Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Λάκης, ο παπαγαλάκης (όλο το παραμύθι)

 


Λάκης, ο παπαγαλάκης

 

Ο κυρ Θανάσης ξεκλείδωσε βιαστικά το pet shop που διατηρούσε εδώ και χρόνια στην Eρμού και πλησίασε με γοργά βήματα ένα όμορφο διώροφο μπρονζέ κλουβί, μέσα στο οποίο κατοικούσε εδώ και ένα χρόνο ένα όμορφο πρασινωπό με κίτρινες μικρές πιτσιλιές παπαγαλάκι.

«Καλημέρα αφεντικό, του είπε με αγορίστικη νεανική φωνή.

«Τι κάνεις Λάκη;» το ρώτησε χαμογελώντας.

«Βαριέμαι ως συνήθως» απάντησε κρύβοντας την έντονη δυσαρέσκεια που είχε στο πρόσωπο του κάτω από τη μεγαλοπρεπή φτερούγα του.

«Νομίζω πως κάτι μπορώ να κάνω γι αυτό», αποκρίθηκε χαμογελώντας τρυφερά και η φτερούγα του Λάκη ελευθέρωσε μονομιάς το πρόσωπό του, τεντώνοντας συνάμα τα αυτιά του για να ακούσει τι είχε να του πει το αφεντικό.

«Αύριο θα έρθουν νέα ζωάκια στο κατάστημα και φοβάμαι πως θα χρειαστεί να μοιραστείς το κλουβί σου με κάποιο άλλο παπαγαλάκι. Ε, αφού θα έχεις παρέα δε θα βαριέσαι πια τόσο πολύ.»

«Ποτέ! Ποτέ δε θα μοιραστώ το κλουβί μου με κάποιον άλλο! Μου αρέσει να ζω μόνος!» Τόνισε πεισματικά και με περήφανο στυλ πρόσταζε το ράμφος του επιβλητικά.

Ο κυρ Θανάσης χαμογέλασε κοιτώντας το όμορφο μα και λίγο ματαιόδοξο παπαγαλάκι.

«Καλά καλά, θα φροντίσω να είναι παπαγαλίνα. Μια όμορφη παπαγαλίνα θα είναι ότι πρέπει για σένα» απάντησε χαμογελώντας τρυφερά και κατευθύνθηκε προς το ξύλινο γραφείο του που κοσμούσαν δεκάδες αναρίθμητα φυλλάδια.

«Ωωωω και εγω τώρα πρέπει να χαρώ; Και γυναίκα και συγκάτοικος; Μα είναι τόσο μικρό αυτό το κλουβί…» φώναξε μα απάντηση δε πήρε.

Το κλουβί σε καμία περίπτωση δεν ηταν μικρό, αντίθετα ηταν το μεγαλύτερο και επειδη ο κυρ Θανάσης έτρεφε μια ιδιαίτερη αδυναμία για τον Λάκη, του είχε προσφέρει από την αρχή αυτό το άνετο κλουβί με την ελπίδα να του προσφέρει μια καλή ζωή, όσο πιο καλή τουλάχιστον μπορούσε.

Η αλήθεια είναι πως ο Λάκης ηταν το πιο αξιαγάπητο ζώο μέσα σε όλο το κατάστημα, είχε κάτι μοναδικό, είχε κάτι μαγικό επάνω του, καταρχάς μπορούσε να μιλάει δίχως καν ποτέ να έχει εκπαιδευτεί και κατά δεύτερον είχε μια αλλιώτικη δική του ομορφιά. Έμοιαζε και σα παπαγάλος και σαν αηδόνι μαζί.

Παράξενο θα έλεγε κάποιος αλλα ποιός είπε πως τα παράξενα δεν είναι όμορφα και μαγικά συνάμα;

Την επόμενη κιόλας μέρα τα νέα ζώα έφτασαν και μια τροφαντή πορτοκαλί παπαγαλίνα με αυτάρεσκο βλέμμα βρέθηκε να μοιράζεται το ίδιο κλουβί και την ίδια «κούνια» με τον Λάκη.

Ο Λάκης την επεξεργάστηκε καλά καλά και χάρηκε όταν διαπίστωσε το πόσο όμορφη ηταν αλλα το σνομπ του χαρακτήρα της τον έκανε να αισθάνεται πολύ μειονεκτικά απέναντί της.

Ήθελε πάρα πολύ να της μιλήσει μα δίσταζε. Θυμήθηκε πως αντέδρασε εκείνη στην πρώτη τους γνωριμία και θύμωσε που επέτρεψε στον εαυτό του να πέσει τόσο χαμηλά.

Εκείνος την υποδέχτηκε θερμά, με όμορφα τιτιβίσματα, κουνώντας μεγαλοπρεπώς τις όμορφες φτερούγες του και κουνώντας το ράμφος του γλυκά και αντί να του πει έστω ένα «καλημέρα», ανέβηκε πάνω στη «κούνια», γύρισε το κεφάλι της από την άλλη πλευρά πρόσταξε το ποπό της προς τον Λάκη και το όμορφο και περήφανο κεφάλι της έμεινε για αρκετή ώρα γυρισμένο να κοιτά προς την έξοδο.

«Εεε είμαι ο Λάκης, ξέρεις καλό θα ηταν να γνωριστούμε και να μιλάμε τώρα που θα μένουμε μαζί» Τραύλισε διστακτικά για να εισπράξει ένα αγριεμένο βλέμμα.

«Χάρηκα….» συνέχισε με τόλμη τεντώνοντας προς τη πλευρά της τη μία του φτερούγα.

Η πορτοκαλί παπαγαλίνα μούγκρισε και με μια αστραπιαία κίνηση βρέθηκε στον επάνω όροφο του κλουβιού και κρύφτηκε μέσα στις φτερούγες τις προφανώς για να κοιμηθεί.

 

 

Εκείνο το πρωινό ο Λάκης ξύπνησε κακόκεφος. Κάτι τον ενοχλούσε. Προσπάθησε ξύνοντας με τη φτερούγα το κεφάλι του να θυμηθεί αν τον είχε ταλαιπωρήσει κάποιο κακό όνειρο μα μάταια, δε μπορούσε να θυμηθεί τίποτα.

          Με την άκρη του ματιού του είδε τη πορτοκαλί παπαγαλίνα να τον λοξοκοιτά και σχεδόν χαμογέλασε όταν κατάλαβε πως τον κοιτούσε με τέτοιο τρόπο επειδή δεν ήθελε να τη δει να τον κοιτά.

          Σηκώθηκε μονομιάς και απλώνοντας τα μεγαλοπρεπή φτερά του προσγειώθηκε επάνω στη μπλε κούνια και κάθισε δίπλα της.

          Εκείνη με αυτάρεσκο βλέμμα, σήκωσε το ράμφος προς τα πάνω, πρόσταξε προς τα έξω το στέρνο και γύρισε το κεφάλι προς την άλλη μεριά θέλοντας να του δείξει πως η παρουσία του δίπλα της ήταν παρείσακτη.

          Ο Λάκης έβηξε απαλά στη προσπάθειά του να «πνίξει» το γέλιο που ήταν έτοιμος να «ρίξει» και τότε η παπαγαλίνα κουνώντας το κεφάλι και ανοιγοκλείνοντας τα μάτια επιδεικτικά αναστέναξε βαθιά με τέτοιο τρόπο που ήταν σα να μην τον άντεχε δίπλα της.

          «Είσαι ψηλομύτα, είσαι ψηλομύτα» της φώναξε χαρωπά και έκανε κωλοτούμπες χτυπώντας παλαμάκια με τις φτερούγες του.

          «Εεεε Λάκη, τί κάνεις; Τί πράγματα είναι αυτά; Αυτές οι πράξεις δεν αρμόζουν σε έναν κύριο» Ακούστηκε η βραχνή φωνή του κυρ Θανάση.

          «Συγνώμη αφεντικό αλλά αυτή το παίζει σπουδαία και με νευριάζει. Τόσες μέρες μου συμπεριφέρεται σα να είμαι ένα μηδενικό. Ε δεν αντέχω άλλο πια.» Απάντησε με παιδικό αυθορμητισμό ο Λάκης.

          «Η Σόνια είναι μια κυρία και στις κυρίες πρέπει να συμπεριφερόμαστε ανάλογα» Συνέχισε ο μεσόκοπος άντρας.

          Η Σόνια έχοντας το κεφάλι στραμμένο από την άλλη μεριά και έχοντας στο πρόσωπό της ζωγραφισμένη τη γνωστή της περηφάνια αρκέστηκε στο να υψώσει περισσότερο το τρίχωμα της κεφαλής της.

