Τρίτη, 7 Αυγούστου 2018

Ήμουν εγώ, ήταν αυτοί, ήταν οι άλλοι παραπέρα





Προχωρούσα...
και προχωρούσα….
και προχωρούσα….., χαμένη στον δρόμο που οδηγούσε στον Ανώτερο Εαυτό μου.

Ξάφνου βρέθηκα σε μια νωχελική ερημιά, μα ένα αεράκι με ξελόγιασε και ήθελα όσο μπορούσα να εμβαθύνω. Να εμβαθύνω σε ένα σημείο ουτοπικό, που το κρατώ μόνο για μένα, μόνο για μένα, μόνο. Είναι διαφορετικό για όλους μας, μα υπάρχει. Έχει λευκό, έχει θαλασσί, έχει κάτι από την εκάστοτε πατρίδα μας, την ιστορία που ενδόμυχα κουβαλάμε.

Είδα ένα αηδόνι μέσα σε ένα κλουβί, κρεμασμένο στα πλατιά φύλλα ενός δέντρου, που δεν αναγνώρισα τι είδους είναι.
Έτρεξα, έτρεξα αμέσως και το ελευθέρωσα, μα εκείνο έμεινε ασάλευτο εκεί. Έπαψε να κελαηδάει.
Θέλει να μείνει, σκέφτηκα, ας του κλείσω ξανά την πόρτα.
Την έκλεισα, μα πάλι δεν κελάηδησε, δεν κούνησε λίγο τα όμορφα φτερά του.

Στενοχωρήθηκα, στενοχωρήθηκα πολύ.
Μα πώς μπορεί σε ένα λεπτό να αλλάξουν τόσο εύκολα όλα;

Απομακρύνθηκα και αναρρίγησα όταν το άκουσα να κελαηδάει.
Εύηχα, δυνατά, περήφανα, με σθένος! Τενόρο το ονόμασα και θυμήθηκα πως τελικά στην πόρτα του ηθελημένα ξέχασα να τραβήξω το σύρτη.

Επιλογή του.
Επιλογή του για όταν θα είναι έτοιμο, όταν θα έρθει η στιγμή.
Εκείνη η ρημάδα η στιγμή.
Αχ αυτή η άτιμη, η ρημάδα, η υπέρτατη στιγμή!

Προχωρούσα...
και προχωρούσα….
και προχωρούσα….., χαμένη στον δρόμο που οδηγούσε σε ένα κομμάτι της ψυχής, που ανήκε πλέον στο παρελθόν μου.

Είδα στιγμές, είδα πρόσωπα, καταστάσεις, γεγονότα.
Κάποια πράγματα τα αντιμετώπισα με νοσταλγία, άλλα με θυμό, άλλα με πλατιά χαμόγελα, άλλα με οργή και άλλα με ειρωνεία.
Ήμουν εγώ, ήταν αυτοί, ήταν οι άλλοι παραπέρα.
Κι ήταν και κάποια δειλά πρόσωπα, που σκέπαζαν το σώμα του κάτω από το αυλάκι με ψιλό, ψιλό χαλίκι.

Είδα πράσινο, είδα χρυσαφί, είδα μπλε αλμυρό της παραλίας.
Είδα σκύλους, γάτες, πρόβατα, μα χαμογέλασα σε ένα χρυσόψαρο, που είχα κάποτε ζωγραφίσει.

Άκουσα τραγούδια, άκουσα μουσική, άκουσα ήχους απο κλαρίνο και μπουζούκι.
Άκουσα φωνές, αστραπές, αντίλαλους, μα ήθελα να ακούσω λίγο ακόμα τις φωνές των δυο δικών μου απαρτιζόμενων προσώπων.

Είδα τον εαυτό μου να μεγαλώνει και χάρηκα, γιατί η κάθε ζωή αξίζει.

Προχωρούσα...
και προχωρούσα….
και προχωρούσα…..,
χαμένη στον δρόμο που οδηγούσε σε ένα μονοπάτι της ζωής, που με οδήγησε στο παρόν μου.

Θυμήθηκα μαθήματα, αναπαράστησα παθήματα, χόρεψα επάνω σε ένα πέτρινο παγκάκι, διάβασα λίγα κίτρινα φύλλα μιας παλιάς φυλλάδας, που κάποιος ξέχασε σε μια γωνιά, βρήκα ένα ρολόι και το φόρεσα. Το έβαλα αριστερά να χτυπάνε οι δείχτες του κοντά στην καρδιά μου.

Το απόσπασμα, από το δεύτερο βιβλίο μου "Οι Φεγγίτες της Ζωής μου" και η φωτογραφία, από την αγαπημένη μου Ioanna Constans Papangeli, κάπου στα Ζαγοροχώρια.

Ευχαριστώ πάρα πάρα πολύ!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΕΚΦΡΑΣΟΥ ΚΑΙ ΕΣΥ