Κάθισε απέναντί του
σαν ιερέας χωρίς πίστη,
σαν φλόγα δίχως σώμα.
Το πιάνο —
όχι πια όργανο,
μα τάφος των ήχων,
ένα κουφάρι από έβενο
που κάποτε τραγουδούσε.
Δεν είχε δάχτυλα.
Του τα πήρε ο χρόνος,
ή ίσως η μουσική,
σαν τιμωρία
γι’ αυτό που τόλμησε ν’ αγαπήσει πολύ.
Κι όμως, δεν λύγισε.
Έσκυψε στο πιάνο
όπως σκύβει κανείς στη γη
που δεν του ανήκει πια —
κι άρχισε να παίζει.
Όχι με δάχτυλα.
Με βλέμμα.
Με ανάσα.
Με τη σιωπή που ξέρει
τι σημαίνει να υπήρξες ήχος
και να έγινες μνήμη.
Οι πλήκτρες δεν ακούστηκαν,
μα ο κόσμος σώπασε.
Σώπασε —
όπως σώπασε η πρώτη μάνα
όταν της πήραν το παιδί.
Γιατί εκείνη τη στιγμή,
κάτι μεγαλύτερο απ’ τη μουσική γεννήθηκε:
η αλήθεια του ανθρώπου
που συνεχίζει να δημιουργεί
παρόλο που του λείπουν
όλα τα μέσα.
Κι αν ο Θεός κάποτε
έπαιξε με το φως,
ο πιανίστας
έπαιξε με την έλλειψη.
Και τον νίκησε.
Κική Κωνσταντίνου
Πολύ όμορφο, καλή μου φίλη. Σε ένα θέμα ευαίσθητο για μένα και βιωματικό. Την καλησπέρα μου.
ΑπάντησηΔιαγραφήΓιάννη μου,
ΔιαγραφήΣε ευχαριστώ θερμά για τα λόγια σου. Ξέροντας ότι το θέμα είναι για σένα ευαίσθητο και βιωματικό, η παρουσία σου εδώ αποκτά ακόμα μεγαλύτερη σημασία για μένα. Εύχομαι να λειτούργησε με σεβασμό και αλήθεια.
Φιλακια πολλα