          «Δεν την αντέχω αφεντικό, να τη βάλεις σε άλλο κλουβί. Είναι κακιά και ψηλομύτα. Τόσες μέρες εδώ και δε μου εχει πει λέξη. Μου συμπεριφέρεται λες και είμαι δουλικό της. Δε τη θέλω, δε τη θέλω, να τη πας αλλού» Φώναξε πεισματικά και τα μικρά του ποδαράκια χοροπηδούσαν ακατάπαυστα επάνω στη μπλε κούνια.

          «Ούτε εγω σε θέλω αχρείε!  Άχρηστε! Είσαι ένας βλάκας!» Είπε η πορτοκαλί παπαγαλίνα με τη γλυκιά και καθάρια φωνή της και πνίγοντας ένα μικρό μουγκρητό, του δίνει μια δυνατή σπρωξιά στο στέρνο και ανέβηκε στο δεύτερο όροφο για να κουρνιάσει σε μια γωνία.

          Μονομιάς σκέπασε το πρόσωπό της με τις όμορφες φτερούγες τις και ο Λάκης έμεινε ξαφνιασμένος στο κάτω όροφο να κοιτά αποσβολωμένος το αφεντικό του και να χαϊδεύει απαλά το πονεμένο του στέρνο.

          «Πονάς Λάκη;» Ακούστηκε η ξαφνιασμένη φωνή του κυρ Θανάση.

          Ο παπαγάλος αρκέστηκε στο να κουνήσει καταφατικά το κεφάλι του.

          «Εμ αυτά παθαίνουν όσοι κοροϊδεύουν τις γυναίκες!» Του απάντησε περιπαιχτικά.

          «Γυναίκα αυτή; Δε της φαίνεται» Ειρωνεύτηκε ο πονεμένος Λάκης.

          «Δώσ' της χρόνο φιλαράκι!» Του είπε ο κυρ Θανάσης και το κουδούνισμα της πόρτας προμήνησε πως κάποιος άνθρωπος τους είχε μόλις επισκεφτεί.

Κι ο καιρός περνούσε χωρίς καμία αλλαγή.

Η Σόνια το ίδιο απόμακρη και ψυχρή όπως συνήθιζε να είναι από την αρχή και ο Λάκης ιδιαίτερα αμήχανος που μοιραζόταν το όμορφο κλουβί του με μια τόσο όμορφη μα παγερή παπαγαλίνα.

        «Ευτυχώς που το κλουβί είναι μεγάλο και διώροφο και μπορώ να ζω χωρίς να τη βλέπω συχνά. Η ζωή είναι ανυπόφορη μαζί της» έλεγε και ξαναέλεγε με τη σκέψη του μυαλού του.

          Με τη συνηθισμένη καθημερινή ρουτίνα λοιπόν πέρασε ενάμιση μήνας.

   Οι κουβέντες τους ηταν ελάχιστες έως και μηδαμινές. Οι στιγμές αμηχανίας έντονες και τα κρυφοκοιτάγματα ποικίλας δράσης….

          Η άνοιξη είχε μπει για τα καλά στη ζωή τους και οι 3 τελευταίες μέρες ηλιόλουστης ζεστασιάς είχαν χαρίσει απλόχερα ένα κύμα απροσάρμοστης χαράς στο Λάκη που δεν ήξερε πώς και πού να τη διοχετεύσει.

              Η Σόνια εν αντιθέσει αυτές τις μέρες με αποκορύφωμα τη σημερινή έδειχνε πολύ λυπημένη και δυστυχισμένη.

          Θα έλεγε κανείς ότι είχε χάσει όλη της τη δύναμη, όλη της την ενέργεια και το σνομπισμό του χαρακτήρα της.

          Κοίταζε έξω από το παράθυρο τις όμορφες μέρες, το κόσμο που περνοδιαβούσαν χαρούμενοι, τα δέντρα που είχαν ανθήσει, τα ελεύθερα πουλιά που μεσουρανούσαν στο καθάριο γαλάζιο ουρανό…. και εκείνη έδειχνε τόσο μα τόσο στεναχωρημένη και αδύναμη.

       Ο Λάκης είχε παρατηρήσει πως η άλλοτε ευτραφής παπαγαλίνα τις τελευταίες μέρες ακουμπούσε ελάχιστα το φαγητό της και είχε χάσει σημαντικό βάρος.

       Θα ήταν χαζός αν δε καταλάβαινε, ότι κάτι σοβαρό της είχε συμβεί.

          Στην αρχή χάρηκε που την έβλεπε να καταρρέει και να χάνει τον σκληροτράχηλο χαρακτήρα της, όμως τις επόμενες ημέρες άρχισε να νοιώθει πολύ στεναχωρημένος και κουρασμένος συνάμα που έβλεπε και ένοιωθε πια τη δυστυχία της Σόνιας.

          Εκείνο λοιπόν το μεσημέρι κοιμήθηκε ελάχιστα όταν ξύπνησε σαν κάποιος να είχε ταρακουνήσει μόλις το κλουβί του.

          Με την άκρη του ματιού του είδε τη πορτοκαλί παπαγαλίνα να κάθεται στην άκρη της μπλε κούνιας και να ατενίζει με το βλέμμα της τον καθάριο ουρανό ενώ με την άκρη της φτερούγας της σκούπιζε τα δάκρυα που κυλούσαν στο πρόσωπό της.

          Δίχως να το καλοσκεφτεί, με ένα απότομο πέταγμα βρέθηκε κοντά της και χωρίς να της μιλήσει, ακούμπησε με τις δυο του φτερούγες του, το πίσω μέρος της κεφαλής της.

      Εκείνη δεν αντέδρασε. Αυτό παραξένεψε αλλά κυρίως χαροποίησε το Λάκη.

        Έμειναν έτσι για λίγα λεπτά και πρώτος ο Λάκης έκοψε την ησυχία του κτιρίου.

        «Τι έχεις; Τις τελευταίες μέρες δεν είσαι καλά…»

       «Καλά είμαι…» αποκρίθηκε εκείνη προσπαθώντας να ξαναβρεί το σκληρό χαμένο της εαυτό.

       «Μα το βλέπω πως δεν είσαι καλά. Ορίστε, σήμερα σε είδα να κλαις…», συνέχισε κάπως διστακτικά.

          Η παπαγαλίνα δε μίλησε…

      «Αν μου πεις τι έχεις, ίσως καταφέρω να σε βοηθήσω», συνέχισε ο Λάκης πιο σίγουρος αυτή τη φορά για τον εαυτό του.

        «Κοίταξέ τα, ταξιδεύουν» αποκρίθηκε με παραπονεμένο βλέμμα και με τη φτερούγα της τον προέτρεψε να κοιτάξει τα χιλιάδες πουλιά που πετούσαν ψηλά στον ουρανό.

     «Ε και;» Ρώτησε ο Λάκης μη μπορώντας να καταλάβει τι εννοούσε με αυτή τη προτροπή της.

      «Είναι ελεύθερα, Λάκη! Είναι ελεύθερα και χαίρονται αυτό που δε μπορούμε να χαρούμε, εμείς»

        «Δηλαδή;» Συνέχισε με απορία…

          «Απολαμβάνουν την ελευθερία τους και τη φύση Λάκη, ενώ εμείς, είμαστε κλειδωμένοι μέσα σε αυτό το άθλιο κλουβί, μη μπορώντας να απολαύσουμε τίποτα.»

      «Μα εμείς δεν είμαστε σαν αυτά. Είμαστε διαφορετικοί. Εμείς γεννηθήκαμε για να είμαστε μέσα σε ένα κλουβί και να κρατάμε συντροφιά στους ανθρώπους.» Απάντησε ο Λάκης αν και κάτι μέσα στην καρδιά του τον αγκύλωσε προφέροντας αυτά τα λόγια.

        «Όχι Λάκη, κάνεις λάθος, είμαστε σαν αυτά, ακριβώς σαν αυτά, γεννηθήκαμε για να κρατάμε συντροφιά στα σύννεφα, στον ήλιο, στον αέρα, όχι για να κρατάμε συντροφιά στους ανθρώπους.»

      «Δε καταλαβαίνω..  πραγματικά δε καταλαβαίνω. Ανέκαθεν θυμάμαι τον εαυτό μου μέσα σε ένα κλουβί και νοιώθω χαρούμενος εδώ, αισθάνομαι πως εδώ ανήκω. Εδώ γεννήθηκα άλλωστε και νοιώθω καλά…» Απάντησε για πρώτη φορά τόσο έντονα προβληματισμένος.

        «Δε γεύτηκες ποτέ τη γεύση της ελευθερίας;» Τον ρώτησε με βλέμμα συμπόνιας.

        «Μα είμαι ελεύθερος, νοιώθω καλά εδώ, σου είπα» συνέχισε ο Λάκης προσπαθώντας να κρύψει τα ειλικρινή βαθιά του αισθήματα.

