Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Η Λεγεώνα

 

Εκείνο το πρωινό, ο Μάρκος, ξύπνησε έχοντας έναν αβάσταχτο πόνο στο στήθος. Στη συνέχεια, ο πόνος αυτός, έγινε φορτίο.

Σηκώθηκε με δυσκολία από το ξύλινο, διπλό κρεβάτι και κατευθύνθηκε σχεδόν σερνάμενος, προς την κουζίνα του σπιτιού του.

Επάνω στο τραπέζι, τον περίμενε μία κούπα καφέ από χθες, το απόγευμα. Ήπιε μια γουλιά και έδειξε τη δυσαρέσκειά του.

Χάλια γεύση ο κρύος καφές, μόνο γεύση καφέ δεν είχε το αηδιαστικό ρόφημα που δοκίμαζε. Συνέχισε να πίνει, με ένα βλέμμα δυσδιάκριτης λύπης.

Κοίταξε το χώρο γύρω του και όλα ήταν βρώμικα. Κάποτε δεν άντεχε στη θέα ενός σκουπιδιού και τώρα, έμοιαζε να συγκατοικεί με ζώα, συγκεκριμένα κατσαρίδες και ποντίκια.

Κοίταζε το σπίτι του, σαν ένα οίκημα γνώριμο και οικείο μα συνάμα γερασμένο, μόνο, άδειο και παγερό, ακριβώς σαν τη «ματωμένη» ψυχή του.

     Ηλικιακά δεν ήταν τόσο μεγάλος όσο έδειχνε, ψυχολογικά όμως ήταν. Όσο και να μην ήθελε να το παραδεχθεί, όσο κι αν προσπαθούσε να πάρει ανάσα και ενέργεια από τον καφέ και τους ανθρώπους που κοσμούσαν τα κάδρα του σπιτιού και μαρτυρούσαν μια κάποτε πολυπληθή παρουσία, που τον αγαπούσαν και περιβάλλαν τη ζωή του, η αλήθεια είναι πως η ψυχή του ήταν πολύ μεγαλύτερη από την ηλικία του και οι αντοχές του, είχαν αρχίσει να τον εγκαταλείπουν από καιρό. Είχε γεράσει στην καρδιά, στο πνεύμα, στα όνειρα.

 

Κατευθύνθηκε μαγνητισμένα προς το στενό διάδρομο και κοίταξε τους γκρίζους τοίχους του σπιτιού,  με τρόπο που έδειχνε πως δεν μπορούσε να ελέγξει τον εαυτό και τις αντιδράσεις του.

Σήκωσε ευλαβικά το δεξί του χέρι, το τέντωσε σε ευθεία γραμμή και ο δείκτης του χεριού του, έκανε να αγγίξει τον τοίχο.

Σαν αστραπή, το μυαλό του κατευθύνθηκε σε flash back παλιών αναμνήσεων και είδε τον εαυτό του νέο, υγιή, δυνατό, όμορφο και γεμάτο ζωντάνια να κυνηγάει στο χρυσοφώτιστο πλέον χώρο, την Ισιδώρα, προσπαθώντας να την αγκαλιάσει και να αντικρίσει για ακόμη μια φορά τα όμορφα, πράσινα μάτια της.

Εκείνη, τον απέφυγε με διάθεση περιπαικτική και τα δυνατά της γέλια ήχησαν σαν εύθυμες νότες πιάνου στο σπίτι, που ο πιανίστας είχε επιλέξει να δώσει ρεσιτάλ, για λίγους μόνο θεατές.

Να! Σε εκείνη ακριβώς τη σημερινή, ψυχρή γωνία, την είχε αγκαλιάσει και είχαν δώσει το πρώτο τους φιλί.

Χαμογέλασε νοσταλγικά και ταρακούνησε το κεφάλι του, προσπαθώντας να επιστρέψει στο τώρα, στην ηλικία, στο παρόν του.

Κοκκίνισε ελαφρώς και σκέφτηκε, πως αυτές οι σκέψεις ήταν απαγορευμένες για έναν άνθρωπο της ηλικίας του.

