Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αχ, Στεναγμέ μου

 


Αχ, Στεναγμέ μου!

Αν ήσουν χρώμα, θα ήσουν το πράσινο της ελπίδας κι ας ξέρω πως για μένα πια αυτό το θαυματουργό συναίσθημα έχει κρυφτεί σε κάποιο αμπέλι, που ξερίζωσαν με μανία κάποιοι εξόριστοι, πρώην κατακτητές.

 

Αχ, Στεναγμέ μου!

Αν ήσουν φυσικό φαινόμενο, θα ήσουν ένας ανεμοστρόβιλος που πήρε τη ζωή της ζωής μου και τη στροβίλισε δυνατά καταπνίγοντας και το τελευταίο δάκρυ που προσπάθησε να βρει διαφυγή σε ένα δρόμο, που στρώθηκε από χιλιάδες βάλτους, που συνήθιζα να οραματίζομαι πως είναι καθάριες λίμνες.

 

Αχ, Στεναγμέ μου!

Αν ήσουν ζωγραφιά θα απεικόνιζες ένα κόκκινο γαρύφαλλο στη μέση μίας στάνης! Μίας στάνης να μου θυμίζει πως εκεί γεννήθηκε ο Χριστός και χαμογέλασε μετά τον πρώτο πόνο η Παναγία. Το δικό μου μοναδικό χαμόγελο που ακολούθησε τον πόνο της εκάστοτε Μαρίας. Όλες οι μητέρες μία Παναγιά! Όλος ο πόνος, ο πόνος της δοξασμένης Παναγίας.

 

Αχ, Στεναγμέ μου!

Αν ήσουν βιτρίνα καταστήματος, θα ήσουν ένας κενός, λευκός χώρος με ένα καρτ ποστάλ σε έναν τοίχο ενός, δήθεν, ελληνικού ταχυδρομείου. Τίποτα δε θα υπήρχε γύρω σου και όσο μικρό κι αν έδειχνες, τα λόγια της αποστολής, που μόνο εγω θα συγκρατούσα, θα έμοιαζαν αβάσταχτα σε όσους μπορούσαν να διακρίνουν τη λέξη Σ’ αγαπώ, που «έτρεμε», σαν δάκρυα αναφιλητών σε προσωπάκια μικρών αγγέλων.

 

Αχ, Στεναγμέ μου!

Αν ήσουν κάποιο μαγικό ξωτικό, θα ήσουνα μια μικρή νεράιδα μωβ, που ξέχασε το μαγικό ραβδί της μέσα σε μια σπηλιά καφέ και έκλαιγε μέρα νύχτα μέχρι να θυμηθεί πως το ραβδί στην ουσία δεν ήταν ποτέ δικό της. Ξένο ήτανε κι αυτό, δανεικό, σαν τα αόρατα φτερά της. Ακόμη κι η χρυσόσκονη, μαγεία δανεική ήτανε κι αυτή χωρίς χαράς ελπίδα. Ήτανε όμως; Ήτανε; Κανείς δεν ξέρει μέχρι στιγμής….

Αχ, Στεναγμέ μου!

Αν ήσουν δέντρο, θα ήσουν απλώς ένας κορμός. Ένα καίριο σημείο ενός δέντρου. Ένα σημείο, που είναι η αρχή μιας ζωής, το στήριγμα μιας άλλης ουτοπικής οπτασίας.

 

Αχ, Στεναγμέ μου!

Αν ήσουν έκφραση, θα ήσουν η έκφραση ενός τυφλού ανθρώπου, που μπορούσε να δει με την ψυχή του όσα δε θα μπορέσουμε ποτέ να δούμε εμείς και να κατανοήσουμε πλήρως.

 

Αχ, Στεναγμέ μου!

Αν ήσουν τροφή, θα ήσουν μια ουσία ενός θαυματουργού φυτού, που φυτρώνει μέσα σε γκρεμούς, μα ακόμη ο άνθρωπος δεν εχει καταφέρει να ανακαλύψει και δε θα το ανακαλύψει ποτέ, επειδή εσύ δεν το έχεις ακόμη βαθιά επιθυμήσει.

Θα ήσουν μια τροφή – φάρμακο, που θα συνοδευόταν μόνο από καθάριο οξυγόνο…

 

Αχ, Στεναγμέ μου!

Αν ήσουν κόσμημα, θα ήσουν ένα περιδέραιο ανυπολόγιστης αξίας, που κάποιος το τοποθέτησε στο υπόγειο ενός μισογκρεμισμένου σπιτιού και με τα χρόνια θάφτηκε κάτω από γερασμένα μπάζα.