      «Συνήθισες να είσαι αιχμάλωτος γιατί δεν έμαθες να είσαι ελεύθερος. Λυπάμαι τόσο για σένα Λάκη» Του είπε με δάκρυα στα μάτια.

      «Γιατί εσύ ήσουνα ελεύθερη; Δε γεννήθηκες μέσα σε ένα κλουβί;» Ρώτησε εκείνος με φόβο για την απάντηση.

        «Εγώ ναι, κάποτε ήμουν ελεύθερη!» Τόνισε με ονειροπόλο και χαρούμενο βλέμμα.

«Γεννήθηκα σε ένα υπέροχο μέρος, μεγάλωσα στο κορμό ένας μεγάλου γέρικου δέντρου και μεγάλωσα με πολύ αγάπη, ώσπου μια μέρα εκεί που ταξίδευα και ανακάλυπτα νέα μέρη, για κακή μου τύχη χτύπησα επάνω σε ένα χοντρό κλαδί και βρέθηκα στη γη λιπόθυμη. Όταν ξύπνησα βρισκόμουν μέσα σε ένα κλουβί κι από τότε έχω αλλάξει δεκάδες κλουβιά και είναι όλα άθλια. Άθλια Λάκη, άθλια!» Φώναξε και ξέσπασε σε κλάματα.

          Ο Λάκης τη τύλιξε απαλά μέσα στις όμορφες φτερούγες του και της υποσχέθηκε σιωπηλά πως από δω και στο εξής δε θα είναι μόνη.

          Εκείνη τη στιγμή κατάλαβε πως η Σόνια δεν ήταν μια άκαρδη παπαγαλίνα, αντίθετα ήταν μια πονεμένη παπαγαλίνα που προσπαθώντας να επουλώσει τα τραύματά της επέλεγε να τα κρατήσει μακριά από όλους και από όλα…..

            Κι οι μέρες κυλούσαν όμορφα, ρομαντικά, γεμάτες χρώματα και αποχρώσεις.

            Ο Λάκης και η Σόνια,  φίλοι και πιο κοντά από ποτέ, είχαν μάθει να μοιράζονται τα πάντα.

            Το φαγητό, το νερό, το κλουβί, τη κούνια, το οξυγόνο που ανάπνεαν, τα πάντα όλα.

            Όσο φαινομενικά αντίθετοι έμοιαζαν αρχικά, τόσο ταιριαστοί αποδείχθηκαν στη συνέχεια.

            Πλέον μιλούσαν και ονειρεύονταν μαζί για τα πάντα.

            Εκείνη του περιέγραφε την ελευθερία, την αίσθηση του να πετάς ψηλά και να εξερευνάς το κόσμο.

Εκείνος με τη σειρά του, μη μπορώντας να καταλάβει πόσο σημαντική ήταν αυτή η αίσθηση, προσπαθούσε να της τονίσει πόσο όμορφη ήταν η ζωή που είχε μάθει και είχε ζήσει εκείνος.

            Εκείνη του μιλούσε για δάση, θάλασσες, ήλιο, σύννεφα, ελεύθερα ζώα.

            Εκείνος της μιλούσε για ανθρώπους, για πρόσωπα, για παιδιά, για στάσεις των ανθρώπινων σωμάτων και χαρακτηριστικών.

Εκείνη του μιλούσε για όσα ένοιωθε πετώντας και εξερευνώντας τον κόσμο.

            Εκείνος της μιλούσε για όσα ένοιωθε εξερευνώντας τις ανθρώπινες ψυχές και τα ανθρώπινα βλέμματα.

            Εκείνη προσπαθούσε να τον πείσει πως μπορεί να πετάξει και να ζήσει ελεύθερος!

            Εκείνος προσπαθούσε να τη πείσει πως μπορεί να ζει μέσα στο κλουβί και να συντροφεύει τους ανθρώπους ακούγοντας τις φωνές των ψυχών τους.

            Είχαν πάψει από καιρό να συναγωνίζονται για το πια «οπτική γωνία» ήταν η σωστή και είχαν μάθει να ακούν, να σέβονται και να μαθαίνουν για το κόσμο του καθενός, από όποια γωνία και αν τον κοιτούσε.

            Μονάχα μια μέρα έδειξε ο Λάκης πως ήθελε να εμβαθύνει στο κόσμο της Σόνιας….

                        «Δηλαδή μπορώ κι εγώ να πετάξω;» Τη ρώτησε τρίβοντας ελαφρά το ράμφος του επάνω την όμορφη φτερούγα της.

                        «Ανά πάσα ώρα και στιγμή. Αρκεί να βγεις από το κλουβί!» Απάντησε εκείνη με χαρά που είχε τη δυνατότητα να μιλήσουν για κάτι τέτοιο.

                        «Και δηλαδή, πώς θα γίνει αυτό; Θέλω να πω, αρκεί μόνο να κουνήσω τις φτερούγες μου;» Αναρωτήθηκε ξύνοντας με τη φτερούγα το πάνω μέρος της κεφαλής του.

                        «Λάκη γεννήθηκες για να πετάς! Και εδώ, μέσα στο κλουβί πετάς, αλλά δε μπορείς να το απολαύσεις διότι είσαι περιορισμένος!»

                        «Μα δε πετάω, περπατάω όπως και τα υπόλοιπα ζώα, τόνισε δείχνοντας τα αλλα κλουβιά.»

                        «Όχι Λάκη μου, πετάς! Το ό,τι μπορείς να βρεθείς στο δεύτερο όροφο του κλουβιού ανοίγοντας τα φτερά σου είναι κάτι που τα υπόλοιπα ζώα δε μπορούν να κάνουν. Βέβαια, όλοι μας γεννηθήκαμε για να είμαστε ελεύθεροι, απλώς εμείς, γεννηθήκαμε για να είμαστε και εξερευνητές και αυτό θα έπρεπε να κάνουμε.» Απάντησε για πρώτη φορά μετα από καιρό μελαγχολικά ατενίζοντας το βλέμμα στο κομμάτι του ουρανού που φαινόταν μέσα από το κλουβί.

                        «Και τι πρέπει να εξερευνήσουμε;» Ρώτησε εκείνος, κουνώντας ανήξερα τις δυο φτερούγες του.

                        «Τη φύση και όσα ζούνε επάνω της.» Απάντησε με σπινθηροβόλο βλέμμα.

                        «Και πώς είναι η φύση; Είναι όμορφη;» Ρώτησε εκείνος προσπαθώντας να τη φανταστεί.

                        «Α είναι πολύ μεγάλη! Δεν την έχω γνωρίσει όλη ακόμη αλλά είναι πανέμορφη! Μοναδική! Έχει πολλά χρώματα και πολλά είδη που κατοικούν επάνω της. Άλλοτε δείχνει πολύ όμορφη και άλλοτε παράξενη, τρομακτική, όμως πάντα είναι σα να σε αγκαλιάζει και να θέλεις να κοιμηθείς μέσα στην αγκαλιά της. Και ξέρεις σε νανουρίζει κιόλας!»

                        «Σε νανουρίζει; Πώς;» Ρώτησε γεμάτος ενθουσιασμό.

                        «Άλλοτε με ήχους ζωών, άλλοτε με ήχους του αέρα, της θάλασσας, των ανθρώπων, των φύλλων των δέντρων, πάντα βρίσκει το κατάλληλο τρόπο να σε νανουρίσει αλλα και κάποιες φορές βρίσκει το τρόπο να σε κάνει να φύγεις μακριά αν κινδυνεύεις.»

                        «Κι από τί κινδυνεύει κάποιος στη φύση;» Ρώτησε με απορία ο Λάκης.

                        «Μα από τους ανθρώπους, φυσικά!» Χαμογέλασε εκείνη κάπως διστακτικά όταν είδε την αντίδρασή του.

                        «Αποκλείεται! Τόνισε ο Λάκης! Είναι πάντα φιλικοί μαζί μου!»

                        «Επειδή σε κατέκτησαν! Αν ήσουν κι εσύ ελεύθερος όπως εγω παλιά τότε θα έβλεπες και το άλλο τους πρόσωπο, αυτό του κατακτητή και πίστεψε με είναι πολύ άσχημο!»

                        «Μου είναι δύσκολο να το φανταστώ.» Συνέχισε ο Λάκης.

                        « Καλύτερα να τους θυμάσαι έτσι τους ανθρώπους, όπως τους βλέπεις εδώ, αν τους συναντήσεις εκεί έξω, πίστεψέ με δε θα τους αναγνωρίσεις.» Τόνισε η Σόνια με βλέμμα γεμάτο αλήθεια.

                        «Αδύνατον να το φανταστώ!» Συνέχισε ο έκπληκτος Λάκης και κούνησε αρνητικά το κεφάλι του.