 

Προσπαθώντας να τιμωρήσει τον εαυτό του (που του επιτρέπει να ονειρεύεται) προχώρησε προς το βάθος του δωματίου (πρώην σαλονιού μιας επιβλητικής, αρχοντικής κατοικίας) και βρέθηκε μπροστά σε μια μεγάλη, ξύλινη σκάλα που οδηγούσε στα παλιά δωμάτια, της αρχοντικής οικογένειας.

Η σκάλα ήταν ίδια. Σκονισμένη αλλά σε καλή κατάσταση. Σκαλιστή, μεγαλοπρεπής, όμορφη και κυρίως τόσο ψιλή που σε έκανε να φαίνεσαι μικρός και ανάξιος να την διαβείς.

Ακούμπησε κάπως άχαρα το αριστερό του χέρι στο σκαλιστό «μπράτσο» της σκάλας και έκανε ένα βήμα για σκαρφαλώσει επάνω της.

Με το ένα πόδι στο πρώτο σκαλί και με το άλλο ακουμπισμένο στο πάτωμα, άφησε την απογοήτευση να εισβάλει στο μυαλό και στη ψυχή του, προσδίδοντάς του έτσι, την όψη ενός πλήρους αποτυχημένου ανθρώπου.

«Όχι, είναι λάθος».

«Δε καταλαβαίνω τι συμβαίνει εδώ».

«Τι δουλειά έχω, εγώ, εδώ;»

«Το «παίζω» τυχοδιώκτης τώρα στα γεράματα;» Ψέλλισε, κατεβάζοντας και το άλλο πόδι στο πάτωμα. Ένιωσε βαριά τα πόδια του και εδραιωμένα στη γη.

«Είναι όλα τόσο περίεργα, τόσο ακαταλαβίστικα, τόσο ψεύτικα…».

    «Παράλογα, αυτό είναι! Είναι παράλογα όλα, αυτά!»

«Παράλογα!» Συνέχισε να φωνάζει,  πείθοντας τον εαυτό του να κάνει επιτόπου στροφή και να φύγει από αυτόν τον χώρο, που δεν ήξερε καν γιατί επισκέφτηκε και γιατί επέτρεψε στον εαυτό του να γίνει τολμηρός και περίεργος, όπως όταν ήταν έφηβος και άγουρο αγόρι.

 

    Το πόμολο της πόρτας γύρισε και οι σκουριασμένοι μεντεσέδες, βόγκηξαν ξανά.

    Βήματα επιβλητικά και έντονα, ήχησαν στο χώρο και η παρουσία πολλών ανθρώπων, ήταν  ολοφάνερη.

     Τι άνθρωποι να ήταν άραγε, αυτοί; Επιθυμητοί ή ανεπιθύμητοι; Καλοί άνθρωποι ή κάποιοι που δε θα ήθελε ποτέ να μάθει τι κάνουν και τι σκοπούς υπηρετούν;

     Πριν προλάβει να σκεφτεί το οτιδήποτε, τους είδε να περνάνε από μπροστά σου σαν μια στρατιά από ελεγχόμενα ρομποτάκια.

     Όλοι, περίπου, τριάντα χρονών. Καλοντυμένοι, καθαροί, με καλογυαλισμένα παπούτσια και περίπου ίδιο σωματότυπο και ύφος. Όμορφοι, μα και τρομαχτικοί.

     Έμοιαζαν πολύ μεταξύ τους, εμφανισιακά, μα διέφεραν στο ότι κάποιοι από αυτούς φορούσαν μαύρα γυαλιά ενώ κάποιοι άλλοι, όχι.

     Μόλις πέρασε και ο τελευταίος άντρας από μπροστά του, κατάφερε να διαπιστώσει πως κρατούσαν όλοι μαύρους χαρτοφύλακες, ίδιου μεγέθους. Ήταν ίδιοι με τους χαρτοφύλακες που έβλεπε στα όνειρά του.

    «Πόσοι να είναι, άραγε;» Αναρωτήθηκε ξεφυσώντας σα να πήρε ανάσα μετά από αρκετή ώρα.