Και δε σε βρήκανε ποτέ. Δε θα σε βρούνε. Υπάρχει ο χάρτης που δείχνει που σε κρύψανε, μα πριν ένα μήνα τον έσκισα και τον κατάπια σαν ύαινα όλο. Κι ήταν απόρροια του στεναγμού. Του βαθύ αυτού στεναγμού, που κάνει το ρουμπίνι του περιδέραιου να μεταλλάσσεται και να παίρνει το χρώμα βυσσινί. Πιο έντονο και πιο έντονο, που αν το κοιτάς νομίζεις πως θα φυτρώσουν στο στόμα σου τα δόντια ενός βρικόλακα. Και χαίρεσαι! Χαίρεσαι πολύ, γιατί έτσι θα έχεις την ευκαιρία να πιεις το αίμα αυτών που άδειασαν και σκόρπισαν σε άγρια ζώα πρώτα το δικό σου.

 

Αχ, Στεναγμέ μου!

Αν ήσουν  επάγγελμα, θα ήσουνα σίγουρα αυτό του θηριοδαμαστή! Θα ήθελες, δήθεν, να δαμάσεις άγρια ζώα, μα με το μαστίγιο το ίδιο θα τιμωρούσες δεκάδες φορές την ημέρα τον εαυτό σου! Κι ας ήξερες πως το μαστίγιο στο είχαν ενώσει με τα δάχτυλά σου άλλοι! Άλλοι! Ανταριασμένα πρόσωπα άλλων, που διέσχισαν εποχές για να χιλιοματώσουν τη λευκή ψυχή μου, που τη δάνεισα πριν μέρες σε κάτι περαστικά αηδόνια για να τη φέρουν λίγο να σε δει και να σε σφιχταγκαλιάσει!

 

Αχ πόσο μου λείπεις!

Αχ!

 

Τι πόνος!

Τι βάσανο!

 

Τι οργή!

Τι αδάμαστη θεραπεία ενός τοξικομανούς ανθρώπου!

 

Να ’ξερες!

Μόνο να ’ξερες πόσες φορές ξυπνώ στον ύπνο μου και ουρλιάζω πως σε θέλω πίσω!

Θέλω να στείλω στρατιώτες, μισθοφόρους, κομάντο της στιγμής να σε βρουν και να σε φέρουν πίσω, μα τα τριάκοντα αργύρια αυτών των χυδαίων Ιουδαίων επιστρέφουν όλα πάνω μου και με χτυπάνε!

 

Αλύπητα με χτυπάνε!

Με μανία τρυπάνε κάθε μέρα σχεδόν τον εγκέφαλό μου!

 

Αχ, Στεναγμέ μου!

Αχ!

 

Τι καημός είναι αυτός;

Πώς μπορεί να ξεπεράσει το διθυραμβικό μηδέν της ζωης μου με μια ένεση με ηρεμιστικό, όταν οργιάζει η ψυχή και θέλει να σκοτώσει όλους αυτούς που σε έντυσαν στα λευκά πριν προλάβω να σου φορέσω τη βέρα, που τόσο επιθυμούσες.

Ήθελα να σε καμαρώσω στην εκκλησιά πλάι σε μια καλή κοπέλα και σε καμάρωσα διπλά σε ανθούς, που σαν πέτρες τα δάκρυα ανθρώπων σε συνόδεψαν στην τελευταία σου κατοικία.

 

Αχ, Στεναγμέ μου!

Πώς να απλώσω τα σεντόνια που κοιμόσουνα;

Πώς να πλύνω τις μαξιλαροθήκες;

Πώς να τριγυρνώ στο σπίτι σου;

Πώς να βλέπω τα πράγματά σου;

Πώς να ζω με τη ζωή σου; Γιατί δε θυμάμαι αν στο είπα, αλλά ήσουν η ζωή μου!

Ήσουν ένας άνεμος πνοής και ήσουν μεταξωτά μαλλιά, που λίγοι μπορούν να διακρίνουν σε ένα κεφάλι φαλακρό.

 

Αχ, Στεναγμέ μου!

Αν ήσουν τραγούδι, θα ήσουν ένας στίχος δυνατός, που θα είχα γράψει εγώ αγκαλιά με ένα ουίσκι. Δε θα έπινα όχι, απλώς θα το κράταγα για να αγγίξουν κι αυτό το άψυχο υλικό, τα μεθυσμένα μου δάκρυα.

Θα ήσουν ένας στίχος νεκρικός, που εγώ θα σου σιγοτραγουδούσα, σαν τραυλή, μα θα μου άρεσε, γιατί μου θύμιζε το νανούρισμα που σου έλεγα όταν ήσουνα μικρός και σε φιλούσα σε εκείνο το μέτωπο, που μου θύμιζε λεπτή καραμελίτσα.

 

Αχ, Στεναγμέ μου!