                        «Αχ καλέ μου, Λάκη!» Πρόφερε η Σόνια και τον έκλεισε τρυφερά στις φτερούγες της.

 

 

Πρέπει να είχε περάσει μια εβδομάδα όταν ένα ζεστό μεσημέρι ακούστηκε ο ήχος που προμήνυε πως κάποιος άνθρωπος έμπαινε στο μαγαζί.

Ο Λάκης με μισόκλειστα ακόμη μάτια αντίκρισε δυο ανθρώπινες φιγούρες να συνομιλούν με τον ιδιοκτήτη του καταστήματος.

Η μία λεπτεπίλεπτη φιγούρα αντιστοιχούσε σε μια όμορφη γυναίκα που με έναν όμορφο ξανθό κότσο και ένα μακρύ εκρού φουστάνι κρατούσε από το χέρι ένα τροφαντό παιδάκι που περιφερόταν από κλουβί σε κλουβί και εξερευνούσε τα περιεχόμενά του.

Άκουγε τον ήχο που έκαναν τα δάχτυλά του όταν χτυπούσε ελαφρώς τα κλουβιά των ζωών και σχεδόν τρόμαξε όταν είδε δυο μεγάλα καστανά αγορίστικα μάτια να τον κοιτούν με χαρά μεν αλλά κρυάδα δε, μια κρυάδα που έκανε τον Λάκη να αντιπαθήσει ένα παιδί για πρώτη φορά στη ζωή του.

Το καστανόχρωμο αγόρι με τα καλά ρούχα χαμογέλασε και με φωνή σταθερή και δυναμική θα μπορούσα να πω φώναξε:

                        «Αυτό θέλω!»

Ο δείκτης του παιδιού κατευθυνόταν προς τη ξαπλωμένη Σόνια!

Τα μάτια του Λάκη άνοιξαν διάπλατα και οι φτερούγες του ανοιγόκλεισαν  προς στιγμήν λόγο της τρεμούλας που κυριαρχούσε πλέον στη ψυχή του.

Η αγουροξυπνημένη Σόνια, μην έχοντας ακόμη καταλάβει τι συμβαίνει, κοίταξε με απορία τον Λάκη και μια σουβλιά στη καρδιά την έκανε να σχηματίσει έκφραση πόνου στο όμορφο πορτοκαλί πρόσωπό της.

Ο κυρ Θανάσης, πλησίασε κάπως στενάχωρα το κλουβί των παπαγάλων και πρότεινε στο μικρό αγόρι να του δείξει και τα υπόλοιπα ζώα.

Εκείνο με αγένεια αρνήθηκε και φώναξε τη μητέρα του για να τις δείξει τον φοβισμένο πορτοκαλί παπαγάλο.

                        «Είναι πανέμορφος» είπε εκείνη!

                        «Αυτόν θα πάρουμε» συνέχισε με υπεροπτική φωνή, σφίγγοντας το χέρι του παιδιού της, σα να το επιβράβευε, για τη σταθερότητα της επιλογής του.

 Και πριν το καταλάβει, βρέθηκε πανέμορφος  αλλά τόσο λυπημένος και δυστυχής, μέσα σε ένα νέο κίτρινο κλουβί, πολύ μεγαλύτερο από αυτό που είχε τόσα χρόνια και αυτή τη φορά, ήταν όλο δικό του, δεν θα χρειαζόταν να το μοιραστεί, με κανέναν άλλο παπαγάλο.

            Υπό άλλες συνθήκες, ο Λάκης, θα έπρεπε να είναι ο πιο ευτυχισμένος παπαγάλος αυτή τη στιγμή. Πάντα ονειρευόταν ένα σπίτι, μια οικογένεια. Το όνειρό του ήταν, να πουληθεί σε μια ευκατάστατη οικογένεια, με ωραίο σπίτι και ατμόσφαιρα, να έχει ένα πιο μεγάλο και όμορφο κλουβί από αυτό που είχε, να έχει αστείρευτο φαγητό, νερό και μια κούνια για να παίζει. Τώρα, όλα αυτά τα είχε.

            Το σπίτι που μεταφέρθηκε ήταν μια αρχοντική έπαυλη, είχε ένα τεράστιο κήπο, με απίστευτη θέα. Μπορούσε να καμαρώνει και να αντικρίζει την φύση. Τη φύση... που τόσο αγαπούσε η Σόνια. Αχ, η Σόνια….

            Τώρα, μπορούσε να βλέπει και να νιώθει πιο κοντά στην καρδιά και στην ανάσα του, όλα όσα του περιέγραφε. Μπορούσε να αναπνέει έναν αλλιώτικο αέρα από αυτόν στο pet shop. Έβλεπε νέο κόσμο, νέα ζώα, πολλά παιδιά να τον πλησιάζουν, να του μιλάνε, να τον χαϊδεύουν. Δεν είχε κανένα παράπονο. Ήταν πάντα καθαρός, πλυμένος, με καθαρή πάνα στο κλουβί του, δεν τον άφησαν πότε νηστικό ή χωρίς νερό. Είτε βρισκόταν μέσα στην έπαυλη, είτε έξω,  ήταν  πάντα σε καθαρό περιβάλλον, με όμορφη θέα, με καλή ενέργεια και αύρα. Όλα ήταν όμορφα, ήταν πιο όμορφα από ό,τι είχε τολμήσει ποτέ του, να ονειρευτεί.

            Ακόμα και ο μικρός Φοίβος, το αγόρι, που τόσο μίσησε εκείνη την ημέρα στο pet shop, ήταν καλός μαζί του. Τον φρόντιζε, τον αγαπούσε, καμία σχέση δεν είχε με εκείνο το παιδί που είχε πρωτοσυναντήσει και πολλές φορές, ευχόταν να είναι, για να είχε έναν λόγο να τον μισεί και να τον κατηγορεί που τον πήρε από την Σόνια.

            Έπιανε τον εαυτό του τα βράδια, όταν σκεφτόταν τη Σόνια, να νιώθει πως  πονάει η καρδιά του, επειδή θεωρούσε πως κατά κάποιο τρόπο, την είχε προδώσει. Εκείνος, είχε πλέον όλα όσα είχε ζητήσει, όσα είχε ονειρευτεί, εκείνη όμως; Βέβαια, βαθιά μέσα του γνώριζε, πως τίποτα από όλα αυτά δεν ήταν ικανό να τον ευχαριστήσει, μέσα του ήξερε, πως η καρδιά του ήταν μισή και γεμάτη με μελαγχολία, επειδή του έλειπε εκείνη, η πορτοκαλί παπαγαλίνα, η παπαγαλίνα του.

            Έφυγε χωρίς να προλάβει να της πει ότι την αγαπάει, χωρίς να προλάβει να της δώσει ένα φιλί, μια αγκαλιά αποχαιρετισμού, να της πει να κάνει υπομονή, να μη φοβάται, να της πει να κάνει όνειρα γιατί μόνο με τα όνειρα θα μπορέσει να βγει από εκεί, γιατί ο Λάκης, έκανε όνειρα και τα όνειρά του έγιναν πραγματικότητα, όταν σταμάτησε πλέον να κάνει όνειρα γιατί όλα όσα ήθελε, όλα όσα του αρκούσαν, όλα όσα είχε ζητήσει – ακόμα και χωρίς να το γνωρίζει – βρισκόντουσαν εκεί, μαζί του, στο κλουβί.

            Ένα δάκρυ κύλησε στα μάτια του και αισθάνθηκε ευάλωτος. Γεμάτος ντροπή, προσπάθησε να κρύψει τα συναισθήματα του και να διώξει τις σκέψεις τους. Όμως δεν μπορούσε. Σκεφτόταν τα μάτια της, εκείνη την δύσκολη ώρα, όταν τα χέρια του κυρίου Θανάση εισέβαλλαν στο σπίτι τους και τον πήραν από κοντά της, για να τον δώσουν στην οικογένεια, του μικρού Αφεντάκη.

            Γνώριζε πως ο κύριος Θανάσης, δεν χαιρόταν για αυτό που συνέβη, παρόλο που ήξερε πως η τιμή πώλησής του ήταν αρκετά υψηλή, όμως όσο και να τον αγαπούσε κάποτε, θύμωσε που δεν ενέδωσε στα παρακάλια του. Ο κυρ Θανάσης ήταν ο μόνος που ήξερε, που μπορούσε να καταλάβει, ήταν ο μόνος από τους ανθρώπους που μπορούσε να του μιλήσει, να καταλάβει την γλώσσα και τα αισθήματά του, κι όμως, τον έδωσε, με βαριά καρδιά τον έδωσε και άφησε την Σόνια, μόνη και λυπημένη. Τα μάτια της… τα μάτια της έσταζαν δάκρυα για την αγάπη..