     «Να ήταν... Πέντε; δέκα; είκοσι; δύο;»

    «Εμένα, γιατί μου φάνηκε, ολόκληρη λεγεώνα;».

   «Και γιατί δε με είδαν; Αφού πέρασαν από μπροστά μου, πώς είναι δυνατόν να μη με είδαν; Εντάξει, περπατούσαν σα ρομποτάκια αλλά και πάλι, δίπλα τους στεκόμουν, πώς είναι δυνατόν να μη με είδαν ή με είδαν και αδιαφόρησαν;»

    Και κάπου ανάμεσα στον καταιγισμό σκέψεων, ένιωσε τα βλέφαρα του να κλείνουν…

Όταν άνοιξε τα μάτια, διαπίστωσε πως βρισκόταν ξαπλωμένος σε ένα πεντακάθαρο κρεβάτι, με σκεπάσματα που μύριζαν λεβάντα.

Το θυμόταν αυτό το άρωμα, αυτή η μυρωδιά του ήταν τόσο οικεία.

Μύριζε Ισιδώρα το σπίτι, η πραγματικότητα, η καρδιά του.

Έχοντας αφεθεί πλήρως στις σκέψεις και στα οράματά του, αισθάνθηκε πως η καρδιά του έχει πλημμυρίσει γαλήνη.

Τίποτα δεν ήθελε, μόνο να μείνει εκεί.

Τίποτα άλλο δεν αποζητούσε, μόνο εκείνη.

 

     Η καρδιά του σκίρτησε, όταν άνοιξε η πόρτα και εμφανίστηκε, η οπτασία του. Δυο πράσινα μάτια συνοδευόμενα από καστανόξανθα, πυκνά, σγουρά μαλλιά έκαναν την εμφάνισή τους.

     Η λυγερόκορμη φιγούρα, με το σομόν φόρεμα, τον πλησίασε και του πρόσφερε τσάι.

      Εκείνος, μαγεμένος, αφέθηκε στη στιγμή χωρίς να αναζητά πλέον τι είναι πραγματικότητα και τι ψευδαίσθηση.

      Άκουσε νότες από το πιάνο που υπήρχε στο σαλόνι και δεν αναρωτήθηκε πως είναι δυνατόν να παίζει κανείς, αφού εδώ και χρόνια είναι χαλασμένο. Η μόνη του σκέψη και φόβος, ήταν μη ξυπνήσει και χαθεί. Εκείνη να μη χαθεί, όπως τότε.

    Είχαν περάσει ώρες, της είπε όσα ήθελε να της πει. Άκουσε όσα είχε να του πει εκείνη (μιλώντας του μόνο με τα μάτια) και ξαφνικά, νύχτωσε.

    Κοίταξε έξω και η μυρωδιά της νύχτας ξεχύθηκε στο δωμάτιο προμηνύοντας καταιγίδα. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα οι πρώτες στάλες βροχής έκαναν την εμφάνισή τους. Γρήγορα ακολούθησαν  οι συνοδοί τους, οι αστραπές και οι κεραυνοί.

   Η μοναξιά επισκέφτηκε το δωμάτιο και κανείς δεν υπήρχε πλέον εκεί. Ούτε εκείνος.

 

 

          Εκείνο το πρωινό, έμοιαζε απλό, τυπικό, καθημερινό. Τίποτα δεν προμήνυε το τι θα ακολουθούσε.

     Εκείνη είχε βγει να απλώσει τη πρωινή μπουγάδα και εκείνος, έπινε τον καφέ του σκεπτόμενος τι δουλειές τον περιμένουν στα χωράφια και στα ζώα του.

      Καθώς άπλωνε η λυγερόκορμη τα λεύκα κλινοσκεπάσματα, δώρο της γιαγιάς της για το γάμο τους, άκουσε φωνές από τα γύρω σπίτια.

      Ένας όχλος, κάτι σαν ξεριζωμός, καλούσε σε βοήθεια.

