική Κωνσταντίνου

Το Δωμάτιο

  Το φως ήταν λιγοστό. Ένα κιτρινωπό, ετοιμόρροπο φωτιστικό ταλαντευόταν από το ταβάνι, σαν να σπαρταρούσε. Οι σκιές στους τοίχους ανέπνεαν — αργά, σχεδόν οργανικά. Το δωμάτιο δεν είχε παράθυρα. Ο αέρας ήταν βαρύς, στάσιμος, λες και ο χρόνος είχε ξεχάσει να περάσει. Εκείνος στεκόταν στη μία άκρη, ακίνητος. Δεν φαινόταν σίγουρος αν ήταν ξύπνιος ή αν ακόμη ονειρευόταν. Τα χέρια του έτρεμαν. Τα μάτια του δεν κοιτούσαν τη Γυναίκα απέναντί του — κοιτούσαν χαμηλά, το πάτωμα. Εκείνο το παλιό, φθαρμένο ξύλινο πάτωμα που έμοιαζε να μουρμουρίζει κάτι κάθε φορά που το πατούσες. «Πόσο εύκολο φαινόταν πριν», ψιθύρισε με φωνή πιο κρύα κι από τον αέρα γύρω του. «Το να σε αγγίζω… και να νιώθω πως ακουμπάω τον ίδιο μου τον εαυτό. Πως ήμασταν... ένας. Μία ύπαρξη. Αλλά τώρα… τώρα νιώθω μόνο την αντήχηση του κενού». Η Γυναίκα δεν απάντησε αμέσως. Τα μάτια της ήταν υγρά, μα το βλέμμα της σκληρό, διεισδυτικό. Ήταν σαν να παρακολουθούσε κάτι πίσω από αυτόν — ή ίσως κάτι μέσα του. «Κι όμως», είπε τελι...

Εκεί που γεννιέται το φως

  Στη σιωπή του σκοταδιού ένα φως ψιθυρίζει. Μικρό, μα δυνατό — σπίθα που δεν σβήνει. Χαμένη σκέψη, χαμένη ελπίδα; Όχι. Απ’ το τίποτα αρχίζει ο δρόμος. Κάθε πληγή, κάθε πτώση, σε φέρνει πιο κοντά στη μέρα. Στάχτες; Ναι. Μα μέσα τους κρύβεται το αύριο. Κοίτα: Η αυγή δε ρωτά αν είσαι έτοιμος. Έρχεται. Κι αν σταθείς όρθιος, ο κόσμος αλλάζει μαζί σου.   Κική Κωνσταντίνου  

Με ένα χρώμα, περιέργως λευκό

    Τα όνειρά μας, ναυαγοί του χθες, σαν φως που χάθηκε πίσω από τη σιωπή της θάλασσας. Με ένα χρώμα, περιέργως λευκό, σαν το πρώτο άγγιγμα της αυγής, που διστάζει να φανεί, σαν το φως που θέλεις να κρατήσεις, μα ξέρεις πως, λίγο-λίγο, θα το χάσεις. Που να είναι τώρα τα όνειρά μας; Σε ποιο σημείο της απεραντοσύνης, της άδειας θάλασσας; Αχ, αν υπήρχε μια πυξίδα, να δείχνει τον δρόμο, να τα παρακολουθούμε, να μην τα χάσουμε, μα μήπως και αυτή, η πυξίδα, έχει ήδη ξεχαστεί; Κάποιος ναύτης, ίσως, στο βάθος της θάλασσας, να στέκεται μόνος, χάνοντας το βλέμμα του στον ορίζοντα, προσευχόμενος για κάτι που δεν έρχεται, και ίσως ποτέ δεν ήρθε. Ένα ψάρι, μικρό, απελπισμένο, ίσως να κολυμπάει στα σκοτάδια, αναζητώντας το χέρι που θα το σώσει, μα η θάλασσα, όπως όλα, δεν το αφήνει. Ένας ωκεανός και τόσοι άνθρωποι, να τρέχουν χωρίς σκοπό, να κυνηγούν το τίποτα και να το βρίσκουν σε κάθε τους βήμα, λες και το τίποτα είναι το μόνο που γνωρίζουν, το μόνο που μπορούν να φτάσουν. Δεν ξέρω... Τι ...