«Τι να κάνει άραγε, τώρα, η παπαγαλίνα μου;» Σκέφτηκε

 

Kαθώς ο ήλιος χτυπούσε επάνω στα όμορφα φτερά της, ένιωθε πως η ζεστασιά αυτή, μπορούσε να αγγίζει την καρδιά της. Ήξερε, πως ο χρυσός μανδύας που τόσο ευλαβικά την αγκάλιαζε, της έδινε μια ανεπανάληπτη ομορφιά και μετά από πολύ καιρό, αισθάνθηκε όμορφη, δυνατή και γεμάτη ελπίδα για τον εαυτό της.

Της έλειπε ο Λάκης, της έλειπε πολύ. Τον σκεφτόταν, αναπολούσε τις στιγμές τους, έπρεπε όμως, έπρεπε να συνεχίσει. Ήταν δυνατή και θα παρέμενε. Δεν είχε άλλωστε άλλη επιλογή. Δεν μπορούσε να ζει μόνο με τις αναμνήσεις. Θα έδινε και τη ζωή της για να μπορούσε να αλλάξει εκείνη την ημέρα, την ημέρα του αποχωρισμού αλλά αυτό ήξερε,  πως δεν γινόταν, τίποτα δεν θα άλλαζε, έπρεπε να κοιτάξει μπροστά, να σταθεί δυνατή και να σκεφτεί το καλό της, το οποίο ήταν, να βρει έναν τρόπο να φύγει από εκείνη τη φυλακή. Μπορεί να είχε συνηθίσει αυτόν τον τρόπο ζωής, μπορεί να συμπαθούσε τα άλλα ζωάκια, ακόμη και τον κύριο Θανάση τον συμπαθούσε, όμως μέσα της ήξερε, πως γεννήθηκε για να είναι ελεύθερη και αυτό έπρεπε να κάνει. Έπρεπε να βρει τρόπο να διαφύγει, να ελευθερωθεί. Μόνο έτσι θα ήταν ευχαριστημένη και μόνο με αυτόν τον τρόπο θα είχε μια ευκαιρία, μια ευκαιρία ώστε να βρει τον Λάκη και να τον ελευθερώσει. Μόνο έτσι θα έκαναν τα ταξίδια που τόσες πολλές φορές είχαν ονειρευτεί. Μόνο έτσι, είχε πλέον νόημα η ζωή.

Εκείνη την ημέρα όλα ήταν διαφορετικά. Η διάθεσή της, η πίστη στον εαυτό της, η δύναμη της θέλησης, όλα ήταν διαφορετικά. Ακόμη και ο ήλιος που την άγγιζε, ήταν διαφορετικός. Το κατάλαβε, το ένιωσε, τώρα ήταν η στιγμή της. Πρόσταξε στήθος και ράμφος. Ανασήκωσε τα πορτοκαλί φτερά της και ήταν πιο όμορφη και καμαρωτή από ποτέ. Προέβαλε και την ουρά – πεταχτή – προς τα έξω και έμοιαζε με βασίλισσα. Κανείς δεν θα της αντιστεκόταν. Το ήξερε, το ένιωθε, το έβλεπε. Και δεν διαψεύστηκε. Πολύ γρήγορα, μπήκε στο pet shop ένας νεαρός φοιτητής.
          «Συμπαθητικός» σκέφτηκε, καθώς τον είδε να «παζαρεύει» με τον κύριο Θανάση. Υπέθεσε την τιμή της.

«Στη δίνω σε πολύ καλή τιμή κι αυτό, επειδή σε συμπάθησα και επειδή με τον τρόπο και την εμφάνισή σου, με έκανες να θυμηθώ τα νιάτα μου».

«Σας ευχαριστώ» αποκρίθηκε ο σεμνός νέος.

 

 

«Να ’σαι λοιπόν» Της είπε καθώς τοποθετούσε το πράσινο κλουβί της, ψηλά, στην βεράντα του. Μικρή και στενή βεράντα, αλλά καθαρή και προσεγμένη. Ομοίως και το σπίτι του.

«Όμορφη, τόσο όμορφη. Ελπίζω να είσαι και καλή γιατί να ξέρεις έδωσα όλο το χαρτζιλίκι μου για εσένα, την τροφή, το κλουβί και το παιχνίδι σου. Με μαγνήτισες όμορφη παπαγαλίνα, δεν ξέρω πως τα κατάφερες αλλά με μαγνήτισες, με κέρδισες. Να αγοράσω βιβλία πήγαινα και ξαφνικά, βρέθηκα με εσένα και πίστεψέ με, δεν μου ήταν εύκολο αυτό.»

Τον είδε να φροντίζει ευλαβικά τις μικρές γλάστρες που είχε στριμωγμένες στην βεράντα του και έτσι κατσούφη και συνοφρυωμένο όπως τον έβλεπε, αισθάνθηκε συμπόνια για αυτόν το νέο.

«Εύχομαι να σου αρέσει εδώ. Θα κάνω τα πάντα για να σου αρέσει εδώ. Προσπάθησα να σου χαρίσω ένα ευρύχωρο σπίτι, ελπίζω να είσαι ικανοποιημένη με το κλουβί και τη θέα σου και ελπίζω να μου φέρεις τύχη. Και πάνω από όλα ελπίζω μέχρι τέλος του μήνα να μη χρειαστεί να φάω από το φαγητό σου» Ο νέος χαμογέλασε και η Σόνια αισθάνθηκε θλίψη. Με τρόμο αντιλήφτηκε πως τον συμπαθούσε πολύ περισσότερο από όσο θα επέτρεπε πότε στον εαυτό της να συμπαθήσει κάποιον και κατάλαβε αμέσως, το πόσο απαραίτητη θα του γινόταν, μιας και κατάλαβε την μοναξιά και την θλίψη που κυριαρχούσε στη ζωή του. Της ήταν αδύνατο να τον αφήσει και δεν είχε περάσει καν μια μέρα ολόκληρη μαζί του. Δεν έπρεπε να νιώθει έτσι, δεν έπρεπε….

«Θα πρέπει να σου δώσω και ένα όνομα» για πρώτη φορά της χαμογέλασε και είδε τα λεύκα και στραβά του δόντια. Να πάρει, της ήταν τόσο μα τόσο συμπαθητικός και τα δόντια του, της φάνηκαν τόσο χαριτωμένα.

«Πώς να σε πούμε; Πώς να σε πούμε;»

«Σόνια. Με λένε Σόνια» του απάντησε αυθόρμητα και με έκπληξη είδε πως την είχε ακούσει. 

Μπορούσε να μιλήσει την ανθρώπινη διάλεκτο,  μπορούσε δηλαδή με τον καιρό να διδαχτεί λέξεις και να πει μερικές από αυτές αλλά δεν περίμενε πως το όνομα της, στη δική της γλώσσα, θα μπορούσε να το καταλάβει ο νέος.  Με έκπληξη παρατήρησε τις εκφράσεις στο πρόσωπο του νέου.

«Αυτό έμοιαζε με Σόνια, ακούστηκε σαν να είπες Σόνια. Περίεργο αλλα η κραυγή που έβγαλες. Όχι… Δηλαδή δεν μπορεί να μου απάντησες, δεν.. Όχι» Γέλασε και φάνηκαν πάλι τα στραβά του δόντια. Ήταν τόσο ευγενική παρουσία, δεν έπρεπε να γίνει έτσι.

Η παπαγαλία κούνησε έντονα τα φτερά της και πετάρισε την πιτσιλωτή ούρα της.

Τα μάτια και τα χείλη του νέου, άνοιξαν με δέος.

«Σόνια, σε λένε Σόνια, λοιπόν. Είσαι η Σόνια. Εγώ είμαι ο Ρένος.»

Η Σόνια βρέθηκε στην κούνια του κλουβιού και κελάηδησε με χάρη. Της ήταν τόσο ευγενική και τρυφερή η παρουσία του, δεν έπρεπε να γίνει έτσι. Δεν έπρεπε αλλά μιας και έγινε, θα μπορούσε να μείνει λίγο καιρό με τον Ρένο. Ήταν νωρίς για να τον αφήσει, δεν άντεχε να τον πληγώσει, να τον αφήσει μόνο και προδομένο. Ήταν σίγουρη πως ο Ρένος δε χαμογελούσε συχνά, αλλά μαζί της το έκανε ήδη και ήθελε πάση θυσία, να βλέπει αυτά τα στραβά δόντια να «χαμογελούν» περισσότερο. Δεν θα συγχωρούσε στον εαυτό της αν έφευγε τώρα, έπρεπε να μείνει. Να μείνει για όσο καιρό χρειαστεί.. 

Και τα χρόνια πέρασαν….

Σαν καθαρό νεράκι, κύλησαν.

