Καλημέρα , εκφραστικοί μου!
Ελπίζω να σας βρίσκω καλά.
Σήμερα μοιράζομαι μαζί σας τη συνέχεια της "Κυβέλης".
Για να γνωρίσεις ή να θυμηθείς το εγχείρημα αυτό, πάτα επάνω στα κεφάλαια που σου δίνω: Κεφάλαιο 1 , Kεφάλαιο 2, Κεφάλαιο 3 , Κεφά΄λαιο 4 , Κεφάλαιο 5, Κεφάλαιο 6 και Κεφάλαιο 7 και Κεφάλαιο 8.
Δεν είχα σκεφτεί ποτέ σοβαρά τον χορό. Τον έβλεπα πάντα σαν κάτι ξένο, σχεδόν απομακρυσμένο, τον θαύμαζα, αλλά μου φαινόταν σαν μια γλώσσα που μιλούν μόνο όσοι ξέρουν να ακούνε το σώμα τους χωρίς φόβο. Εγώ, για χρόνια, το δικό μου σώμα το άφηνα τελευταίο. Μπορώ να πω πως το κουβαλούσα, αλλά δεν το ζούσα.
Κι όμως, εκείνο το απόγευμα, κάτι μέσα μου με έσπρωξε. Ήταν σαν το φως που με οδήγησε πίσω, εκεί που ξεκίνησαν όλα... Απαλό φως, αθόρυβο μα επίμονο. Ίσως ήταν η στιγμή που φρόντισα το σώμα μου με τις κρέμες που είχα ανακαλύψει τελευταία, ή η αίσθηση της αφής τους στο δέρμα μου που ξύπνησε κάτι κρυμμένο. Τίποτα από αυτά δεν ήταν τυχαίο πια, είχα χρόνια να παρατηρήσω πώς ένα απλό τελετουργικό αυτοφροντίδας μπορεί να οδηγήσει σε απρόσμενες εσωτερικές μεταμορφώσεις.
Έψαξα στο διαδίκτυο «μαθήματα χορού για ενήλικες». Δεν ήθελα τεχνική. Ήθελα κίνηση, αναπνοή, Ελευθερία!
Βρήκα έναν χώρο λίγο πιο κάτω από το σπίτι μου. Δεν το σκέφτηκα δεύτερη φορά. Έβαλα τα παπούτσια μου, πήρα ένα μπουκάλι νερό και βγήκα.
Η πόρτα του στούντιο ήταν μισάνοιχτη, και από μέσα ακουγόταν μουσική. Ένας παλμός, ένα κάλεσμα.
Μπήκα διστακτικά. Το πάτωμα ξύλινο, οι καθρέφτες ψηλοί, η μυρωδιά της αίθουσας ζεστή, σαν να κρατούσε μέσα της ανάσες από ανθρώπους που είχαν αφήσει κάτι εδώ. Ένα βάρος ή μια ελπίδα.
Η δασκάλα, μια γυναίκα γύρω στα σαράντα με κασταν΄ά μαλλιά σφιγμένα κότσο, με κοίταξε σαν να ήξερε ήδη ότι θα έρθω.
«Είσαι η Κυβέλη, σωστά;»
Μα πώς με ξέρει; σκέφτηκα, αλλά παραδόξως δεν ήθελα ΚΑΙ να ρωτήσω.
Έγνεψα. Δεν ήξερα αν φοβόμουν περισσότερο την κίνηση ή το βλέμμα μου στον καθρέφτη.
«Δεν χρειάζεται να ξέρεις τίποτα», είπε πριν καν μιλήσω. «Ό,τι είναι να μάθεις, το κουβαλάς ήδη». Μάλλον κι εκείνη με κουβαλούσε, σκέφτηκα.
Η φράση κάθισε μέσα μου σαν μικρή πέτρα, αλλά παραδόξως ζεστή και γεμάτη φως.
Η μουσική άρχισε. Αργή στην αρχή, σαν ανάσα που ξυπνάει μετά από βαθύ ύπνο. Έκλεισα τα μάτια. Τα χέρια μου κρεμασμένα, τα πόδια βαριά, το στήθος σφιγμένο. Κι όμως, υπήρχε κάτι άλλο, μια περιέργεια, μια υπόνοια ότι ίσως μπορώ να αφεθώ.
«Άκου», είπε η δασκάλα χαμηλόφωνα. «Όχι εμένα. Τον εαυτό σου». Κι εκεί, πολύ σιγά, κινήθηκα.
Δεν ήταν χορός αυτό που έκανα. Ήταν σαν να έψαχνα πού τελειώνει το δέρμα μου και πού αρχίζει ο αέρας. Σήκωσα τα χέρια, έπειτα λίγο πιο ψηλά. Το σώμα μου άρχισε να λιώνει στον ρυθμό, σαν κάτι να ξεκλείδωνε.