Αν ήσουν…

Αν ήσουν…

Αν ήσουν…

 

Τι;

Τι άλλο θα μπορούσες να είσαι εκτός από αυτήν τη βαθιά ηχηρή εκπνοή, που μου δείχνει πως μπορώ να αναπνέω ακόμη, έστω κι αν μέσα μου νιώθω ήδη νεκρή;;;

 

Αχ, Στεναγμέ μου!

Αν ήσουν συναίσθημα…

 

Όχι, όχι, λάθος!

Είσαι συναίσθημα, είσαι! Σε αισθάνομαι! Κι είσαι βαρύ γαμώτο! Είσαι βαρύ! Ασήκωτο είσαι! Ασήκωτο!

 

Τ’ ακούς;

Ουρλιάζω! Σε σένα ουρλιάζω!

Για να σε αντέξω!

Μα θα σε αντέξω! Δεν μπορώ να κάνω αλλιώς... Θα σε αντέξω, γιατί κατά βάθος με βοηθάς να ζήσω, να μην τρελαθώ. Θα το παλέψω! Για σένα! Για σένα, λευκέ μου Άγγελε, για σένα! Για να είσαι ήρεμος!

 

Ήρεμος, να είσαι ήρεμος!

Να σε νιώθει η ψυχή μου, να ηρεμεί, να γαληνεύει κι εκείνη!

 

Όσο μπορεί…

Όσο αντέξει..

 

Υπόσχομαι όμως πως όσο ζω θα παλεύω!

 

Για σένα!

Για σένα Άγγελε μου!

Για σένα!

 

Παρέα με τον Στεναγμό μου θα παλεύω!

Θα επιβιώνω! Θα ζω! Θα σε σκέφτομαι!

 

Αχ, Στεναγμέ μου!

Αχ!

 

Ένα κλαδί ελιάς είσαι.

Ένα κλαδί ελιάς που κρατάει στο στόμα του ένα λευκό περιστέρι.

 

Αχ, Στεναγμέ μου!

Αχ!

 

Μια κόκκινη παπαρούνα είσαι

Μια κόκκινη παπαρούνα, επάνω στην οποία ξαποσταίνει μια λευκή πεταλούδα.

 

Αχ, Στεναγμέ μου!

Αχ!

 

Μια  φλοκάτη είσαι.

Μια κόκκινη φλοκάτη, που ζεσταίνει το πιο κρύο πάτωμα του κόσμου.

 

Αχ, Στεναγμέ μου!

Αχ!

 

Το ακάνθινο στεφάνι είσαι

Το ακάνθινο στεφάνι του Ιησού είσαι. Κι ο χιτώνας είσαι. Και το σφουγγάρι με το ξύδι στην πληγή είσαι. Οι ειρωνείες, οι χλευασμοί, τα βασανιστήρια, όλα αυτά είσαι. Είσαι όλα όσα προσκυνώ και πιστεύω, αυτό είσαι.

 

Αχ, Στεναγμέ μου!

Αχ!

 

Μια γαλάζια λιμνούλα είσαι.

Μια λιμνούλα με βαπόρια, με πελαργούς, με ψάρια, με ζωή, αυτό είσαι.


Αχ, Στεναγμέ μου!

Αχ!

 

Ένα λιβάδι είσαι.

Ένα λιβάδι μιας απολιθωμένης εποχής, που ψάχνω χρόνια για να κατοικήσω.

 

Αχ, Στεναγμέ μου!

Αχ!

 

Ένας καταρράκτης είσαι.

Ένας καταρράκτης δακρύων, που κατά βάθος ξεπλένει την ψυχή, αυτό είσαι.

Μια γούρνα με νερό. Αυτό είσαι. Μια γούρνα με δακρυστάλαχτο νερό. Μια γούρνα, που ονόμασα από μόνη καταρράκτη. Γιατί τα δάκρυα είναι τόσα, που έχουν την ορμή του. Μα καθαρίζουν, ξεπλένουν, απαλύνουν τον πόνο, την αγνή σωτηρία.

 

Αχ, Στεναγμέ μου!

Αχ!

Το δάκρυ που σκούπισα μόλις, αυτό είσαι!

Ναι, αυτό είσαι!

 

 

 ~~ Ax, Στεναγμέ μου - Κική Κωνσταντίνου

 

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΓΙΑ ΤΗΝ ΞΑΔΕΡΦΑΡΑ ΜΟΥ ΜΕ ΑΓΑΠΗ!