        Ξάφνου ποδοβολητά, έντονοι κρότοι, άντρες να ουρλιάζουν ακατάπαυστα ριχνόμενοι στη μάχη και γυναικόπαιδα να κλαίνε, να παρακαλούν, να σκάβουν με τα νύχια τους περάσματα, για να κρύψουν και να σώσουν τη «ζωή» ή ότι από αυτή, απέμεινε.

   Τα ξύλινα μανταλάκια έπεσαν στο χώμα, δίπλα από το παπούτσι της, τα κοίταξε μη μπορώντας να καταλάβει τι συμβαίνει.

    Εκείνος, πέταξε το φλυτζάνι με τον καφέ και γεμάτος οργή έτρεξε να βρει το όπλο του, να πολεμήσει.

     Από μακριά σαν σίφουνας, ξεπρόβαλλε ολόκληρη λεγεώνα.

    Έτρεχαν, λες και τους είχε κυριεύσει κάποιος δαίμονας. Άλλοι επάνω σε άλογα, άλλοι με τα πόδια. άλλοι κρατούσαν σπάθες, άλλοι ρόπαλα, άλλοι γυαλισμένα όπλα και κάποιοι, κρατούσαν λάφυρα, σημαίες και αιχμαλώτους.

 

Και μετά σιωπή……………

         

Εκείνο το πρωινό, ο Μάρκος, ξύπνησε έχοντας έναν αβάσταχτο πόνο στο στήθος. Στη συνέχεια, ο πόνος αυτός, έγινε φορτίο.

Σηκώθηκε με δυσκολία από το ξύλινο, διπλό κρεβάτι και κατευθύνθηκε σχεδόν σερνάμενος, προς την κουζίνα του σπιτιού του.

Επάνω στο τραπέζι, τον περίμενε μία κούπα καφέ από χθες, το απόγευμα. Ήπιε μια γουλιά και έδειξε τη δυσαρέσκειά του.

Χάλια γεύση ο κρύος καφές, μόνο γεύση καφέ δεν είχε το αηδιαστικό ρόφημα που δοκίμαζε. Συνέχισε να πίνει, με ένα βλέμμα δυσδιάκριτης λύπης.

Κοίταξε το χώρο γύρω του και όλα ήταν βρώμικα. Κάποτε δεν άντεχε στη θέα ενός σκουπιδιού και τώρα, έμοιαζε να συγκατοικεί με ζώα, συγκεκριμένα κατσαρίδες και ποντίκια.

Κοίταζε το σπίτι του, σαν ένα οίκημα γνώριμο και οικείο μα συνάμα γερασμένο, μόνο, άδειο και παγερό, ακριβώς σαν τη «ματωμένη» ψυχή του.