Ένιωσα την πλάτη μου να ανοίγει, τους ώμους να πέφτουν, το στήθος να ανασαίνει χωρίς άδεια. Ένιωσα… χώρο. Θυμήθηκα πόσο καιρό είχα να νιώσω χώρο μέσα μου. Πόσο καιρό κουβαλούσα ένα σώμα που λειτουργούσε, αλλά δεν ζούσε. Κι εκείνη τη στιγμή, μια αδιόρατη ζέστη ανέβηκε στο λαιμό μου. Όχι από ντροπή, από συγκίνηση.
Η δασκάλα με πλησίασε. «Αυτό είναι», μου ψιθύρισε. «Άσε το σώμα σου να μιλήσει, να αισθανθεί».
Θυμήθηκα κι εγώ. Πώς κουνιόμουν μικρή στο σαλόνι, όταν νόμιζα πως δεν με βλέπει κανείς. Πώς γύριζα γύρω από τον εαυτό μου μέχρι να ζαλιστώ. Πώς σταμάτησα όταν μεγάλωσα, λες και το σώμα δεν είχε πια δικαίωμα να χαίρεται χωρίς λόγο.
Άφησα τα δάχτυλά μου να τρέξουν στον αέρα, να σχηματίζουν αόρατες λέξεις. Σε κάποια στιγμή, χωρίς να το καταλάβω, ο ρυθμός πέρασε από τις παλάμες στα πλευρά, από τα πλευρά στη μέση, και η μέση αφέθηκε να κυλήσει. Ήταν σχεδόν… προσευχή.
Για πρώτη φορά μετά από χρόνια, ήμουν εκεί. Πλήρως. Όχι χαμένη στις σκέψεις, όχι φυλακισμένη σε «πρέπει», όχι κομμένη σε κομμάτια. Ήμουν ένα σώμα που αναπνέει. Που ζητά. Που θυμάται.
Όταν η μουσική σταμάτησε, άνοιξα τα μάτια. Ο καθρέφτης απέναντί μου έδειχνε μια γυναίκα λαχανιασμένη, με κόκκινα μάγουλα και μαλλιά κολλημένα στο μέτωπο. Αλλά στα μάτια της υπήρχε κάτι καινούριο. Μια λάμψη που τελικά δεν είχε χαθεί όπως νόμιζα.
«Πώς νιώθεις;» με ρώτησε η δασκάλα.
Την κοίταξα και απάντησα χωρίς να σκεφτώ.
«Εδώ», είπα. «Νιώθω… εδώ».
Κι εκείνη χαμογέλασε σαν να το περίμενε.
Καθώς έφευγα από το στούντιο, ένιωθα τα πόδια μου ανάλαφρα, σαν να είχαν μάθει έναν νέο τρόπο να με κρατάνε. Ο δροσερός αέρας έξω με σκέπαζε, κι όμως μέσα μου υπήρχε μια ζεστασιά που δεν θύμιζε τίποτα γνωστό. Ήταν σαν το φως που είχα αφήσει στο παλιό μου σπίτι να είχε έρθει μαζί μου.
Κράτησα την ανάσα μου για λίγο. Κι ύστερα την άφησα να φύγει. Ήρεμα. Σαν να ξεκινούσε ένας καινούριος χορός... όχι με τα πόδια, αλλά με την καρδιά.
Και τότε συνειδητοποίησα κάτι... Η φροντίδα, όσο απλή κι αν φαίνεται -μια κρέμα, ένα άγγιγμα, μια στιγμή για μένα- μπορεί να είναι η αρχή για να ξαναβρείς τον εαυτό σου.
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Την επόμενη φορά που πήγα στη σχολή χορού, δεν υπήρχε μουσική να με περιμένει. Μόνο μια σιωπη πυκνή που έμοιαζε με ύφασμα. Η δασκάλα καθόταν στο πάτωμα, λες και είχε ριζώσει εκεί.
«Σήμερα», είπε, «δεν θα ακολουθήσεις τον ρυθμό κάποιου άλλου. Θα τον δημιουργήσεις».
Ένιωσα τον παλμό μου να αλλάζει. Ήταν σαν να μου παρέδιδε κάτι ιερό, κάτι που δεν ήξερα αν άξιζα ακόμα.
«Ο δικός σου χορός», πρόσθεσε. «Ο χορός της Κυβέλης».
Δεν ήξερα τι σημαίνει να πλάθεις έναν χορό. Δεν είχα βήματα, δεν είχα δομές. Είχα μόνο την ανάσα μου, τον χτύπο στο στήθος και ένα σώμα που μόλις είχε αρχίσει να θυμάται.
Στάθηκα στο κέντρο της αίθουσας.
Ανάσα… μέσα.
Ανάσα… έξω.
Κι εκεί, πολύ αργά, άφησα τις παλάμες μου να γλιστρήσουν μπροστά. Ήταν μια κίνηση τόσο μικρή, σχεδόν ταπεινή, αλλά μέσα της κουβαλούσε την αρχή. Το πρώτο νεύμα μιας ιστορίας.
Μετά, οι ώμοι άνοιξαν και έγιναν λέξεις.
Σαν να έλεγα: Ναι, υπάρχω!
Σαν να άφηνα για πρώτη φορά ό,τι με βάρυνε να γλιστρήσει προς τα κάτω, να πέσει στο πάτωμα.