Εκφραστικοί μου φίλοι, καλημέρα! Τί μου κάνετε, είστε όλοι καλά; Εγω μια χαρά. Καταιγισμός γενεθλίων το τελευταίο διάστημα βρε παιδιά! Πολύ με χαροποιεί αυτό! Ευχές, ευχές, ευχές! Μ' αρέσουν οι ευχές! Σήμερα λοιπόν θέλω και εγώ να δώσω τις ευχές μου σε ένα αγαπημένο μου πρόσωπο, με ένα ιδιαίτερο θα έλεγα τρόπο! (Είμαι σίγουρη πως όταν η ξαδέρφη μου δει αυτή την ανάρτηση θα γουρλώσει το μάτι πίσω από τα γυαλιά, θα βγάλει τη γλώσσα έξω απο αμηχανία, θα βγάλει μια κραυγή απόγνωσης και θα κρυφτεί όπου βρει πρόχειρα εκεί τριγύρω χαχαχαχα) (Ιωάννα σα να είμαι εκεί και να σε βλέπω νοιώθω - πολύ το διασκεδάζω! :P) Σκορπίνα λοιπόν η ξαδερφάρα μου! Δυναμική προσωπικότητα, όσο κι αν δε το δείχνει με τη πρώτη ματιά!  Σήμερα λοιπόν, το κορίτσι μου έχει γενέθλια και εγώ δε θα μπορούσα να μη κάνω ανάρτηση μοναχά για πάρτη της! Τόσα έχει κάνει εκείνη για μένα, ας κάνω και εγώ κάτι μικρό αυτή τη φορά! ;) Χρόνια πολλά λοιπόν σε σένα που όταν ήμουνα μικρή με έβαζες να ...

Καλοκαιρινός Θησαυρός: Τα Κρυμμένα Σημεία της Γειτονιάς μας – Η Αυλή της Κατίνας

Καλημέρα σας, εκφραστικοί μου! Δεν ήξερα αν θα κάνω άλλη ανάρτηση για τον καλοκαιρινό θησαυρό που εμπνεύστηκα, αλλά τελικά ένιωσα πως ήταν ανάγκη να το κάνω. Ίσως γιατί γυρνάμε πίσω στα παιδικά μας χρόνια, σε εκείνες τις γλυκές, αθώες αναμνήσεις που φωτίζουν την ψυχή. Ίσως γιατί το καλοκαίρι φτάνει στο τέλος του και μια γλυκιά μελαγχολία με γυρίζει εκεί που η καρδιά νιώθει ασφαλής. Δεν ξέρω ακριβώς το γιατί, ξέρω μόνο πως το θέλησα – κι αυτό έχει σημασία. Σε αυτή την ανάρτηση σας καλώ να θυμηθείτε μαζί μου την ιδέα και τον σκοπό του διαδικτυακού δρώμενου, που στόχο έχει να φέρει στο φως μικρές στιγμές από τις ζωές μας, εκείνες που ίσως μοιάζουν ασήμαντες αλλά κρύβουν θησαυρούς. Στο τέλος της δημοσίευσης θα βρείτε και όλες τις συμμετοχές μέχρι στιγμής για τις οποίες σας ευχαριστώ μέσα από την καρδιά μου. Αν κατά λάθος ξέχασα κάποια, σας παρακαλώ συγχωρέστε με και προσθέστε τη στα σχόλια. Δεν χρειάστηκε πολλή σκέψη για το τι θα γράψω – το ήξερα καλά. Και αυτή τη φορά, ήξερα τι ή...

Ο Αύγουστος μας αποχαιρετά

  Ο Αύγουστος περπατά αργά, με τα βήματά του βαριά από ήλιο που σβήνει, σαν να κουβαλάει ολόκληρο τον χρόνο σε μια ανάσα, σε μια τελευταία ματιά πριν χαθεί πίσω από το κατώφλι του φθινοπώρου. Η πόλη μοιάζει να κρατά την αναπνοή της, με το χώμα ακόμα ζεστό κάτω από τα πόδια, το κελάηδημα των πουλιών λιγοστό και νωχελικό, τα τζιτζίκια σιγούν, μα ο αέρας ακόμα φέρνει την ανάμνηση του ατελείωτου καλοκαιριού — των απογευμάτων που λιώσαμε σε γέλια, των βραδιών με αστέρια να πέφτουν σαν βροχή και της θάλασσας που αγκάλιαζε κάθε μας βήμα. Στην αυλή η κούνια κουνιέται ακόμα, σαν να χαιρετάει εκείνους που σίγουρα θα φύγουν, τραγουδώντας έναν ήσυχο αποχαιρετισμό, μ’ ένα γλυκό, μακρινό τραγούδι που θυμίζει: «Μείνετε εδώ λίγο ακόμα — η στιγμή δεν τέλειωσε». Τα δέντρα στέκονται βαρύθυμα, φύλλα χρυσά, κόκκινα και καφέ, αρχίζουν να πέφτουν απαλά στο χώμα, σαν να φυλάνε μέσα τους μνήμες που θα κρατήσουν τη ζεστασιά του ήλιου και της βροχής, το άρωμα των λουλουδιών που έλιωσα...