 

 ~~~~~~~~ ~~~~~~~~    ΤΕΛΟΣ   ~~~~~~~~    ~~~~~~~~  

       

         Εκφραστικοί μου, καλημέρα.

         Ελπίζω να σας βρίσκω καλά.

        "Η Λεγεώνα", είναι ένα διήγημα που γράφτηκε μετά από χρόνια, για κάτι, που στο παρελθόν είχα δημιουργήσει.

      Πριν αρκετά χρόνια, τότε που κάναμε εκείνες τις καταπληκτικές λογοτεχνικές σκυταλοδρομίες, τη λεγόμενη "συρραφή" κειμένων σε μια πρωταρχική ιστορία αν θυμάστε,  είχα συμμετάσχει με ένα μικρό κομμάτι της "Λεγεώνας", που όμως, ήθελα κάποια στιγμή να τη κάνω ένα μικρό, ξεχωριστό έργο. Κάτι που έγινε πράξη σήμερα, μέσω του επάνω διηγήματος.

       Εύχομαι να σας άρεσε και να την αγαπήσατε, όσο και τότε.

       Να είστε καλά και να περνάτε όμορφα.

       Σας φιλώ.


Σχόλια

  1. Κική μου!
    Κατ' αρχήν, να μιλήσω, αυτό καθ' εαυτό, για το διήγημά σου, όπως είναι τώρα σε πλήρη ανάπτυξη. Βλέπω ότι ακολουθείς ένα συγκεκριμένο μονοπάτι στο αφηγηματικό ύφος και ήθος, που το αγαπώ πάρα πολύ, το σέβομαι και γενικά συγκλονίζει με την ένταση, που δίνει και κουβαλάει.
    Η ατμόσφαιρα, οι περιγραφές σου, οι παραστάσεις, οι εικόνες που πλάθεις είναι μια τρομερή δυστοπία, ένα τρομερό θρίλερ τρόμου, που το υπηρετείς άψογα.

    Για το δρώμενο τώρα: Δεν το θυμάμαι, Κική μου. Θυμάμαι πολύ καλά, ότι σε ένα δρώμενο, που κάναμε παλιά στο Σινεφίλ, διέπρεψες σε ένα ανάλογο αφήγημα με το συναίσθημα του φόβου.

    Κική μου, μπράβο κορίτσι μου. Σε καμαρώνω στο είδος, Θέλω να γίνω ακόλουθος και να παρακολουθώ τα έργα σου αυτά.
    Την καλησπέρα μου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Γιάννη μου καλημέρα. Ευχαριστώ ολόψυχα για το τόσο ενθαρρυντικό σου σχόλιο. Δεν έχω λόγια, ειλικρινά, για το πόσο όμορφα με κάνεις να αισθανθώ. Να είσαι καλά, δημιουργικός, εμπνευσμένος και να μας χαρίζεις όσα απλόχερα μας χαρίζεις, τόσο ως δημιουργός όσο και ως αναγνώστης. Εδώ: http://tomistiriotoukafeniou.blogspot.com/ μπορείς να διαβάσεις ή να θυμηθείς το εν λόγω δρώμενο.
      Έχεις την αγάπη μου.

      Διαγραφή
  2. Δεν το ξέρω το δρώμενο αλλά σίγουρα αυτό που διάβασα έχει κάτι που με κράτησε εκεί ως το τέλος. Μυστήριο, αγωνία, κυρίως όμως ο τρόπος γραφής σου. Σίγουρα θα μπορούσε να το εξελίξεις ακόμη περισσότερο, εννοώ να δώσεις τη δική σου εκδοχή όλης της ιστορίας, από τη δική σου σκοπιά. Θα είχε πολύ ενδιαφέρον!
    Την Καλημέρα μου, Κική!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Καλημέρα Βασίλειε, ευχαριστώ μέσα από την καρδιά μου για το σχόλιό σου.
      Με τιμάς και θέλω να το ξέρεις αυτό.
      Εδώ: http://tomistiriotoukafeniou.blogspot.com/ μπορείς να διαβάσεις ή να θυμηθείς το εν λόγω δρώμενο.
      Ίσως κάποια στιγμή, να κάνω αυτό που μου πρότεινες.
      Ευχαριστώ και πάλι.

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

ΕΚΦΡΑΣΟΥ ΚΑΙ ΕΣΥ

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΓΙΑ ΤΗΝ ΞΑΔΕΡΦΑΡΑ ΜΟΥ ΜΕ ΑΓΑΠΗ!