Ο κορμός μου στράφηκε δεξιά. Ήταν κίνηση-ερώτηση.
Στράφηκε αριστερά. Κίνηση-απάντηση.
Ο Χορός της Κυβέλης γεννιόταν όχι από την τεχνική, αλλά από την μνήμη. Από ένα σώμα που έβρισκε ξανά τη φωνή του.
Κάθε κίνηση ήταν σαν να ξετυλίγεται μια αόρατη κλωστή μέσα μου, μια κλωστή που έφευγε από την καρδιά και περνούσε στα χέρια, από τα χέρια στο διάστημα μπροστά μου, κι από το διάστημα πίσω ξανά σε εμένα, μεταμορφωμένη.
Κάποια στιγμή τα πόδια μου άρχισαν να κινούνται χωρίς σκέψη. Έσερναν έναν ρυθμό στο πάτωμα, έναν ρυθμό που αναδυόταν από κάπου βαθιά. Γήινο, σταθερό, αρχέγονο. Λες και κάτω από το ξύλινο πάτωμα υπήρχε χώμα, και το χώμα αναγνώριζε το όνομά μου.
Η δασκάλα δεν έλεγε τίποτα. Ούτε καθοδηγούσε ούτε διόρθωνε, μόνο παρακολουθούσε. Και στα μάτια της δεν έβλεπα κρίση, αλλά μαρτυρία. Σαν να έβλεπε μπροστά της κάτι που του άξιζε σεβασμός.
Όταν ο χορός άρχισε να αλλάζει ρυθμό, δεν το αποφάσισα εγώ, το αποφάσισε η ανάσα μου. Έγινε πιο γρήγορη, πιο βαθιά, πιο ακατέργαστη.
Τα χέρια μου άνοιξαν πλατιά, σαν φτερά. Η μέση μου λύγισε, γύρισε, ανέβηκε. Το σώμα μου έμοιαζε να διεκδικεί χώρο, σαν να ήθελε να μεγαλώσει, να απλωθεί πέρα από το δέρμα του.
Και τότε ήρθε η στιγμή.
Η στιγμή που κάθε δημιουργός αναγνωρίζει χωρίς να του τη δείξουν.
Η στιγμή που δεν χορεύεις εσύ,
αλλά σε "χορεύει" κάτι πιο μεγάλο.
Ήταν σαν να είχα γλιστρήσει μέσα σε έναν παλιό ρυθμό που ήξερα αλλά είχα ξεχάσει.
Σαν να υπήρχε ένας αρχέγονος χορός μέσα στο σώμα μου από πάντα που επιτέλους, ζητούσε να γεννηθεί.
Ο Χορός της Κυβέλης!
Όταν σταμάτησα, τα χέρια μου τρέμανε. Όχι από την κούραση αλλά από την αποκάλυψη.
Η δασκάλα πλησίασε αργά, σαν να μην ήθελε να διακόψει κάτι εύθραυστο.
«Αυτός είναι ο δικός σου χορός», είπε. «Και μόνο εσύ μπορείς να τον συνεχίσεις».
Κι εγώ, λαχανιασμένη, συγκινημένη, με ένα στήθος ανοιχτό όπως δεν ήταν ποτέ, κατάλαβα πως δεν είχα απλώς χορέψει.
Είχα γεννήσει μια γλώσσα.
Μια γλώσσα χωρίς κανόνες.
Μια γλώσσα που μόνο το σώμα μου μπορούσε να μιλήσει.
Και αυτή η γλώσσα…
ήταν η ελευθερία!
__________ Συνεχίζεται __________
Και φτάσαμε αισίως στο ένατο κεφάλαιο, εκφραστικοί μου.
Τρία ακόμη κεφάλαια μας χωρίζουν από το τέλος της Κυβέλης.
Η αλήθεια ήταν πως όταν έγραφα το ένατο κεφάλαιο, το κεφάλαιο που θα πρόσθετα μια δραστηριότητα στην ηρωίδα, ο τρόπος δηλαδή της εξωτερίκευσης αλλά και της επαναφοράς της στον κόσμο και σε μια ομάδα, αμφιταλαντεύτηκα για την επιλογή της, όμως από ΄ένα σημείο και μετά ο χορός ήταν μονόδρομος. Η Κυβέλη τον είχε επιλέξει!
Να είστε καλά και να περνάτε όμορφα!
Σας φιλώ, σας σκέφτομαι και σας στέλνω αγάπη!

Μπράβο από 'μένα Κική! Υπάρχει μια σταθερότητα στα γραπτά σου.. δεν ξέρω πώς να το πω... παρόλο που κουβαλούν το στοιχείο του ευαίσθητου και του εύθραυστου, του αόρατου, του σιωπηλού, παρ' όλα αυτά πατούν γερά σε έδαφος, έχουν σκοπό και ουσία και ευθύτητα. Ήταν συγκινητικό κι όμορφο.
ΑπάντησηΔιαγραφήΚαλή συνέχεια!
Καλημέρα Γιώργο μου! Ευχαριστώ πολύ για τα καλά σου λόγια!
ΔιαγραφήΝα είσαι καλά και να περνάς όμορφα.