Ευτυχώς… και για τους δυο…

 

Η Σόνια χαμογέλασε καθώς κοιτούσε τον Ρένο, με ένα ακαθόριστο ύφος, να αντικρίζει τις πρώτες λευκές τρίχες στα γένια του. Έδειχνε φοβισμένος και προβληματισμένος. Χαμογέλασε ακόμη περισσότερο, όταν είδε δίπλα του, την Μιχαήλ, την καλοσυνάτη αρραβωνιαστικιά του, να χαϊδεύει απαλά την κοιλιά της.

Αμέσως γέμισε με ζεστασιά η ψυχή της. Ο Ρένος, το μελαγχολικό αγόρι που πριν χρόνια την αγόρασε, με κίνδυνο να χρειαστεί να φάει από το φαγητό της, για να περάσει τον μήνα του, θα γινόταν σε λίγους μήνες, μπαμπάς. Ένιωθε ευλογημένος. Το ίδιο ευλογημένη αισθάνθηκε κι αυτή, κυρίως, επειδή αυτός ο νέος, δεν θα ήταν πια μόνος. Του έφερε τύχη, όπως είχε προβλέψει τότε, και όλα, κύλησαν ομαλά στη ζωή του. Η γνωριμία με τη Μιχαέλα ήταν το πιο όμορφο δώρο και δεν θα είχε συμβεί εάν δεν αγαπούσε τόσο τα ζώα και συγκεκριμένα τους παπαγάλους. Καλή φίλη, μιας νεοφερμένης γειτόνισσας, βγαίνοντας στη διπλανή βεράντα, πρώτα αγάπησε τη Σόνια και στη συνέχεια τον Ρένο. Νομίζω πως στη δική τους περίπτωση, η αγάπη, ήταν μονόδρομος. Και τώρα, που θα ερχόταν ακόμη ένα νέο μέλος στην οικογένεια, μόνο χαρά και ελπίδα, θα μπορούσε να θεωρηθεί ένα τέτοιο γεγονός.

Η Σόνια, έχοντας αναπτύξει μια ιδιαίτερη σχέση, πρώτα με τον Ρένο και έπειτα με τη Μιχαέλα, άφησε στην άκρη τα δικά της θέλω και έμεινε κοντά τους, χωρίς όμως να ξεχάσει τον Λάκη και την ελευθερία, που διακαώς επιθυμούσε, όμως είχε αποφασίσει να βάλει στην άκρη τα δικά της όνειρα μέχρι να αισθανθεί πως  θα έρθει ο καιρός,  που θα μπορούσε να αποχωριστεί τον Ρένο της. Και τώρα, το είχε αισθανθεί, αυτή η μέρα είχε φτάσει. Κι όσο κι αν ήθελε να γνωρίσει το νέο μέλος, όσο κι αν ήθελε να είναι εκεί, δίπλα στην Μιχαέλα όταν γεννήσει και φέρει το μωρό στο σπίτι, βαθιά μέσα της, κάτι της έλεγε, πως έπρεπε να φύγει. Συναντούσε τακτικά τον τελευταίο καιρό τον Λάκη, στα όνειρά της, και δεν τον έβλεπε καλά, χαρούμενο όπως πρώτα, πολλές φορές μάλιστα, πεταγόταν τρομαγμένη και ευχόταν να είναι καλά και τίποτα από όσα βλέπει, να αντικατοπτρίζουν την αλήθεια.

Είχε έρθει ο καιρός, έπρεπε να φύγει, να πάει να τον βρει….

 

Ο Λάκης, είχε γίνει ένας τροφαντός, επιβλητικός, πανέμορφος παπαγάλος. Έμοιαζε δυνατός όσο άλλοτε. Ενιωθε ευτυχισμένος… Έλεγε στον εαυτό του, πως ήταν ευτυχισμένος… Είχε, για όλα αυτά τα χρόνια, είχε όσα ονειρευόταν και παρακαλούσε να του συμβούν, όταν βρισκόταν ακόμα στο κλουβί του pet shop, πριν γνωρίσει τη Σόνια, αλλά πάντα ένιωθε, πως κάτι του έλειπε και ήξερε ακριβώς τι ήταν αυτό. Ήταν η Σόνια. Έκανε σκέψεις για το που μπορεί να βρίσκεται, πως θα είναι τώρα, αν περνάει καλά, αν τον σκέφτεται, αν ακούει την καρδιά του, που τόσο τακτικά της μιλά και πάντα μα πάντα, την ένιωθε κοντά του και τη φανταζόταν χαρούμενη, ανέμελη, πανέμορφη, ελεύθερη, να αλωνίζει στον ουρανό και να σεργιανίζει όλους τους τόπους που ήθελε να εξερευνήσει. Τη καμάρωνε για το θάρρος της, αυτό το θάρρος, που ο ίδιος νόμιζε πως δεν είχε, αν και μέσα του, κάτι βαθιά, καθημερινά τον διέψευδε.

Είχε περάσει ένας μήνας, από την ημέρα που ο τελειόφοιτος στο μεταπτυχιακό του Φοίβος, έφερε στο σπίτι τη Λούνα, έναν όμορφο σκύλο Αγίου Βερνάρδου, την όποια δυστυχώς, πότε του δεν συμπάθησε, ομοίως κι εκείνη. Δεν κατάφεραν να βρουν ισορροπίες και έτσι αποφάσισαν, να μη λένε πολλά.

Κάθε μέρα που περνούσε, βλέποντας τη σχέση του Φοίβου με την Λούνα, έπιανε τον εαυτό του να ζηλεύει, να αποζητάει κι αυτός, περισσότερη αγάπη και προσοχή. Τα άλλα παιδιά του σπιτιού είχαν μεγαλώσει, είχαν φύγει για τις σπουδές τους και δεν τα έβλεπε τακτικά. Δεν είχε παράπονο, όλη η οικογένεια τον αγαπούσε και μάλιστα πολύ και τον φρόντιζαν πάντα, με το καλύτερο δυνατό τρόπο, όμως όσο περνούσαν τα χρόνια και τα παιδιά που λάτρευε μεγάλωναν, μαζί τους μεγάλωνε κι αυτός, κι όσο μεγάλωνε, ένιωθε περισσότερο παιδί, επιζητώντας περισσότερο την προσοχή και την αγάπη τους και τον τελευταίο χρόνο, άρχισε να νιώθει μόνος και τωρα που εμφανίστηκε η Λούνα, άρχισε να ζηλεύει και να νιώθει ευάλωτος και καθημερινά στενοχωρημένος. Όταν έβλεπε τον Φοίβο να αγκαλιάζει τη Λούνα, θυμόταν τις στιγμές που  έβγαινε από το κλουβί και ανέβαινε στον ώμο του, του είχαν λείψει τόσο πολύ αυτές οι στιγμές, δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί είχε δεθεί τόσο πολύ με τη Λούνα και όχι πλέον, μαζί του.

Και ξαφνικά μια μέρα, ξύπνησε, και δεν είχε καθόλου δύναμη να τραγουδήσει, να μιλήσει, να φωνάξει ζητώντας φαγητό, να ανασηκώσει τις φτερούγες του. Ένιωθε γέρος κι ας μην Ήταν. Μα τι του είχε συμβεί; Αισθάνθηκε όμορφα όταν είδε τον Φοίβο να τρέχει πανικόβλητος και να καλεί, γιατρό. Μέσα σε λίγα λεπτά, βρέθηκε με τον Φοίβο μέσα στο αυτοκίνητο, για να πάνε στο κτηνιατρείο. Πόσο του είχε λείψει ο χρόνος μαζί του, μια βόλτα, μια συζήτηση, μια αγκαλιά…

Ανεξήγητα τα συναισθήματά του, ένιωθε μόνος, παραμελημένος, φοβισμένος μα και τόσο υπέροχα, που είχε και πάλι τον Φοίβο, κοντά του..

«Δεν περίμενα ποτέ πως οι παπαγάλοι μπορεί να πάσχουν από κατάθλιψη», συλλογιζόταν ο Φοίβος κατά την επιστροφή τους στο σπίτι.