Εκφραστικοί μου φίλοι, καλημέρα! Τί μου κάνετε, είστε όλοι καλά; Εγω μια χαρά. Καταιγισμός γενεθλίων το τελευταίο διάστημα βρε παιδιά! Πολύ με χαροποιεί αυτό! Ευχές, ευχές, ευχές! Μ' αρέσουν οι ευχές! Σήμερα λοιπόν θέλω και εγώ να δώσω τις ευχές μου σε ένα αγαπημένο μου πρόσωπο, με ένα ιδιαίτερο θα έλεγα τρόπο! (Είμαι σίγουρη πως όταν η ξαδέρφη μου δει αυτή την ανάρτηση θα γουρλώσει το μάτι πίσω από τα γυαλιά, θα βγάλει τη γλώσσα έξω απο αμηχανία, θα βγάλει μια κραυγή απόγνωσης και θα κρυφτεί όπου βρει πρόχειρα εκεί τριγύρω χαχαχαχα) (Ιωάννα σα να είμαι εκεί και να σε βλέπω νοιώθω - πολύ το διασκεδάζω! :P) Σκορπίνα λοιπόν η ξαδερφάρα μου! Δυναμική προσωπικότητα, όσο κι αν δε το δείχνει με τη πρώτη ματιά!  Σήμερα λοιπόν, το κορίτσι μου έχει γενέθλια και εγώ δε θα μπορούσα να μη κάνω ανάρτηση μοναχά για πάρτη της! Τόσα έχει κάνει εκείνη για μένα, ας κάνω και εγώ κάτι μικρό αυτή τη φορά! ;) Χρόνια πολλά λοιπόν σε σένα που όταν ήμουνα μικρή με έβαζες να

ΔΙΑΦΟΡΑ ΝΕΑ ΤΗΣ ΜΠΛΟΚΟΓΕΙΤΟΝΙΑΣ ΜΑΣ

Κρατώ στα χέρια μου το Λογοτεχνικό Ημερολόγιο 2020 απο το Λογοτεχνικό Περιοδικό της Κεφαλλονιάς "Κέφαλος" , όπου συμμετέχω με τρία έργα μου. Ξεφυλλίζοντας το, ανάμεσα σε τόσους δημιουργούς και έργα, νιώθω υπερήφανη και ευγνώμων. Τα συγχαρητήρια μου, σε όλους! Eπίσης, ΕΔΩ, μπορειτε να διαβασετε μια υπέροχη συνέντευξη του δικού μας "Σκρουτζάκου"  Giannis Koutris !! Συγχαρητήρια αγαπημένε μου φίλε! Ακόμη, σας έχω δύο εξαιρετικές προτάσεις, δικών μας πάλι, αγαπημένων προσώπων! "Στα παπούτσια των άλλων¨" το νέο βιβλίο της Μαρίας Κανελλάκη, εκδ. 24γραμματα Ανατομικές ιστορίες παντός καιρού και εδάφους, σε ποικιλία δερμάτων και χρωμάτων, για όλες τις (χ)ώρες και για όλα τα πέλματα. Η νέα τάξη υποδημάτων θέλει έντονες αντιθέσεις και άτολμους βηματισμούς. Σ’ αυτό το καλαπόδι κατασκευάστηκαν και οι ιστορίες του βιβλίου. Ψηλοτάκουνες γόβες για «φλατ» ήρωες και παπούτσια γδαρμένα για ανθρώπους-λουστρίνια. Ολοκαίνουργια

Η Μπάμπουσκα

  Κεντρική ιδέα Κύκλου #1:   «Μια γυναίκα, επισκέπτεται έναν επώνυμο συγγραφέα. Του κάνει μια ελκυστική πρόταση να της γράψει τη βιογραφία της. Ο συγγραφέας θα την αναζητήσει τις αμέσως επόμενες μέρες για να προχωρήσουν. Η γυναίκα όμως έχει εξαφανιστεί»   Ένα από τα πράγματα που σιχαινόταν ήταν η ανυπόφορη ζέστη. Μια τέτοια, καυτή κυριολεκτικά μέρα, ήταν θάνατος γι' αυτόν. Το μόνο που ήθελε από το πρωί που άνοιξε τα βλέφαρά του, ήταν να έρθει το απόγευμα, που μόνος πια, αγκαλιά στον καναπέ με τον Σνούπι, τον γάτο του, θα έτρωγε κάτι δροσερό παρακολουθώντας την αγαπημένη του ταινία. Ήταν άλλωστε Παρασκευή, η καλύτερη μέρα. Είχε ένα ολόκληρο Σαββατοκύριακο για να απομακρυνθεί από τους ανθρώπους και την κοινωνία. Ότι καλύτερο γι' αυτόν. Τα Σαββατοκύριακα ζούσε, τις άλλες μέρες απλώς επιβίωνε. Καθώς γέμιζε το μπολάκι του Σνούπι με νερό, σκέφτηκε πως θα έπρεπε να κατεβάσει τα σκουπίδια και επί ευκαιρίας, να ταΐσει και να ποτίσει τα αδέσποτα της γειτονιάς, όμως ο εκκωφαντικός ήχος