Ρίχνοντας κλεφτές ματιές στον Λάκη, προσπαθούσε να καταλάβει τι είχε κάνει λάθος, γιατί κάτι είχε κάνει λάθος. Ήταν κάτι παραπάνω από βέβαιο, πως πάντα είχε την καλύτερη φροντίδα από όλους, τον αγαπούσαν και τον πρόσεχαν όλοι στην οικογένεια. Τον είχαν πάντα καθαρό, τον έβγαζαν στον ήλιο, τον έκαναν μπάνιο, τον τάιζαν με τις καλύτερες τροφές. Όλα τα έκαναν, με το καλύτερο δυνατό τρόπο, πώς ήταν δυνατόν λοιπόν να είχε προκληθεί αυτή του η ανεξήγητη συμπεριφορά;

Άκουσε με προσοχή την εκδοχή του γιατρού σχετικά με τη ζήλια του παπαγάλου για το νέο κατοικίδιο του Φοίβου και πραγματικά, δεν ήξερε αν έπρεπε να γελάσει ή να «κλάψει». Δεν περίμενε ποτέ πως οι παπαγάλοι ζηλεύουν και μπορεί ακόμη και να πάθουν κατάθλιψη. Βέβαια, πάντα πίστευε πως οι άνθρωποι δεν διαφέρουν από τα ζώα αλλά δεν του είχε περάσει ούτε σαν σκέψη δευτερολέπτου από το μυαλό πως ο παπαγάλος του, ζήλευε τη Λούνα και ένιωθε μόνος και παραμελημένος. Αυτό από σήμερα, θα άλλαζε.

Αγκαλιά με τις βιταμίνες του Λάκη, εισήλθε στον όμορφο κήπο του αρχοντικού, ο Φοίβος. Η Λούνα έτρεξε με χαρά επάνω του αλλά εκείνος, τρυφερά τη προσπέρασε. Ο Λάκης, για λίγα δευτερόλεπτα, ένιωσε ικανοποιημένος.

Και από εκείνη την ημέρα, όλα άλλαξαν. Ο Λάκης, έγινε και πάλι, ο βασιλιάς του σπιτιού.

Παρότι οι μέρες κυλούσαν με τον τρόπο που ο ίδιος επιθυμούσε, μέσα του, καθημερινά, φούντωνε ολοένα και ένα πιο δυνατό συναίσθημα ανάγκης, να συναντήσει τη Σόνια.

Τη σκεφτόταν τακτικά, τη συναντούσε στα όνειρά του. Πολλές φορές, ορκιζόταν, πως ένιωθε την παρουσία της κοντά του και αυτό, του αρκούσε. Για μεγάλο χρονικό διάστημα, του αρκούσε. Τώρα όμως, δεν του αρκούσε. Η καρδιά του τη γύρευε, όσο ποτέ άλλοτε. Και ούτε ήξερε το γιατί. Δεν μπορούσε να νοήσει βαθιά αυτή την  ακατέργαστη επιθυμία. Ένιωθε πως η καρδιά του ήταν ένα ηφαίστειο, που μια μέρα, εντελώς ξαφνικά, ήθελε να εκραγεί και να τον οδηγήσει στο πλάι της.

Και ένιωθε τύψεις.. Πράγματι, ένιωθε τύψεις.

Αισθανόταν ενοχές που ο Φοίβος είχε παραμελήσει τη Λούνα για χάρη του και τώρα εκείνος, σκεφτόταν έντονα, να τον αφήσει. Δεν ήθελε να τον αφήσει ακριβώς, ίσως για λίγο, για λίγες μέρες μόνο και μετά να επέστρεφε, αν και γνώριζε μέσα του, πως αυτό ήταν αυταπάτη. Αν έφευγε, δεν θα γύριζε πίσω. Θα έτρωγε τον κόσμο για να βρει τη Σόνια και μετά, μαζί θα περνούσαν όσο χρόνο τους απέμεινε και θα έκαναν πράξη όλα τα όνειρα που έκαναν συντροφιά στο κλουβί.

Το είχε άλλωστε αυτό το δικαίωμα. Έκανε υπομονή, αγάπησε και αγαπήθηκε από τους ανθρώπους, όμως είχε το δικαιώματα να ζήσει και αυτός τη ζωή του όπως επιθυμούσε και αυτό που τόσο αποζητούσε πια, ήταν μια πορτοκαλί παπαγαλίνα στην αγκαλιά του.

Το μόνο που χρειαζόταν, ήταν να δείξει στον Φοίβο, τι πράγματι επιθυμεί.

Και το έκανε! Για μέρες, του μιλούσε στη γλώσσα του, μα ο Φοίβος δεν καταλάβαινε. Δυστυχώς μόνο ο κυρ Θανάσης, ο ιδιοκτήτης του pet shop τον νοούσε, ούτε ήξερε πως αλλά ήταν ο μόνος που μπορούσε να μιλήσει μαζί του. Ευτυχώς με τον Φοίβο, μπορούσε να επικοινωνήσει και αυτό για την ώρα, ήταν αρκετό. Του έδειχνε με τη συμπεριφορά του πως κάτι θέλει, πως κάτι επιζητά. Το βλέμμα του, οι κινήσεις του, όλα πάνω του, μαρτυρούσαν πως του μιλά. Και ο Φοίβος, μετά από μέρες κατανόησε. Και πώς να μην κατανοήσει δηλαδή αφού κάθε στιγμή που βρισκόταν κοντά του, άκουγε λέξεις του τύπου «Ελευθερία», «Ουρανός», «Πετάω», «Σόνια», «Αναζητώ», «Αγαπώ».

Δακρυσμένος εκείνος την ημέρα, του άνοιξε το κλουβί και του ευχήθηκε «καλή τύχη».

Ο Λάκης, βγήκε από το κλουβί μουδιασμένος μα αναπνέοντας βαθιά,  άνοιξε διάπλατα τα όμορφα φτερά του και εισέπνευσε με θάρρος, την ελευθερία του! Πέταξε πάνω από τον Φοίβο δυο τρεις φορές σαν δείγμα ευγνωμοσύνης και αγάπης και ύστερα χάθηκε, πίσω από κάτι μεγάλα, λεύκα σύννεφα..

 

 

Ο Ρένος καθόταν απέναντι από τη Σόνια και απολάμβανε τον απογευματινό καφέ του. Η θεά από τη βεράντα του, δεν ήταν ιδιαιτέρως όμορφη αλλά ούτε και άσχημη. Σίγουρα όμως, ονειρευόταν για το μωρό τους, ένα μεγαλύτερο και καλύτερο σπίτι, με πανέμορφη θέα σε βουνό και θάλασσα. Θα πάσχιζε, για να το αποκτήσει.

Παρατηρούσε με πολλή προσοχή τη Σόνια και πίνοντας μια γουλιά από τον παγωμένο καφέ του, τη πλησίασε.

Άνοιξε το κλουβί, την κράτησε στη παλάμη του και έπειτα, την ακούμπησε τρυφερά στον ώμο του. Δεν ήταν η πρώτη φορά που το έκανε αυτό. Είχαν αναπτύξει μια άκρως ενδιαφέρουσα και ιδιαίτερη σχέση και αγαπούσαν μοναδικά ο ένας τον άλλο. Η Σόνια, έφερε το ράμφος της κοντά του και τον φίλησε στο μάγουλο. Εκείνος, έκλεισε τα μάτια με ευχαρίστηση.

Πότε πέρασαν τα χρόνια… Σαν φωτογραφικό άλμπουμ πέρασαν μπροστά του οι ανεκτίμητες στιγμές που πέρασε συντροφιά με τη Σόνια. Θυμάται να ακούν μαζί δίσκους ροκ εν ρολ που τόσο αγαπούσε και να χορεύει με τη Σόνια στον  ώμο του. Θυμάται να της μιλάει για τα όνειρά του, τους φόβους του, τα θέλω του. Για τους έρωτές του, τα όσα επιθυμεί να κάνει, να γίνει, της μιλούσε για όλα. Θυμάται τον  εαυτό του στη βεράντα, την μικρή αυτή μα πάντα ταχτοποιημένη βεράντα, να κάθεται στο μικρό λευκό τραπεζάκι, να διαβάζει τα βιβλία του -πάντα με τη Σόνια συντροφιά -και αισθάνθηκε ευτυχισμένος που την είχε στη ζωή του. Πριν από αυτή, ήταν μόνος, με αυτή, έγινε ευτυχισμένος. Του έφερε γούρι, του έφερε πίστη, του έφερε αγάπη. Κι όλα αυτά, ένας παπαγάλος. Ένας τόσο δα μικρός, πορτοκαλί παπαγάλος.

«Ώστε θέλεις να φύγεις, κυρία μου». Ψέλλισε καθώς εκείνη κούρνιαζε στο λαιμό του.

«Και θα φύγεις χωρίς να γνωρίσεις το μωρό μας; Έτσι, τόσο απλά;»

Η Σόνια, παρέμεινε κουρνιασμένη στο λαιμό του.

«Καλά καλά, υποσχέσου μου πως θα επιστρέψεις κάποια στιγμή, έστω για μία ώρα, έστω για μία μέρα, έστω για ένα λεπτό.»

Ο Ρένος αναστέναξε και η Σόνια, συνέχισε να είναι κουρνιασμένη και κολλημένη, επάνω του.

Ο ήλιος από πάνω, ορκιζόταν πως από τα μάτια της Σόνιας, κυλούσαν δάκρυα. Δάκρυα ευτυχίας και δυστυχίας…

«Ίσα να περνάς για λίγο. Να μας βλέπεις, να σε βλέπουμε, να ξέρουμε πως είσαι καλά, να ξέρεις πως είμαστε και εμείς καλά και μετά, μπορείς να φεύγεις...».

«Εντάξει, εντάξει.. και εγώ σ’ αγαπάω και καταλαβαίνω.. Φυσικά καταλαβαίνω… Όμως, δεν θα φύγεις έτσι, θα μου χαρίσεις έναν ακόμα ωραίο χορό... Τζαζ αυτή τη φορά, θα ακούσουμε και θα χορέψουμε σε ρυθμούς της τζαζ, μικρή μου, επαναστάτρια».

Κάποιοι γείτονες από το απέναντι κτήριο, σκέφτηκαν να τραβήξουν βίντεο από το κινητό, την εικόνα που τους μαγνήτισε.

Ένας νεαρός άντρας, φορώντας λευκή φόρμα και μαύρο φανελάκι, χόρευε στη βεράντα του, συντροφιά με έναν πορτοκαλί παπαγάλο στον ώμο του. Ωστόσο, κάτι ενστικτωδώς τους συγκράτησε και δεν τους επέτρεψε να φυλακίσουν αυτή τη στιγμή, στα άχαρα κινητά τους. Μέσα σε λίγα λεπτά, είδαν μία πορτοκαλί φιγούρα, να χάνεται στον ουρανό…

 

 

Πετούσε με 300/χλμ την ώρα και όλα ήταν πανέμορφα από ψηλά! Πετούσε Ανατολικά της περιοχής του και ο αέρας στα πνευμόνια του, τον όπλιζε με θάρρος και πυγμή.

Πετούσε με 300/χλμ την ώρα και όλα ήταν μοναδικά από ψηλά! Πετούσε Δυτικά της περιοχής της και ο αέρας στα πνευμόνια της, την έκαναν να μοιάζει αήττητη.

Κάτω στη Γη, σε εκείνα τα ιερά χώματα, υπήρχε πολύς κόσμος που παρατηρούσε αυτή την απερίγραπτη ομορφιά του τοπίου και της Ιστορίας. Μια φωνή ενός μικρού ξανθού αγοριού που τον συντρόφευαν οι ηλιοκαμένοι γονείς και τα αδέλφια του, έκαναν  το πλήθος να στραφεί προς τον ουρανό.

Δυο πανέμορφοι παπαγάλοι πάνω από την Ακρόπολη, αγκαλιάζονταν με πάθος...

 

 

___________________ ΤΕΛΟΣ _______________

 

Ευχαριστώ για την ανάγνωση, το μοίρασμα και το ταξίδι!

Σχόλια

  1. Πολύ ωραία έκανες Κική μου και το έχεις σε ενιαία παρουσίαση. Έτσι τώρα είναι διαθέσιμο στο σύνολό του. Το αγαπήσαμε και μας συγκίνησε πολύ. Καλησπέρα καλή μου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ενα παρα πολύ όμορφο παραμυθι Κική μου με συγκίνησε, πουθ μας παραπέμπει και σε ανθρώπινα συναισθήματα...πολύ έξυπνη η ιδέα σου και πολύ όμορφο το τέλος της .
    Ετσι πρέπει να τελειώνουν τα παραμύθια να έχουν όμορφο τέλος να ζούν εκεινοι καλά και οι παπαγάλοι καλύτερα...
    Την καλησπέρα μου και την αγάπη μου φιλιαααα!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

ΕΚΦΡΑΣΟΥ ΚΑΙ ΕΣΥ

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΓΙΑ ΤΗΝ ΞΑΔΕΡΦΑΡΑ ΜΟΥ ΜΕ ΑΓΑΠΗ!

Εκφραστικοί μου φίλοι, καλημέρα! Τί μου κάνετε, είστε όλοι καλά; Εγω μια χαρά. Καταιγισμός γενεθλίων το τελευταίο διάστημα βρε παιδιά! Πολύ με χαροποιεί αυτό! Ευχές, ευχές, ευχές! Μ' αρέσουν οι ευχές! Σήμερα λοιπόν θέλω και εγώ να δώσω τις ευχές μου σε ένα αγαπημένο μου πρόσωπο, με ένα ιδιαίτερο θα έλεγα τρόπο! (Είμαι σίγουρη πως όταν η ξαδέρφη μου δει αυτή την ανάρτηση θα γουρλώσει το μάτι πίσω από τα γυαλιά, θα βγάλει τη γλώσσα έξω απο αμηχανία, θα βγάλει μια κραυγή απόγνωσης και θα κρυφτεί όπου βρει πρόχειρα εκεί τριγύρω χαχαχαχα) (Ιωάννα σα να είμαι εκεί και να σε βλέπω νοιώθω - πολύ το διασκεδάζω! :P) Σκορπίνα λοιπόν η ξαδερφάρα μου! Δυναμική προσωπικότητα, όσο κι αν δε το δείχνει με τη πρώτη ματιά!  Σήμερα λοιπόν, το κορίτσι μου έχει γενέθλια και εγώ δε θα μπορούσα να μη κάνω ανάρτηση μοναχά για πάρτη της! Τόσα έχει κάνει εκείνη για μένα, ας κάνω και εγώ κάτι μικρό αυτή τη φορά! ;) Χρόνια πολλά λοιπόν σε σένα που όταν ήμουνα μικρή με έβαζες να

ΠΕΡΙ ΛΑΦΥΡΩΝ ΛΟΓΟΣ.

Ναι ναι γι' αυτά τα Λάφυρα θέλω να σας πω φίλοι, είμαι πολύ χαρούμενη και θέλω να το μοιραστώ με όλον τον κόσμο. Λοιπόν για αρχή μη ξεχάσω να ευχαριστήσω ένα μπλοκ και μία σελίδα που τόσο θερμά με φιλοξένησαν. Ο ταχυδρόμος της Εύβοιας: http://eviapost.blogspot.com/2015/11/blog-post_11.html Οι συγγραφείς και τα βιβλία που αγαπάμε: https://www.facebook.com/media/set/?set=a.930627550318292.1073742055.818443451536703&type=3 Λοιπόν αν και το ανέφερα και στο φατσοβιβλίο αλλά ξέρω πως κάποιοι αγαπημένοι μου απο εσάς δεν έχετε λογαριασμό εκεί ή δεν πολυασχολείστε, το μοιράζομαι και εδώ μαζί σας: Εγώ μπορεί να έκανα πριν λίγες ώρες μία ωραία, θέλω να ελπίζω, ανάρτηση στο μπλοκ μου για να υποδεχθώ το νέο μήνα (αναφερόμενη στην προηγούμενη ανάρτηση της ακροστοιχίδας), αυτός όμως φρόντισε να με υποδεχθεί με άκρως ευχάριστα νέα. Μόλις έμαθα πως στο βιβλιοπωλείο Παπαποστόλου που είναι διαθέσιμο το βιβλίο μου έμεινε μόνο ένα αντίτυπο. Πότε ήταν που είχα κάνει σχετική

ΚΑΛΗ ΤΣΙΚΝΟΠΕΜΠΤΗ ΣΕ ΟΛΟΥΣ.

Εκφραστικοί φίλοι, καλημέρα. Θέλω να ευχηθώ σε όλους Καλή Τσικνοπέμπτη! Να περάσετε όμορφα, παρέα με ανθρώπους που σας δίνουν χαρά. Τη Δευτέρα ήμουν για καφέ με μία καλή φίλη και συζητούσαμε για τις γιορτινές μέρες που ακολουθούν. Πάνω στη κουβέντα μιλήσαμε για το έθιμο της Τσικνοπέμπτης και διαπιστώσαμε πως δεν ξέρουμε το λόγο που υπάρχει και από που προήρθε και γιατί. Εψαξα στο διαδίκτυο αλλά δυστυχώς δεν κατάφερα να βρω κάτι σημαντικό. Το μόνο που βρήκα είναι κάτι που ήδη ήξερα. Εγώ όμως ήθελα να βρω την ιστορία της. Πώς δημιουργήθηκε, από ποιούς και τί μπορεί να σημαίνει. Δε μου αρκεί οτι καταναλώνουμε κρέας λόγω παράδοσης για τη νηστεία που επρόκειτε να ακολουθήσει.  Έψαξα αλλά δυστυχώς δεν βρήκα πολλά πράγματα, τό μόνο που βρήκα σχετικά με την ιστορία του εθίμου είναι αυτο:  "Το έθιμο χάνεται στα βάθη των αιώνων, χωρίς να γνωρίζουμε την προέλευσή του. Εικάζεται, όμως, ότι προέρχεται από τις βακχικές γιορτές των αρχαίων Ελλήνων και Ρωμαίων, πο